«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής
«ΧΡΥΣΑ ΦΤΥΑΡΙΑ» #7
Σύντομη παρουσίαση της ποιητικής συλλογής
«Έτοιμος κόσμος» του Χρήστου Γιαννακού



συγγραφέας: Χρήστος Γιαννακός
τίτλος: Έτοιμος Κόσμος
εκδόσεις: Μανδραγόρας, 2011
σειρά: Σύγχρονη ελληνική ποίηση
σελίδες: 28

γράφει ο Στάθης Ιντζές

     Η ποίηση του Χρήστου Γιαννακού μοιάζει με φωνή που ορθώνεται απέναντι σ’ αόρατο εχθρό: «Αφού και σήμερα διαφύγαμε την ήττα, / ίσως… να μην κερδίσουμε ποτέ; / Ακόμα κι όταν τον τερματοφύλακα νικάμε, / η μπάλα από τα δίχτυα μας κοιτάει / και…, τα λασπωμένα δόντια φανερώνοντας, / γελάει.» (ΠΟΙΑ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΚΕΡΔΙΖΟΝΤΑΣ σελ. 13) Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πότε γράφτηκαν τα ποιήματα του «Έτοιμου Κόσμου»,δηλαδή  πριν ή μετά ξεσπάσει κρίση. Σε κάθε περίπτωση όμως, ορισμένα μπορούν να χαρακτηριστούν ως επίκαιρα: Τα επόμενα χιλιόμετρα / σποφάσισαν να μας περιμένουν στη στάση: / «Δεν θα περάσετε / αδυσώπητα από πάνω μας, / σαν πορνίδια στο δρόμο» για να συνεχίσει λίγες γραμμές πιο κάτω:
«Τέρμα τα’ αστεία, / ως εδώ πληρώσατε, κύριε». (από το ποίημα ΑΥΤΟΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ σε. 11)
     Η αναπόληση των παλιών ημερών και η σύγκριση τους με το σήμερα: «Θυμάσαι ,λένε, / τις γιορτές των δικών σου ημερών;» για να συνεχίσει λίγο πιο κάτω:
«Εδώ μας μονοιάζει η Νύχτα; / Στην υπαίθρια γιορτή των ψυχών;» (από το ποίημα ΥΠΑΙΘΡΙΑ ΓΙΟΡΤΗ σελ. 14)  Πολύ φοβάμαι ότι η σύνδεση τούτων των στίχων με την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα,ίσως θεωρηθεί αστοχία. Όπως και να ‘χει όμως, η ερμηνεία τους είναι «όπλο» στα χέρια του αναγνώστη.
     Ο λόγος του Χρήστου Γιαννακού είναι σκοτεινός και ενδοσκοπικός. Μεταδίδει στον αναγνώστη το δεός της εικόνας που σχηματίζει και το αίσθημα του τρόμου που πηγάζει από αυτήν: «Είδα σε μαύρα πως έκλεινα τα μάτια. / Οστά λήθης φωτίστηκα στο σώμα της μοίρας. / Αναπάντεχα σε κενό συναισθήματος και παλμών, / υπό τον βαθυγάλανο κυματισμό σιωπηλού κοριτσιού» (από το ποίημα ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ σελ. 18)
     Άλλοτε πάλι «παίζει» με τα ουσιαστικά τα οποία χρησιμοποιεί ως επίθετα «τα δεσμά της ελπίδας προς κάποια ευφροσύνη εκδοχή ( από το ποίημα ΟΔΙΚΟΙ ΦΘΟΓΓΟΙ σελ. 10). Χαρακτηριστικό που συναντούμε στην ποίηση της Δημουλά κατά κόρον: «Γεμάτα λεμονανθοὺς τ᾿ ἀσθενοφόρα πεζοδρόμια.»
     Υποβλητικά θέματα καθορίζουν τα όρια ενός καινούριου κόσμου που πλάθει με τις λέξεις: «Το κορμί μετεικάζει σε μια φλογερή εποχή» ( από το ποίημα ΟΠΩΣ ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ σελ 17)
     Η συλλογή του Χρήστου Γιαννακού στο σύνολό της είναι λιττή, χωρίς υπερβολές. Με λέξεις απλές συνθέτει την εικόνα που θέλει να περάσει στον αναγνώστη:
«Το πρωί κολυμπώ / με λέξεις γαλάζιες. / Πάνω μου τρέχουν / δροσερές και πικρές.
Τη στάχτη του πατέρα / ανακινούμε απ’ τον πυθμένα» (από το ποίημα ΘΕΡΟΣ σελ. 21)
     Η ποίησή του κινείται σε υψηλό επίπεδο, είναι καλοδουλεμμένη, με το υπερρεαλιστικό στοιχείο παρόν, χωρίς ωστόσο να μονωπολεί το κείμενο και να συγχύζει τον αναγνώστη: «Πώς φρέαρ δυναμικού; / η άνοδος ρυπαρή κορυφώνεται / στην αποστακτική στενωπό. / Εκλύεται / -με ποια ψυχή κορεσμένος; - / Εδώ τα χερουβίμ / στοιχίζουν σε ανοχές.» (από το ποίημα ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ σελ. 24,25)
     Και μιας και μιλήσαμε πιο πάνω για τρόμο και «θεμιτό» υπερρεαλισμό, το μυαλό μου πάει στον Σαχτούρη –η επιρροή που έχει ασκήσει πάνω στον ποιητή είναι εμφανής: «Άλογα περήφανα / οι επιθυμίες μου / γονάτισαν κάθισαν χάμω / η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι / μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν / ο ένας πήγε να βρει το Θεό / ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο / κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.» (Μίλτος Σαχτούρης, ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ, Έκτοτε, 1996)
     Τέλος, απαραίτητη είναι και η σύνδεση του έργου του με τον συμβολισμό των Γάλλων του 19ου αιώνα:

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΠΩΛ ΒΕΡΛΑΙΝ
(Μετάφραση: Τέλλος Άγρας)

Νύχτα. Βροχή. Ένας ουρανός θαμπός, που τον σπαθίζει,
όσο είναι φως, με πύργους και με τόξα, η σιλουέτα
πολιτείας γοτθικιάς, μακριά μες στο σταχτί σβησμένης.
Κάμπος. Μια αγχόνη, από κορμιά που σήπονται γεμάτη,
που με τις μύτες τα σκουντούν τ' αχόρταγα κοράκια,
κι ενώ χορεύουν άμοιαστες πόλκες στον στον μαύρο αέρα,
τα κρεμασμένα πόδια τους τα 'χουν οι λύκοι δείπνο.
Αγκάθια σκόρπια, λιγοστά χαμόδεντρα και πρίνοι,
που δώθε κείθε όλο πετούν των φύλλων τους τα σκιάχτρα
μέσα στο σάλο της καπνιάς, καθώς σε σκίτσου φόντο.
Κι ύστερα, γύρω από δυο τρεις νεκρόθωρους δεσμώτες,
που παν γυμνόποδοι, φρουροί διακόσοι κι εικοσπέντε
τους πάνε, και τ' ατσάλια τους, ορθά σαν λύσγου ατσάλια,
γυαλίζουνε, αντιμέτωπα με της βροχής τις λόγχες.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA