Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΑ

Του Πάνου Κοκκίδη

To στόμα του, μια μικρή ροζ βδέλλα, κολλημένο στο λαιμό της. Εκείνη κοιτούσε λυπημένα ψηλά. Ίδια με προσωπογραφία του Μιχαήλ Άγγελου. Δεν ήταν πάνω από 16 χρονών και τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πρόχειρα σε αλογοουρά.
Το χέρι του κινήθηκε γύρω απ τη μέση της. Σήκωσε τη λαστιχένια μπορντούρα του μαύρου μπουφάν και χώθηκε από κάτω. Συνέχισε να τυλίγεται γύρω απ’ τη μέση της, φίδι που χάνεται σε άγνωστη τρύπα. Εκείνη βαριανάσαινε κοιτώντας πάντα ψηλά. Σαν να περίμενε κάποιο μοιραίο θάνατο. Δεν μου φάνηκε να ζητά βοήθεια από κάπου. Ίσα ίσα, μάλλον παρακαλούσε να μην τελειώσει. Τα χείλη του κινήθηκαν πιο ψηλά, κρύφτηκαν κάτω απ το μικρό αυτί. Δάγκωσαν ένα μικροσκοπικό χάλκινο σκουλαρίκι. Η ζέστη ανυπόφορη. Και το πατσουλί που εξατμιζόταν απ’ την καυτή τους σάρκα έφτανε στον ουρανίσκο μου που απείχε μια πιθαμή. Ο νεαρός απομακρύνθηκε λίγο.
Τα χείλη της κοπέλας έστειλαν ένα σκαστό φιλί στο μάγουλο του. Ήταν κάτι σαν σύνθημα για να συνεχίσει. Μη σταματάς, έλα! Αγκάλιασε με τα χείλη του τα δικά της. Τα σώματα κάτω απ’ τα μαύρα μπουφάν, πύρωναν. Ήμουν δίπλα τους. Κολλητά. Αισθανόμουν τη καυτή τους ακτινοβολία. Πρόσεξα ένα μικρό δράκο σε τατουάζ στη γυμνή μέση της. Τώρα τα μάτια τους μισόκλεισαν και τα χέρια τους αγκάλιαζαν άγαρμπα τα σώματα. Οι υπόλοιποι έκαναν πως δεν έβλεπαν. Εγώ επέμενα να κοιτάζω με αναίδεια, να μη χάσω το θέαμα που ξετυλιγόταν μπροστά μου.
Ξαφνικά η κοπέλα είπε.
«Άγιος Ελευθέριος, φτάσαμε. Έλα».
Βγήκαν μαζί με τους πιο πολλούς επιβάτες. Αποσυμπίεση.
Οι αυτόματες πόρτες έκλεισαν δυνατά πίσω τους, στέλνοντας ένα δροσερό αεράκι μέσα στο βαγόνι. Ίσως να μύρισε γιασεμί.
Ήταν απόγευμα και είχε ακόμα φως.
Είχε έρθει πια η άνοιξη. Ήταν ολοφάνερο.


Ο Πάνος Κοκκίδης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Είναι σκηνοθέτης-σεναριογράφος. Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων καθώς και της Ένωσης Ελλήνων Σεναριογράφων.
Πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Πειραιά, σπούδασε Ιστορία Οικονομικών Θεωριών και Σκηνοθεσία Κινηματογράφου στην Αθήνα και το Παρίσι.
Από το 1982 ως το 1987 εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στο Ανοιχτό Θέατρο. Παράλληλα έγραψε σενάρια για τηλεοπτικές εκπομπές, σήριαλ, θεατρικά έργα, κείμενα για το ραδιόφωνο και τη διαφήμιση. Κείμενα του επίσης έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Το θεατρικό του μονόπρακτο, Κομπάρσοι, κέρδισε το 1985 το βραβείο ΥΠΠΟ. Από το 1990 μέχρι σήμερα καταδικάστηκε να ασχολείται με την τηλεόραση και είναι υπεύθυνος για το On Air Promotion σε μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια όπως MEGA και ΑΝΤ 1.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA