«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής
ΔΙΨΑ
Του Γιώργου Καρτάκη

Το μισό των ανθρώπων είναι σιωπή – όχι νερό – και το άλλο τους μισό είναι η σκέψη. Το άλλο μισό είναι η μάνα κι ο πατέρας τους. Κι ο έρωτας. Ο έρωτας που είναι ένας: πάντα ο ίδιος κι ας κοίταξε άλλα πρόσωπα πολλές φορές. Κι ας δόθηκε σε ξένους, είναι δικός μας. Ένας .Που μας τον έδωσε η μάνα μας που της τον έδωσε ο πατέρας μας , όταν αντάλλαξαν σιωπές.
Κι όπως ο έρωτας, έτσι είναι μια και η αποτυχία της ζωής. Πάντα η ίδια. Μόνο που επαναλαμβάνεται. Ίδια όπως η επιτυχία που επαναλαμβάνεται κι αυτή. Κατά πως το έχει κανείς μαθημένο. Όπως του τό ΄ δωσαν. Και δεν έχει δρόμο. Μόνο να στρώσεις το διάβα μπορείς. Μόνο ν΄ανοίξεις χαντάκια στα πλάγια να φεύγουν τα όμβρια, να χτίσεις υπόστεγα για τις βροχάδες μέρες που είναι πολλές, να σταθείς.

Εμένα η μάνα μου είναι η πατρίδα μου. Είναι μια χαμηλόφωνη διαμοιβή με το χώμα. Φορτισμένη, απόλυτη και δική μου. Εμένα η μάνα μου είναι το αρχέτυπο της ανημπορεσιάς που δε χόρταινα να της δίνω νερό να ξεδιψάσει. Γιατί το μισό των ανθρώπων είναι νερό είναι βουτηγμένοι στη σιωπή του νερού μέσα τους, πλημυρισμένοι.

Οι άνθρωποι δεν έχουν χέρια να πίνουν νερό – πρέπει κάποιος να τους φέρνει . Μη ξεχνάς : οι άνθρωποι σου δε βρίσκουν νερό – πρέπει κάποιος να τους δίνει, όταν απλώνουν το χέρι. Και στο νερό να μπαίνει ένα γαρύφαλλο, για να μυρίζει τ ΄ όνειρο σου γλυκιά πίκρα , όταν τους χάσεις.

Εμένα η μάνα μου είναι η πικρία μου η γλυκιά. Οι εικόνες που κρατώ είναι όλες τους στυφές και φωτεινές. Διαφέγγουν. Όπως το δέρμα των χεριών της, στο τέλος , το διάφανο, το χάρτινο. Όπως τα μάτια της που, όταν τα σήκωνε, άστραφταν τη χαρά της έκπληξης πως ήμουν εκεί κι αυτή ήταν διψασμένη . Όπως την ευχή της του χειμώνα ένα βράδυ. Εμένα η μάνα μου είναι ψυχή : η μαγιά της ψυχής μου. Είναι η μάνα μου πουλί, νησί, θάλασσα είναι η έρημη και δεν ησυχάζει.

Αχ, σήκω . Βγες λίγο στον κόσμο θα πλαντάξεις . Εδώ πιο κάτω είναι ένα νησί : μια πλατεία που σέρνονται οι άστεγοι. Είναι ένας τόπος νεκρός του άλλου κόσμου. Εκεί δεν είσαι ζωντανός, καθώς περιφέρεσαι στα τοπία της σιωπής . Τα φτενά μέλη ρακένδυτα και τα κεφάλια χαμηλά. Δεν έχουν χέρια. Έχουν δυο μαύρα κουτσουρεμένα, άπλυτα, απλωμένα στη σιωπή. Δεν έχουν μάτια. Δεν έχω μάτια, όταν σηκώνουν το κεφάλι κι αντικρίζω μια λίμνη σιωπής.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA