Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου

ΡΑΨΑΝΗ
                                           στη Μαμά 


Μια μαύρη Καβασάκι
καθηλωμένη στο πεντάλ της
στον ίσκιο ενός καραγάτσι,
χίλια εκατό κυβικά
 καθισμένα στο έδαφος,
μια μύγα στο πρόσωπο
της μαμάς αριστερά
της μάσκας οξυγόνου,
δεξιά απ' το αριστερό χέρι
με την πεταλούδα
του τετραπλού ορού,
λίγο πιο πάνω
από τον καθετήρα.
Πετάει τα σεντόνια τώρα
όπως γδύνονταν μπροστά μας
στην αχυρένια καλύβα
στο Τσάγεζι: επειδή
είχε δει τον ήλιο
να στέκεται ακίνητος
πάνω από την πόλη
της Λάρισας, στις δώδεκα
ακριβώς το μεσημέρι,
κι εμείς πρωτοείδαμε
για πρώτη φορά
γυμνό τον κώλο
της μάνας μας
και μύριζε νοτισμένη άμμο
εκείνη η σχισμή
ανάμεσα στα μπούτια της,
οσμή από καλαμιές
και ξεραμένα άχυρα,
μια φέτα πεπόνι
ανάμεσα στα μπούτια της,
οσμή νιόκοπου χιονιού,
όπως μυρίζει η εξοχή
οι φτέρες, τα κουράδια,
οι χρυσόμυγες, η φρέσκια
φραντζόλα, η ντομάτα
που δαγκώνεται ολόκληρη
όταν μας τάιζε
με τα χέρια της.
Όπως κρατάμε το γιαρμά
ακίνητο στο ένα μας χέρι,
μια στιγμή πριν τον δαγκώσουμε,
όλη τη νύχτα βαστούσα
το χέρι της που ήθελε
να βγάλει τα σωληνάκια
οξυγόνου από τη μύτη της,
τον καθετήρα απ’ το μουνί της,
το μουνί της μάνας μας:
γεύση μελομακάρονου
και κουραμπιέ βουτύρου,
μια φέτα ψωμί πασπαλισμένη
ζάχαρη και λάδι, ενίοτε
με κακάο, αυγά στραπατσάδα
με κόκκινη ντομάτα,
στρωματσάδα στο πάτωμα,
ανάμεσα σε οσμές άπλυτων
ποδαριών και χιλιοφορεμένα
τσουράπια, οσμή τυρόπιτας,
όταν είδαμε πρώτη φορά
τον κώλο της μάνας μας,
μπουρέκι και σάιμαλι,
φοινίκι και ραβανί,
μπάμιες και αγκινάρες,
τα δυο της κωλομέρια
με την οσμή της σαπισμένης
θάλασσας και του αστερία
όταν στεγνώσει στον ήλιο,
μουχλιασμένο ψωμί
και φέτα τυρί που πρασίνισε.
Ήτανε πράσινα κάποτε
τα νερά και γαλάζια
στο Τσάγεζι, έπειτα,
όταν έγινε Στόμιο
ο πατέρας μάς μετέφερε
σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο.
Την καλύβα δίπλα στο κύμα
την διεκδικήσαν αυτοί
που ακόμη δεν είχαν ραδιόφωνο,
δεν περνούσαν να πάρουν
μπαταρίες απ’ το περίπτερο
μαζί με μικυμάους και ρομάντζα,
τον επιθεωρητή Μαιγκρέ,
με τα πρώτα Αστερίξ
και τον Αλ Μπάνο-
είχε αρχίσει πλέον η επικράτηση
των αυθαίρετων κτισμάτων
από τον Αγιόκαμπο
στη Βελίκα, το Ξυνό Νερό
μέχρι τα Μεσάγκαλα,
τους Νέους Πόρους,
τον Πλαταμώνα
και πιο πέρα: Σκοτίνα,
Λεπτοκαρυά, Λιτόχωρο
και παραλία Κατερίνης.
Όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου
σήμερα που η μαμά χαροπαλεύει,
όλα τα σπίτια είναι ανοιχτά,
όλες οι πλαζ κατειλημμένες,
ο κοσμάκης παραδομένος
στον θείο Ιούλιο μήνα,
αφού έζησε την εποποιία
της εξοχικής κατοικίας,
απ΄ την αχειροποίητη καλύβα
στα ενοικιαζόμενα,
κι έκτισε χωρίς ρεύμα,
χωρίς νερό, εκτός σχεδίου
ναι, κι εκτός πόλεως Λάρισας,
στη σκιά της βουκαμβίλιας
του γιασεμιού και των οπωροφόρων,
τα κόκκινά νύχια των ποδιών,
συμμάζεψε την κυτταρίτιδα
απ’ τους μηρούς και την κοιλίτσα,
μάνες που έφερναν τις κομμώτριες
από σπίτι σε σπίτι, έσχιζαν
(σχίζονταν εύκολα τα πρώτα)
καλτσόν, έχαναν πόντους,
τους ξανακέρδιζαν με το μαντάρισμα.
Έφτιαναν τα προικιά
σε Singer μηχανές ποδοκίνητες,
έραβαν, ξήλωναν, κεντούσαν,
άνοιγαν ένα παράθυρο
στο αρχικό σχέδιο της «βίλας»,
πρόσθεταν ένα μπαλκονάκι,
μια βεραντούλα, μια ανεμόσκαλα
(οι σύζυγοι τους ήταν ξεροκέφαλοι
μα υπάκουοι: ψώνιζαν στο χασάπη
κι έφερναν πάντα μια κούτα
με πάστες Κυριακές και σχόλες).
Μας μεγάλωναν με ξυλιές στον ποπό,
μας τιμωρούσαν, μας ξεσκάτιζαν
κι ήταν ακάματη η μαμά μας:
σπινθήριζαν οι επιγονατίδες της
στις φουρκέτες
καθώς οδηγούσε τη χιλιάρα
που την έφερνε στη Ραψάνη,
να πιει αργότερα ένα τσίπουρο
παρεΐτσα μαζί μας στην πλατεία,
κάτω απ’ τα πολύβουα πλατάνια
και το Κοινοτικό Ρολόι, πριν πάρει
το δρόμο μόνη της για τον Άγιο Αθανάσιο,
την ανηφόρα, σε ψάθινες καρέκλες
είχε βολέψει τον κώλο της,
αυτόν που μου αποκάλυψε
όταν ήμουν οκτώ χρονών
στο Τσάγεζι, κι αυτόν που μου δείχνει
τώρα στο Γενικό Νοσοκομείο
της Λάρισας, και με μεθά ακόμα,
με τη ροή που έχει το γάργαρο
νερό σαν τρέχει στο αυλάκι,
αυτή την συγκεκριμένη οσμή
του ουροσυλλέκτη,
την απόπνοια της πυρέσσουσας
σάρκας, το σπάραγμα
των εντέρων, τα κόπρανα,
τα σάλια, οι εκκρίσεις,
η αποφορά της συκιάς
που απλώνει τα κλαδιά της
μες απ’ τα παράθυρα
ξεκοιλιασμένης οικίας,
ένα επίμονο βουητό από μύγες,
αμέτρητες μύγες
που έχουν εισβάλλει ξαφνικά
στο τετράκλινο δωμάτιο
των ψυχορραγούντων. Έτσι,
όπως φεύγουν απ’ τη ζωή
η μαμά η δικιά μας
και οι μαμάδες των άλλων,
η κάθε μια στο δικό τους κρεβάτι,
με τις πευκοβελόνες αγκαλιά,
ένα δεμάτι άχυρα στα χέρια,
μια αρμαθιά καπνά,
με τις βελόνες των βελανιδιών
να τους καίνε ακόμα τα δάκτυλα,
το ταψί που βγήκε απ’ το φούρνο
με το Κυριακάτικο γεύμα,
τις ανοιχτές πληγές
απ’ τα λόγια που της είπαμε
κάποια φορά θυμωμένοι, όλοι μας,
ένα ματσάκι ρίγανη,
μια ποδιά γεμάτη πορτοκάλια,
ένα και μόνο περήφανο ρόδι
για την Πρωτοχρονιά στο χέρι,
και μια λαμπάδα της Λαμπρής
άσβεστη στη μνήμη μας για πάντα.
Μαμά, σταμάτα το κρυφτούλι.
Είσαι η μύγα που ακινητεί στη μύτη μας
κάθε φορά που ξυπνάμε
προχωρημένο μεσημέρι Κυριακής
στη Ραψάνη.

Σωτήρης Παστάκας
 











(πρώτη δημοσίευση στο τεύχος 9 της «ποιητικής», καλοκαίρι, 2012) 

από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «τελετές αναχώρησης» που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2013

Ο νέος Στάθης Τσαγκαρουσιάνος 

Γράφει ο Γιώργος Χρονάς 


Με πληροφόρησαν, πως η ηλεκτρονική φυλλάδα, του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, αναπαράγει, συνεχώς, σελίδα από το περιοδικό, Οδός Πανός, τχ. 158, και μια συκοφαντία, για μένα, του Παύλου Ρεβενιώτη (Πάολα). Θ’ απαντήσω και στα δύο.
Το πρόβλημα του Τσαγκαρουσιάνου μαζί μου είναι, πως νόμιζε ότι συμφωνώ μ’ ότι σερβίρει κάθε εβδομάδα – αυτός και οι συνεργάτες του – στο τυπωμένο χαρτί της φυλλάδας του. Η λογική, αυτής της φυλλάδας, είναι: Ακουμπίστε τά μου χαζοπούλια, για να ασχοληθώ μαζί σας! Κι όπως λέμε, λαϊκά, στον Πειραιά: Τόσο η πεολειχία, τόσο το γλυφοκ…, το γλυφομ… Περάστε από το λογιστήριο πρώτα! Βλάκες! Και θα δείτε το ονοματάκι σας στη φυλλάδα μου! Και δόστου διαφημίσεις καλλιτεχνών, θεατρικών σκηνών (πρώτος ο Λούκος), ζωγράφοι, γλύπτες, τράπεζες, ο χαζο Καμίνης, Προπό, ΟΠΑΠ, ΔΕΗ, Τράπεζα Ελλάδος, η Μαρέντα, η ταβέρνα Πιπίτσα και άλλα ηχηρά παρόμοια.
Η αλήθεια είναι, πως θύμωσε, που γράψαμε – στο ίδιο τεύχος μας – για την κριτικό του Ματίνα Καλτάκη, που πήγε στο Εθνικό, για την Οδύσσεια, του Μπομπ Ουίλσον, ως «γριά» ή «γέρος», κι αυτή, και την κατακεραύνωσε. Επίσης που οι «ξεχασιάρες», της Lifo, ξέχασαν ν’ αναφέρουν, στο αφιέρωμά τους, στην Πάολα, 5 σελίδες, το πρώτο και μοναδικό βιβλίο της, στις Εκδόσεις μας, το 1985. Μου το δήλωσε ο ίδιος, στο τηλέφωνο, αμέσως όταν κυκλοφόρησε το τεύχος μας – πριν 3 μήνες! Οχιά κολοβή, ζακυνθινή μαλαφράντζα ήταν στο τηλέφωνο. Νόμιζε πως θα τον φοβηθώ. Τόπαιζε, βλέπεις, μεγαλοεκδότης με παχιά τσέπη, που καταστρέφει όποιον γουστάρει. Εξουσία. Χουντοκάναλο μεγάλης κυκλοφορίας. Ή προϊστάμενός μου, που παίρνω απ’ αυτόν εντολές για το 32 ετών περιοδικό μου- που βασίζεται μόνο στο κοινό του, στους συνεργάτες του, στην υγεία που μας δίνουν οι Θεοί, οι Μούσες, τα Πνεύματα και 4 διαφημιζόμενοι εκδότες βιβλίων.
Φυσικά, στο ηλεκτρονικό του έκτρωμα – που το διαφημίζει ότι το βλέπουν 1.500.000 άτομα (atoms), νόμιζε ότι θα με καταστρέψει, με λουκουμόσκονη – διαθέτει μπόλικη, θέλοντας να φτάσει μ’ αυτό, τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο και τις κρυφές του κάμερες! Δεν αμφιβάλω, πως τον έφτασε, ήδη. Τον ξεπέρασε. Τον καταλαβαίνω, βλέπει το νησί του, την Ζάκυνθο, με τα κλεμμένα παραστατικά του δήμου 15.000.000 ευρώ θαμμένα στους αγρούς, 1.000 κατοίκους να δηλώνουν τυφλοί – με δίπλωμα οδήγησης ταυτόχρονα και τη χελώνα, καρέτα-καρέτα, να πολτοποιείται από τα τζιπ 4 Χ 4 των ζακυνθινών… και φαντάζεται τους ποιητές της, Σολωμό και Κάλβο, ανύπαρκτους. Σπαράζει η ψυχή του.
Και, νομίζετε, πως τώρα, μετά 3 μήνες κυκλοφορίας μας, τον πήρε ο πόνος που η τραγουδίστρια Μόνικα – την λατρεύει – κάποτε, βρώμαγε, όταν σηκώθηκε από το κάθισμά της; Και αντί να δει την προτροπή μας – η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά! Προτρέπει τους θαυμαστές του, να βρωμούν άδοντας ή περπατώντας. Κι αυτοί, σαν χαζοπούλια, θαυμαστές του, φυσικά, δεν διαβάζουν τίποτα, από αυτά, που βλέπουν στην οθόνη τους, και αρχίζουν να με βρίζουν γράφοντας, ό,τι τους κατέβει. Για να αποδείξουν πως μοιάζουν στο νέο, μοντέρνο πια Τσαγκαρουσιάνο του διαδικτύου. Μα τέτοιοι είστε, τέτοια νομίζετε. Ψώνια του ίντερνετ. Τέτοιο κοινό να το χαίρεται. Του το χαρίζω. Χαίρομαι που με βρίζουν. Τιμή μου! Είναι το κοινό του, που μ’ αφήνει αδιάφορο, κανίβαλοι, τυφλοί, ψεύτες, υποκριτές, φιγουρατζήδες, λαμόγια, ζουλού με ίντερνετ και χάντρες.
Εγώ, χαζοπούλια, δεν είμαι πολιτικός για να με ψηφίσετε με ψευτιές που σας αραδιάζω. Ούτε δικηγόρος να με προτιμήσετε στην επόμενη δίκη σας. Εγώ ζω στον κόσμο μου κι απ’ αυτόν καμιά ψευτοδιανοούμενη – που κάνει την μοναχική ψυχή – δεν μπορεί να με βγάλει.


Αθήνα, Σάββατο, 27 Απριλίου 2013  
Γιώργος Χρονάς





Υ.Γ. Όσο για τον Παύλο Ρεβενιώτη (Πάολα) δεν μένει παρά να μου ζητήσει και τα δικαιώματα από το μιούζικαλ που έκανα το βιβλίο του! Στο Λονδίνο! Στη Νέα Υόρκη! Ακόμη, τα χρήματα, από το σενάριο της ταινίας, βασισμένης σ’ αυτά! Ή τον χορό του, που λάνσαρα!
Πέρασαν τα χρόνια και δεν θυμάται, ίσως, πως την πληρωμή την πήρε, τότε, σε βιβλία – που ο ίδιος ζήτησε για να πουλήσει. Και παραμένουν, τα πιο πολλά, στη σκόνη του έτους 1985! 28 χρόνια, βλέπεις. Και γιατί να τυπώσω άλλα; Αφού εκεί είναι κι αυτά. Αυτό, μάλλον, το επιθυμεί η ψυχή του, δηλαδή. Να είχα τυπώσει. Γι’ αυτό με βρίζει. Που δεν τύπωσα.
Αμήν.
Γ. Χ.

ΑΛΜΠΟΥΜ
Της Μαρίζας Κεραμίδα

Στο παγκάκι μπροστά στο μόλο. Ντυμένη όπως πάντα στα μαύρα. Την παρατηρούσα από μακριά χωρίς να το ξέρει.
Και η Πολαρόιντ όπως πάντα κρεμασμένη στο λαιμό της. Αρνιόταν πεισματικά να αγοράσει ψηφιακή. Στην αρχή νόμιζα ότι δεν είχε χρήματα. Της δώρισα μία στα γενέθλια της, Με ευχαρίστησε θερμά, όμως δεν την χρησιμοποίησε. Εξακολουθούσε να κουβαλάει την παλιά, την αυτόματη. Προφανώς την γοήτευε η αμεσότητα του αποτελέσματος.
Ποτέ δεν μου έδειχνε τις φωτογραφίες της. Έλεγε ότι δεν αφορούσαν κανέναν. Με το που έβγαζε μία, έγραφε αμέσως από πίσω, τόπο και ημερομηνία και την καταχωρούσε σε ένα άλμπουμ τριάντα σελίδων που κουβαλούσε πάντα μέσα στο σακίδιό της. Στο τέλος κάθε μήνα αγόραζε το επόμενο. Το παλιό το κλείδωνε στο μπαούλο της σοφίτας του σπιτιού της, που την είχε διαμορφώσει σε στούντιο. Δεν μου εξήγησε ποτέ γιατί κλείδωσε τον κάτω όροφο και δεν ξαναπάτησε εκεί μέσα. Το κλειδί του μπαούλου στο μπρελόκ με τα υπόλοιπα κλειδιά της.
Από τις φωτογραφίες που τραβούσε, μόνο μία έμπαινε στο άλμπουμ. Η καλύτερη. Η επιλογή γινόταν κάθε βράδυ λίγο πριν κοιμηθεί. Την είχα δει αρκετές φορές να τις απλώνει τελετουργικά πάνω στο κρεβάτι δίχως να με πάρει είδηση. Λες και στοχαζόταν κοιτώντας τες. Στη συνέχεια ξεχώριζε ‘τη φωτογραφία της ημέρας’ όπως την έλεγε. Τις υπόλοιπες τις έκοβε μικρά-μικρά κομματάκια με το ψαλίδι. Τα έχωνε στις τσέπες του παλτού της και το πρωί τα εξαφάνιζε, πετώντας τα λίγα-λίγα σε διαφορετικούς κάδους σκουπιδιών και στις σχάρες των υπονόμων που τύχαιναν στον δρόμο της. Κρατιόμουν να μην τρέξω από πίσω της να τα μαζέψω, να συνθέσω το πάζλ, να την καταλάβω.
Η Ρωξάνη, ήταν τα άλμπουμ της. Ακόμα και τις μέρες που φαινομενικά δεν της συνέβαινε τίποτα, εκείνη φωτογράφιζε. Πάντα τον εαυτό της και το νερό. Σε ανύποπτο χρόνο έστρεφε πάνω της την φωτογραφική μηχανή και τραβούσε. Χαρούμενη, λυπημένη, βαμμένη, άβαφτη, όταν έκανε κάποια αλλαγή στο χτένισμα - σίγουρα θα φωτογραφίσει και την πρώτη της ρυτίδα, σε λίγα χρόνια, σκεφτόμουν.
Το νερό τη μάγευε. Η θάλασσα, τα σύννεφα, η βροχή. Ειδικά η βροχή. Πολλές φωτογραφίες με βροχή. Ψιλόβροχο, μπόρα, μέχρι και κεραυνό είχε καταφέρει να αποθανατίσει. Ναι, τον εαυτό της και την βροχή φωτογράφιζε καθημερινά. Εμένα ποτέ. Δεν χωρούσα στον κόσμο της.
Όταν κάποια στιγμή τη ρώτησα γιατί το νερό κι ο εαυτός της, με κοίταξε βαθιά στα μάτια κι απάντησε πως, όταν δεν της αρέσει αυτό που βλέπει, κοιτάζει μέσα από τον φακό γιατί διαστρεβλώνει κι ομορφαίνει τα πάντα. Το νερό, είπε, εξαγνίζει. Δεν κατάλαβα. Μελαγχόλησε. Με άφησε, πήγε στο αγαπημένο της παγκάκι στο μόλο. Μου απαγόρευσε να πλησιάσω. Από τότε την παρακολουθούσα.
Ξέρω πότε την έχασα για πάντα. Ήμασταν στη σοφίτα της, κάναμε έρωτα. Ύστερα μπήκε στο μπάνιο. Είδα τα κλειδιά της, πεταμένα στο ξύλινο πάτωμα. Για μια στιγμή δείλιασα, αλλά ακούγοντας από δίπλα το νερό να τρέχει, το τόλμησα. Ή τώρα ή ποτέ, είπα μέσα μου. Ξεκλείδωσα το μπαούλο της. Απόλυτη τάξη. Φωτογραφικά αριθμημένα άλμπουμ των τριάντα σελίδων, στοιχισμένα και ταξινομημένα χρονολογικά. Μια ζωή σε κουτιά παπουτσιών. Έπιασα ένα στην τύχη. Στο εξώφυλλο ο αριθμός 6, Μάιος 2005. Οχτώ χρόνια πριν. Η δεκατετράχρονη Ρωξάνη, με την οικογένεια της γύρω απ’ το πασχαλινό τραπέζι στην αυλή ενός παραθαλάσσιου σπιτιού. Με λευκό φόρεμα κι ένα στεφάνι από μαργαρίτες για κολιέ. Τσουγκρίζει χαμογελαστή ένα κόκκινο αυγό με έναν πενηνταπεντάρη. Στη λεζάντα: «Ο θείος Νίκος».
Ξεφύλλισα βιαστικά ένα ακόμα άλμπουμ. Αύγουστος 2006. Βγαίνει απ’ τη θάλασσα με το σχεδόν διάφανο βρεγμένο μαγιό της κολλάει στο εφηβικό κορμί της. Χαμογελάει αμήχανα.  Στην λεζάντα, διαβάζω: «Στην πιο όμορφη». Δεν είναι τα δικά της γράμματα. Πρωτοχρονιά 2007. Οικογενειακή φωτογραφία. Ο θείος Νίκος κολλημένος πίσω της, το χέρι του πάνω στον δεξί της ώμο, κίνηση της τελευταίας στιγμής, αν κρίνω από το ξαφνιασμένο και αηδιασμένο βλέμμα της. Δεκέμβρης 2008. Κηδεία. «Υποκρισία», γράφει η λεζάντα. Η Ρωξάνη δεν φαίνεται πουθενά. Πυκνά μαύρα σύννεφα και βροχή. Από εδώ και πέρα φωτογραφίζει μόνο αυτή. Επόμενο άλμπουμ Γενάρης 2009. Καμιά φωτογραφία. Μόνο αμέτρητα αποκόμματα εφημερίδων: Αδελφοκτονία. Το όπλο δεν βρέθηκε ποτέ. 16 χρόνια με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Σε ένα άρθρο αφήνονται υπόνοιες ότι οι δικαστές φάνηκαν επιεικείς γιατί η σύζυγος του νεκρού δήλωσε «καλά να πάθει». Σεπτέμβριος 2010. Κι άλλη κηδεία. «Μάνα, εγώ φταίω», στις λεζάντες. Μια φωτογραφία ενός άντρα πίσω απ’ τα κάγκελα. Καμία λεζάντα.
Δίπλα απ’ τα άλμπουμ, το κουτί της Πολαρόιντ. Το ανοίγω. Ένα μικρό όπλο. Ακούω βήματα. Γυμνή αρπάζει τη μηχανή της. Το φλας αστράφτει στα μάτια μου. «Τώρα ξέρεις».
Ήταν ίσως η μοναδική στιγμή που την ένοιωσα πραγματικά κοντά μου. Ο πόνος της με έβριζε. Απομακρύνθηκα απ’ το μπαούλο της καταντροπιασμένος. Πήγα να την αγκαλιάσω. Πατούσε συνεχώς το κουμπί της Πολαρόιντ. Με τύφλωνε ενώ οπισθοχωρούσα. Στο τέλος με έσπρωξε έξω απ’ την πόρτα. Σε δευτερόλεπτα πέταξε και τα ρούχα μου, μαζί με μία απ’ τις φωτογραφίες που με τράβηξε. Κουβαλάω πάντα πάνω μου την Πολαρόιντ της προδοσίας μου.

---

Η Μαρίζα Κεραμίδα γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων, Ισπανική Φιλολογία, πήρε μάστερ στην Εκπαίδευση και κάνει διδακτορικό στην Εκπαίδευση εξ αποστάσεως. Εργάζεται στην εκπαίδευση και διαθέτει ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο. 

από αριστερά: Ανδρέας Αγγελάκης, Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, Γρηγόρης Βαλλιανάτος

Πέθανε την Παρασκευή 26/04/2013 ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, ο οποίος υπήρξε υπεύθυνος του περιοδικού «Αμφί» από το 1979 μέχρι το 1984 και μέλος του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλόφιλων Ελλάδας (ΑΚΟΕ).

Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος γεννήθηκε στην Άμφισσα της Παρνασσίδας το 1925. Πέρα από την ακτιβιστική δράση του και τη δουλειά του στο «Αμφί», ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος ασχολήθηκε με την ποίηση και τη λογοτεχνία από το 1954. Είχε εκδώσει εφτά ποιητικές συλλογές και δύο πεζογραφήματα, ενώ είχε μεταφράσει από τα Γαλλικά και τα Αγγλικά ένα μεγάλο αριθμό βιβλίων μεγάλων συγγραφέων και στοχαστών.

Η κηδεία του έγινε το Σάββατο, 27/04/2013 στο 3ο Δημοτικό Κοιμητήριο Αθήνας στη Νίκαια.


Πηγή: www.lifo.gr

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
Της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη

«Πιάσε ένα αυτόμελο» είπε ο ένας γέροντας στον άλλον κι ο σερβιτόρος έφερε ρακόμελο.
Κοιτάχτηκαν μ’ ένα μίγμα απόγνωσης και θυμηδίας, σερβιρίστηκαν κι έπιασαν τους λαρυγγισμούς, λες και τους έκαψε απ’ την πρώτη γουλιά. Ήχοι ένρινοι, ήχοι διαφραγματικοί, φωνήεντα, συλλαβές σε μήκος ατέλειωτων λέξεων.
Οι θαμώνες βουβάθηκαν σταδιακά. Κάτι πρωτογενές έβγαινε απ’ τους γέροντες κι απλωνόταν στο χώρο. Νέα παιδιά που στην αρχή χασκογελούσαν κατάπληκτα, έσκυβαν το κεφάλι με περίσκεψη, ψάχνοντας να καταλάβουν τα λόγια.
Δεν βγήκαν λόγια. Ο ένας γέροντας άρχισε να χτυπάει βαριά παλαμάκια. Χέρια ξερά, ήχος ξύλων οι χτύποι του, με το βλέμμα του καρφωμένο στον φίλο του.
«Νομίζω ότι προφέρουν τις βυζαντινές νότες» μου ψιθύρισε η φίλη μου.
Επιστρέφοντας σπίτι έψαξα το νόημα τους. Κάθε νότα είναι η πρώτη συλλαβή λέξεων ενός ψαλμού: Πά-λαι, Βου-ληθείς, Γά-λα, Δι-δαχών, Κε-φαλήν, Ζω-οδότης, Νη-πενθή, Πά-σαν.
Δύο μέρες μετά την εγκαθίδρυση της Χούντας του 1967, στις 23 Απρίλη, ήταν η Κυριακή των Βαΐων. Το μυθικό πτηνό Φοίνικας έγινε το σύμβολο των χουντικών. Κανένας δεν μπήκε λυτρωτής στη χώρα, κανείς δεν έκοψε φύλλα φοινικιάς, κανείς δεν άπλωσε μανδύα στο χώμα να τους υποδεχτεί.
Φέτος η Κυριακή των Βαΐων πέφτει στις 28 Απρίλη. Είναι η ημέρα που γεννήθηκε το 1908, ο Όσκαρ Σίντλερ ο Γερμανός επιχειρηματίας που έσωσε 1200 Εβραίους απ’ το Ολοκαύτωμα. Και το 1941 γεννιέται ο Νίκος Μαστοράκης που το 1974, σε τηλεοπτική του εκπομπή του, κάλεσε μερικούς απ’ τους φοιτητές που συμμετείχαν στο Πολυτεχνείο και τους συνέλαβαν οι χουντικοί.
Θα ξαναπάω στο ταβερνάκι, ελπίζοντας να ακούσω άλλο ένα αυτόμελο. Και θα πιω ρακόμελο, να ξεχάσω ότι η αρχαία κνίσα κατάντησε τσίκνα.


Στο πάτωμα, Ροβέρτος Ζάππας

Στο πάτωμα ξαπλώνεις και καπνίζεις
τα τζάμια τρίζουν απ’ τη μουσική.
Χτυπώ την πόρτα. Δεν ανοίγεις,
στ’ αυτιά σου μόνο της ψυχής σου η βουή.

Μαύρο βινύλιο που γυρίζει το μυαλό σου
τρύπες στα χέρια σου και στην ψυχή
χαρτι που καιγεται το προσωπο σου
δεν ξέρεις πως έγινε η αρχή.

Μαύρο βινύλιο που γυρίζει το μυαλό σου
χλωμό χαμόγελο και βλέμμα στο κενό.
Μαύρο το σύννεφο, πνιγμενο το ονειρο σου
Πεφτεις ανασκελα και κοιτας τον ουρανο..


η φωτογραφία είναι έργο του Luis Beltrán με τίτλο "a sus pies"

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς

Άρχισα να ξηλώνω
τα ρούχα μου,
ώσπου έμεινα γυμνός
στη μέση του πουθενά
φωνάζοντας
σε μια γλώσσα άγνωστη
(έτσι κι αλλιώς
ποιος θα με καταλάβαινε;)
μα δεν με συνέλαβαν
για προσβολή δημοσίας αιδούς.
Για να σταματήσω τις φωνές
με κέρασαν αψέντι
και μ' έντυσαν στην τρίχα,
όμως τα κορδόνια μου
δεν ταίριαζαν
με την γραβάτα τους.
Δεν άφησα ρέστα
για πουρμπουάρ.
Δεν σκόνταψα διαγωνίως.


 Ιανός

Πολυκατοικία πια
η γειτονιά μας,
το ασανσέρ κολλημένο
μεταξύ ρετιρέ
και ουρανού
κι εμείς μέσα
συνωστισμένοι άνετα,
χωρίς ανάσα
(και χωρίς σήμα
το κινητό μας),
στο παραπέντε απόδρασης
από το savoir vivre
σαν έτοιμοι από καιρό
για περιπτύξεις
(πότε προλάβαμε άραγε
να ερωτευτούμε;)
στο απόγειο
μετέωρων βημάτων,
στο υπόγειο
ημι-διλημμάτων
του Ιανού.


Δούναι και Λαβείν

Σκάψαμε με τα χέρια
το χώμα της ανάστασης
(μήτρα ζωής η γη
υιών και θυγατέρων),
ποτίζοντας ρίζες
που αλωνίσαμε
(δούναι και λαβείν
κατά φύσιν
κεκτημένα),
ξεθάβοντας νεκρούς
που αφορίσαμε
(δούναι και λαβείν
παρά φύσιν
τεκταινόμενα).

Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ του Σωτήρη Παστάκα
την κριτική αναδημοσίευσε η εφημερίδα "Ελευθερία" στο φύλλο 32.001 της 25/4/2013

Η υποβόσκουσα μελαγχολία του Θανάση Ζέρβα, που καλύπτει τη σκηνή και διαχέεται στο κοινό, δίνει τον σωστό τόνο σε όλη την παράσταση που διασκεύασε και σκηνοθέτησε ο Ανδρέας Ανδρεόπουλος για τον «Χορίαμβο» της Λάρισας. Η ερμηνεία του Σάυλοκ, που είχαμε την τύχη να απολαύσουμε, χαράχθηκε στη μνήμη μας για την εσωτερική ένταση και την πάλη που έδωσε ο Θανάσης Ζέρβας με τα στερεότυπα του συγκεκριμένου Σαιξπηρικού έργου: τον «κακό εβραίο», τον τοκογλύφο, τον αμείλικτο διώκτη με την παράλογη απαίτηση να ζητήσει μια «λίβρα κρέας» από τον δανειολήπτη του, τον εξαναγκασμό του από το δικαστήριο να ασπασθεί το χριστιανισμό και να αλλαξοπιστήσει, τελικά. Ένας δύσκολος ρόλος με συνεχή εναλλαγή συναισθημάτων που ο Θανάσης Ζέρβας υπηρέτησε με το σοφό και μελαγχολικό τονισμό και την εναρμονισμένη σκηνική του παρουσία.

Ο Ανδρέας Ανδρεόπουλος με το σωστό αποστασιοποιημένο ύφος του στο διπλό ρόλο του Αντόνιο και του Δούκα της Αραγωνίας, μας έπεισε για όλα τα δεινά που μπορούν να πλήξουν έναν καθώς πρέπει επιχειρηματία κι έναν αποτυχημένο εραστή. Την στωικότητα, με την οποία λίγο-πολύ έχουμε οπλισθεί όλοι μας, κατά το τέταρτο μνημονιακό έτος του βίου μας...

Ο Βασίλης Καρμίρης και αυτός σε διπλό ρόλο,  γεννημένος Λανσελότος, μας παρασύρει σε αυθόρμητο γέλιο: παλιά ψυχή, μεσαιωνική φυσιογνωμία με την πλατιά του μύτη,  το αδύνατο κι ευλύγιστο σώμα του, τον εγγαστρίμυθο   λόγο του, που ξαφνικά πάλλεται από ένταση ψυχής στο Σαιξπηρικό μονόλογο, μία «ξώφαλτση» κορύφωση του κειμένου όπου ο Σαίξπηρ μας κλείνει πονηρά το μάτι.

Την low-budget  παράσταση που με περισσό θάρρος ανέβασε ο Ανδρέας Ανδρεόπουλος,  πλαισιώνουν με το μεράκι τους και τον υγιή ερασιτεχνισμό οι Φανή Χουλιάρα, Βασιλική Δούφα, Χρήστος Σκρέκας, Βάνα Καταραχιά, Θοδωρής Κανάκης, Χριστίνα Χαλεπούδη, και Δημήτρης Ακριβούλης.

Μετάφραση: Τηλέμαχος Μαδουτσάκις
Διασκευή-σκηνοθεσία: Ανδρέας Ανδρεόπουλος
Μουσική-σκηνικά: Βασίλης Λούγγος
Κατασκευή σκηνικού: Αντώνης Σοφός
Κουστούμια: ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου, Ελένη Ψύρρα
Φωτογραφία: Αποστόλης Ντόμαλης
Φωτισμοί: Παπαδούλη Θεοδώρα
Τελευταίες παραστάσεις έως την Κυριακή 28/4, στον Πολιτιστικό Σύλλογο «Χορίαμβος».

Αρθούρος Ρεμπώ, Ξεπούλημα
(μετάφραση Κώστα Ριτσώνη)

Για πούλημα αυτό που οι Εβραίοι δεν έχουν πουλήσει, αυτό που ούτε η αρετή ούτε το έγκλημα το έχουν δοκιμάσει, αυτό που το αγνοούν ο καταραμένος έρωτας και η σατανική αγαθότητα των μαζών, αυτό που ούτε ο χρόνος ούτε η επιστήμη το έχουν αναγνωρίσει.
Οι φωνές που ξαναϊδρύονται, η αδελφική έγερση όλων των ενεργειών χορικών και ορχηστρικών και οι ακαριαίες τους εφαρμογές, η ευκαιρία, μοναδική, να ελευθερώσουμε τις αισθήσεις μας !
Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή ! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα ! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση !
Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές !
Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν !
Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις., άμεση παράδοση.
Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις,- και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο- και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.
Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα ! Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους νωρίς .



Του χρόνου, της Δέσποινας Δεληγιαννίδου

Ζούσε ανάμεσα στο πριν και στο μετά. Το τώρα ή μάλλον η απουσία του ήταν που δυσκόλευε τα πράγματα αλλά αυτό το αντιμετώπιζε με περισσότερα θα. Όχι, δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση αυτή, λύση ανάγκης θα την έλεγα που όμως δεν έλυνε τίποτα. Αντίθετα έδενε με κόμπους ολοένα σκληρότερους και με όρους ολοένα πιο σφιχτούς αμφίρροπα.
 Αμφίρροπα;
 Όχι, δεν είναι η κατάλληλη λέξη γιατί υπήρχε και τρίτος εμπλεκόμενος με ισχυρό τώρα, ανύπαρκτο πριν και ισχυρότερο μετά και δεν του έκανε κανένα καλό να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο τώρα, το πριν και το μετά. Χρόνο με τον χρόνο οι χρόνοι μπερδεύτηκαν, οι κλίσεις έγιναν εγκλίσεις, η συζυγία των ρημάτων απέκτησε χαρακτηριστική κλίση, οι φωνές παθητικές και ενεργητικές έγιναν δυνατές.


Να πως τα πράγματα κομποδέθηκαν και έφτιαξαν μια σούπα, που μακάρι να ήτανε βελουτέ αλλά καθόλου δεν έμοιαζε με τέτοια, με πρώτες ύλες δυστυχισμένες από την αταίριαστη συνύπαρξη.
Κι αυτή παρόλο που ασφυκτιούσε μισοβυθισμένη στη σούπα όλο και την ανάδευε μη τυχόν και πιάσει πάτο, πράγμα που δεν κατάφερε να αποφύγει, ίσως έτσι να είναι καλύτερα. Αναγκάστηκε λοιπόν να κόψει με το, μακάρι να ήταν σπαθί αλλά μόνο ένα ασθενικό σουγιαδάκι διέθετε, να κόψει λοιπόν με το σουγιαδάκι κόμπους, να πετάξει τη σούπα και να τρίβει, να τρίβει την κατσαρόλα ασταμάτητα κάτι που θα συνεχίζει μέχρι να μάθει να ζει το τώρα, να χτίζει το μετά.
Παρόλο που τώρα πια αναπνέει ελεύθερα και το πριν έχει μικρύνει, έχει ακόμα άλυτους κόμπους στο στομάχι, είναι γιατί της λείπει αφόρητα το τρίτο μέρος, χωρίς την παρουσία του δεν υπάρχει μετά.
ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ του Κωνσταντίνου Μελισσά


Μπήκα στον κόλπο σου γοργά σαν κυπρίνος

Όχι δεν είμαι ο άγιος των Χριστουγέννων κρίνος

Ούτε «αυτός» ούτε και «εκείνος»

αλλά το αιμοβόρικο, φθηνό σου κτήνος


που τη σάρκα και το πνεύμα σου θέλει να σκυλεύει

χωρίς στιγμή να διστάζει ή να λαθεύει.


Ένας επιβάτης δίχως εισιτήριο
σε αεροδρόμιο χωρίς διαβατήριο
δίχως εισπράκτορα να με ψέξει
χωρίς σημείο ελέγχου να με διαφεντέψει.


Το σχέδιο ζωής διαρκώς ανοικτό,
θα ‘θελα να ‘ξερα ποιο είναι αυτό;
Ταξίδια οι φίλοι, τα φιλμ τα νουάρ

κι η Φώφη να λέει «στο καλό Βικτουάρ».



Οι μέρες περνούν, βδομάδες τα χρόνια,

όλα τους σαν καλοπλυμένα σεντόνια

δεν γνωρίζω τι ψάχνω ούτε που θα το βρω
μάλλον θα πρέπει να καλέσω τον Ψ-ιατρό.



Δίχως ειρμό ταξιδεύουν οι σκέψεις

που ίσως εσύ μπορείς να προβλέψεις.

Μακάρι να ‘ξερα που με πάει ο νους.

Σε νέους κόσμους, μακρινούς, κοντινούς;
Ασημίνα Ξηρογιάννη. ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΑΚΑ

Περιμένοντας μωρό

Η κοιλιά μου μεγάλωσε πολύ '
Εγινε μπάλα που 'εβγαζε ήχους
Την αφουγγραζόμουν τα βράδια
Δεν ήξερα τίποτα '
Ενα μεγάλο ερωτηματικό
Μια αίσθηση επιρρεπής στην αβεβαιότητα.

******

Φοβάμαι τις λέξεις
που δεν είναι δεμένες με τα βιώματά μου.
Έξω από μένα.
Σαν όνειρα ακυρωμένα.
Σαν απωθημένα.

*******

Το να βάζεις τίτλους στα ποιήματα
είναι όπως όταν βάζεις όρια στις ανθρώπινες σχέσεις.

*******

Θέλω να πάρω ένα δρόμο.
Να πω:<Θα πάω από δω>
και να πάω.

**********

Ένα γράμμα


Αγάπη μου,
ποτέ δεν γράφεις βιβλία με καλό τέλος
Πάντα φοράς μόνο σλιπάκι σου όταν κοιμάσαι
Δεν σου αρέσουν τα ρεμπέτικα τραγούδια
Το χιούμορ σου είναι εκλεπτυσμένο
και σου αρέσει να σε προσφωνούν ''κύριε καθηγητά''
Και όταν σου μιλάω
προσποιείσαι ότι με ακούς.

******

Το ποίημα που ζητά να του δοθεί υπόσταση

Εσύ καθόσουν σε μια πολυθρόνα
και διάβαζες ποίηση(W.H. Auden ήταν νομίζω)
Eγώ οκλαδόν στο πάτωμα
ακουμπούσα με τον αγκώνα μου
το γόνατό σου
Χάζευα-δεν ξέρω -και σε κοιτούσα
Κανένας μας δεν μιλούσε.

(Αυτό ,´απ'ότι θυμάμαι είδα χθες βράδυ στο όνειρό μου)

***********

Ερωτικό

Σκαρφαλώνεις πάνω στα μέλη του
χορεύεις στην κοιλιά του
γλείφεις τον φαλλό του, γράφεις ποιήματα για τον φαλλό του,
περπατάς πάνω στο κεφάλι του
ρουφάς τις πληγές του στωικά
μέχρι να τις γιατρέψεις...

***********

Ανύποπτα κινούμαι μες στο χρόνο.
Σαν σκιά φύλλου που γλυστράει ανώδυνα στο δρόμο.

*************

Ώρες ακίνητη πάνω σε ένα κρεβάτι να τον περιμένεις.
Παγιδευμένη σε έναν άρρωστο έρωτα
πιο εθιστικό και απο το πιο σκληρό ναρκωτικό.
Εικοσι χρόνια χαμένα (αυτή είναι η λέξη τελικά)
Εσύ να καις τη ζωή σου γενναιόδωρα
(Γιατί;Ξέρεις ότι θα΄χεις κι άλλη;)
Aυτό ποτέ δεν το κατάλαβα ολόκληρο.Έν μέρει μόνο.

Πρέπει να νιώθεις πολύ μόνη,my love.
Σαφώς δυστυχισμένη.
Ως το τέλος.(Ποιό θα ΄ναι;)


Η τιμή της αποξένωσης
(ή αλλιώς : η δύσκολη σχέση με τον κόσμο)

[ σύντομη και τμηματική παρουσίαση
της ποιητικής συλλογής
της Δήμητρας Αγγέλου
με τον τίτλο «ΣΤΑΖΟΥΝ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ»,
εκδόσεις Μελάνι, 2013 ]

………………………………………………………………………………………


        Το πρώτο βιβλίο με ποιήματα της Δήμητρας Αγγέλου κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες με τον τίτλο «ΣΤΑΖΟΥΝ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ», απ’ τις εκδόσεις Μελάνι. Ήδη απ’ το εξώφυλλο του βιβλίου μπορεί καθένας να αισθανθεί την «υπαρξιακή εξαίρεση» που ταλανίζει τα ποιήματα της Αγγέλου και κατά συνέπεια και την ίδια. Εξώφυλλο και οπισθόφυλλο βρεγμένα με το θλιβερότερο χρώμα των ματιών : το «υπόγκριζο» του ουρανού που αναγκάστηκε να φέρει στις πλάτες του την βροχή. Κι αμέσως στο πρώτο  ποίημα της συλλογής διαβάζουμε : «… Ότι το σπίτι μου κατοικείται μόνο από βροχή…» και λίγο πιο πάνω : «… Ότι είμαι αποκύημα καταιγίδας…», και η καταιγίδα είναι ο υπερθετικός βαθμός της βροχής. Και μέσα σ’ αυτή την πληθώρα του «υπόγκριζου» ένα μικρό στυγερό λευκό τρίγωνο (σαν σημάδι -προς έτι περαιτέρω απομονωτισμό - από στρατόπεδο συγκέντρωσης) μέσα στο οποίο βρίσκονται ασφυκτικά εγκλωβισμένα το όνομα της ποιήτριας και ο τίτλος της συλλογής.
    Καθένας που διαβάζει μία ποιητική συλλογή ξεχωρίζει, για τους όποιους δικούς του λόγους, κάποιες πτυχές. Στην δική μου ματιά καρφώθηκαν η αποξένωση (προσοχή : δεν έχουμε μοναξιά, που συνήθως βρίσκεται «αστικώς έκκεντρη», αλλά έχουμε αποξένωση, που συνήθως βιώνεται μετέωρη), η δύσκολη σχέση με τον έρωτα, με τους ανθρώπους, με τον κόσμο, με την ζωή, με τον θάνατο και κυρίως η συνεχώς εναλλασσόμενη σχέση με τις λέξεις.
    Ας αρχίσουμε την σκηνοθεσία του τοπίου της συλλογής με ένα απ’ τα κορυφαία, για μένα, ποιήματα της συλλογής : «Ανοίγει το στόμα / Κι αντί να σε καταπιεί ο κόσμος / Σε φυσάει δυνατά / Άγρια / Μετατοπίζοντας / Την εξορία σου / Όλο και πιο μακριά». Είναι διαρκές το αίσθημα της Δήμητρας ότι δεν βρίσκεται εντός. Οπουδήποτε εντός. Συχνά νομίζει πως ακόμη κι απ’ την μέρα είναι έξω : «Νιώθω πως βρίσκομαι έξω από τις μέρες», γράφει κάπου, μα ποτέ δεν γράφει το ίδιο και για τις νύχτες. Την ημέρα εξόριστη, την νύχτα αποξενωμένη. Η μοναξιά, η συνεχής αίσθηση και πραγματική κατάσταση της μοναξιάς, θα ήταν μια κάποια λύση, μα να που αυτή η αίσθηση (που δεν φαίνεται να υπάρχει με τον τρόπο που ξέρουμε εμείς οι άλλοι – εξάλλου όλη η ποιητική της ποιήτριας είναι το απέναντι μεταξύ εκείνης και των άλλων), αυτή η λέξη δεν αναφέρεται παρά μόλις δύο φορές στα ποιήματα. Αλλά όμως υπάρχει το έξω; Όχι βέβαια, όχι δυστυχώς, και τούτο το γνωρίζει με πόνο ψυχής η Δήμητρα. «… Όλα με περικυκλώνουν / Αφήνοντάς με έξω». Αυτό όμως δεν είναι ένα έξω ανάερο, μοναδικό, είναι ένα έξω περικυκλωμένο, θλιβερό. Άρα, λοιπόν, πάλι εντός ως αποξένωση, ως πεφταστέρι που γλείφει ραγδαία την ύπαρξη για να φωτίσει, «…Ειδικά αυτών που πέφτουν / Πάντα φωτίζουνε / ‘Όχι όμως τη ζωή / Όχι τη ζωή».
    Απ’ την άλλη, πάλι, ούτε την αίσθηση (με την λογοτεχνικά γοητευτική δύναμη) του περιθωρίου προσδίδουνε τα ποιήματα της Δήμητρας. Τα περιθώριο είναι εξαιρετικά (και δώστε τώρα την ετυμολογική σημασία στην λέξη εξαιρετικά) «αστικοκεντρικό», μόνο ως τέτοιο αναφύεται, μόνο ως τέτοιο αναγνωρίζεται, μόνο ως τέτοιο υπάρχει, μόνο ως τέτοιο λειτουργεί, ως ένα ομόκεντρο σύμπαν. Ίσως, έτσι, το περιθώριο να ήταν μια άλλη λύση. Όμως ούτε αυτό. Σε κανένα ποίημα της Δήμητρας δεν υπάρχει το λεγόμενο περιθώριο. Η Δήμητρα είναι και παραμένει πεισματικά μέσα στους όρους της καθημερινής ύπαρξης και ζωής. Τότε τι; Η Δήμητρα Αγγέλου είναι σύνορο. Και τέτοια είναι τα ποιήματά της. Ας την ακούσουμε : «Η ζωή μου κλείνει την πόρτα / Με αφήνει μέσα; / Έξω; …» Αυτοί ακριβώς οι στίχοι ζωγραφίζουνε το σύνορο, γιατί τι άλλο είναι το σύνορο αν όχι η διερώτηση κι εν τέλει η άγνοια του μέσα ή του έξω; Θυμηθείτε το μετέωρο βήμα του Marcello Mastroianni στην ταινία του Αγγελόπουλου, το οποίο μετά γίνεται το βλέμμα του Οδυσσέα. Γιατί μόνο σε τέχνη μπορούν να μεταμορφωθούνε τα σύνορα. Γιατί μόνο τα σύνορα γεννάνε τέχνη. Το σύνορο της Δήμητρας είναι τόσο απόμακρο (όχι τοπικά, μα εννοιολογικά), τόσο άγνωρο που ούτε να το εξηγήσει στους ανθρώπους μπορεί, ούτε να το κατανοήσει η ίδια είναι δυνατόν. Και κάπως έτσι γεννιούνται τα ποιήματά της. Το ίδιο κάπως έτσι αρχίζει και η δύσκολη σχέσης της με τον κόσμο και τις λέξεις. «… Κι ακόμη χειρότερα / Κινδυνεύω να πάρω το σχήμα των λέξεων που χρησιμοποιώ / Στην προσπάθειά μου να τις σκοτώσω», αλλού                          «… Δυσκολεύομαι γιατί κυμαίνομαι πάντα ανάμεσα στις λέξεις … Οι λέξεις που πνίγονται / Η μία μετά την άλλη…». Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι στίχοι αυτοί βρίσκονται σχεδόν (το σχεδόν είναι ένα βασικό γνώρισμα της Δήμητρας) στο τέλος της συλλογής. Δεν θα μπορούσανε ποτέ να προλογίσουνε ή να καθ/ορίσουνε την συλλογή, (ωστόσο και συνεπέστατα αντιθέτως διαβάζουμε σχεδόν στην αρχή της                  συλλογής : «... Μου αρέσει να μασουλάω τις λέξεις / Να τις καταπίνω …», εδώ βρίσκουμε την δημιουργική σχέση με τις λέξεις. Η τροφή παράγει ποιήματα), αντιθέτως, για να γυρίσω στους προηγούμενους στίχους, έρχονται στο τέλος της συλλογής για να ξεκαθαρίσουνε τα πράγματα. Οποιαδήποτε δυσαρμονία ανάμεσα στην Δήμητρα, στα ποιήματα, στους αναγνώστες, μπορεί να είναι μέχρι και αναμενόμενη. Γι αυτό γράφει κάπου προς το τέλος : «… Σε ξεβαπτίζω αγάπη / Με χαρμόσυνη τελετή / Σε κολονάτη / Κολυμπήθρα / Δακρύων». Εδώ θα βρούμε μια ακόμη δύσκολη σχέση (οι δύσκολες σχέσεις δεν σημαίνουν ούτε άρνηση, ούτε μίσος, αντιθέτως μπορεί να δείχνουνε μια ακαταπόνητη προσπάθεια συνεννόησης και επίλυσης) της ποιήτριας μ’ έναν απ’ τους πυλώνες του ανθρώπινου κόσμου. Τον έρωτα. Στο δεύτερο ποίημα της συλλογής η αγάπη γραπώνεται στα δόντια. Αφαιρούνται τα φωνήεντα και γίνεται βουβή. Προς το τέλος η αγάπη ξεβαπτίζεται. Στο ενδιάμεσο την ριψοκίνδυνη επιβεβαίωση της ψυχής και του κορμιού επιφορτίζεται ο έρωτας. Η Δήμητρα δίνεται ξεκάθαρα στον έρωτα. Πλέρια και ανοιχτά. Όχι ως λύση. Δεν θυσιάζει κάτι το τόσο ωραίο και φυσιολογικό στο βωμό της λύσης. Είναι πιότερο πιθανό η ίδια να θυσιάσει τον εαυτό της προκειμένου να μην χαθεί ίχνος ερωτικής αποκορύφωσης. « … Για εσένα άνοιξα τόσες τρύπες / Για εσένα βρέχομαι και κρυώνω / Για εσένα απρόσκλητε με ρήμαξα έτσι». Δεν επιθυμεί την λύση στο έρωτα (όχι, ο έρωτας είναι δικαιωματικά δικός της εξαρχής), εξάλλου γράφει : « Οι επιθυμίες μου είναι άσφαιρες…», αλλά ίσως να την περιμένει απ’ τον ουρανό. Στον έρωτα, το ξαναγράφω, θα θυσιαστεί, εκείνη που ξέρει πόσο πολύτιμες είναι οι πληγές και οι άλλοι που τις και της αρνούνται ακόμη κι αυτές και αντιγράφω ένα απ’ τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής : « Σου ζήτησα να μου φυτέψεις λίγα αγκάθια στο στήθος / Αρνήθηκες / Δε σ’ ενοχλεί που θα πονέσω / Δε σ’ ενοχλεί που σε πονάω / Αλλά που θα τ’ αφαιρέσεις από πάνω σου / Τα έχεις μετρημένα» Πώς να μην παραπονιέται, λοιπόν, αυτό το αιθέριο κορίτσι; : «Το χαμόγελό μου παραμένει ανοιχτό / Μόνο που δεν κατοικείται». Δεν θα βρούμε ποτέ κλάμα στα ποιήματα της Δήμητρας. Θα βρούμε παράπονο, θα βρούμε δάκρυ : «Κάποτε είχα δάκρυα / Σταλακτίτες έγιναν / Τόσο που έμειναν / Δίχως το δέρμα σου ν’ αγγίξουν», θα βρούμε μελαγχολία : «Η μελαγχολία έχει κρυσταλλώσει πάνω μου…», αλλά ποτέ ποταπό κλάμα και πάντα μια προσπάθεια φυγής χωρίς επιστροφή, έστω και χωρίς την δυνατότητα περπατησιάς. Μα αν είναι να γίνει έτσι τουλάχιστον ας γίνει ερωτικά : «… Ή ένας έρωτας να μου κόψει τα γόνατα / Ώστε να μην μπορώ να γυρίσω». Κι όμως δεν είναι ο έρωτας που κυριαρχεί στη συλλογή. Στα περίπου ενενήντα ποιήματα (μάλλον απρόσεκτα υπερβολικός αριθμός) συναντάμε τον έρωτα εμμέσως ή ευθέως όχι πάνω από δέκα φορές, διότι ο έρωτας εκλείπει : «Το φεγγάρι … / Έχει το σχήμα του έρωτα / Κι εκλείπει».
    Καθώς όλα σ’ αυτή την συλλογή συνδέονται και συγχέονται συμπαντικά μεταξύ τους η δύσκολη σχέση με τον έρωτα κρούει σήμα κινδύνου για την σχέση της Δήμητρας και με όλους τους συνανθρώπους, όλους τους συγκοινωνούντες αυτής της μεγάλης πόλης στην οποία η ποιήτρια γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει, της Αθήνας. Σε όλη τη διάρκεια της συλλογής διαπιστώνουμε την αδυνατότητα της ποιήτριας να συμπλεχθεί με τους ανθρώπους. Είτε εκείνοι την κοιτούνε παράξενα, είτε γελάνε μαζί της σαν να ήταν «κουρασμένος κλόουν», είτε αντιστρόφως προσπαθεί εκείνη (μα εδώ έχουμε προσπάθεια) να φορέσει ένα πρόσωπο, έναν εαυτό πιο κοντά στα δεδομένα των άλλων. Ας δούμε μερικές στιγμές αυτής της προσπάθειας : «… Θα λείψω λίγα λεπτά / Να βάλω έναν πιο άνετο εαυτό…», «Αφήνω τον εαυτό μου να διαλέξει ένα πρόσωπο / για σήμερα / Πρέπει να είναι ένα πρόσωπο πρόθυμο», «Πόσο θα παραμορφώσεις το πρόσωπό σου / Προκειμένου κάποιος να δει / Έναν ακόμη άνθρωπο», «…Κι έτσι αρμόζουμε άψογα στα κουτάκια της / πραγματικότητας…». Στα διάφορα κουτάκια της πραγματικότητας η Δήμητρα μπαινοβγαίνει όχι με πολύ άνεση, όχι με την ικανότητα του φιδιού, αλλά με κούραση και πόνο ψυχής και σώματος (δεν ξεχωρίζει η Δήμητρα την ψυχή απ’ το σώμα) και με αμφίβολα αποτελέσματα. Η ποιήτρια προσπαθεί να παίξει ισότιμα με τους συνανθρώπους (οι άλλοι τι κάνουν; δεν διαβάζουμε, μάλλον, πουθενά – εκτός κάποιων στιγμών ειδικών στις οποίες δεν θα αναφερθώ- κάποια “αρνητική” και πικρόχολη κρίση της Δήμητρας για τους άλλους), μα σχεδόν πάντα δεν το καταφέρνει (το πάντα δεν υπάρχει στην Δήμητρα, ή αλλιώς τίποτα δεν υψώνεται στην απόλυτη και ολοκληρωτική του άρνηση, όλα παίζουνε και παίζονται σχεδόν κι έτσι διανοίγεται η ελπίδα του ουρανού). Δεν τα καταφέρνει και γι’ αυτό και γράφει το συγκλονιστικό και σπαρακτικό ποίημα του ενός (εδώ είναι σημαντικός ο μονός αριθμός των στίχων) στίχου : «Ένας ανθρωποδαρμένος άνεμος είμαι».
    Ο άνεμος είναι γέννημα θρέμμα του ουρανού. Και η Δήμητρα τον αγαπάει τον ουρανό, ακόμη και βρόχινο, δεν πειράζει, αρκεί να είναι ουρανός. Γράφει : «… Υπάρχουν ουρανοί που πράγματι δίνουν κουράγιο…». Μα τι συμβαίνει όταν δεν βρίσκει ουρανό; Τι συμβαίνει όταν, όπως              γράφει : «… Δεν υπάρχει οξυγόνο»; Τότε διαπιστώνει (δήθεν ρωτάει για ν’ απαλύνει, όμως σίγουρα γνωρίζει) το εξής άδικο και απογοητευτικό : «Η ίδια όρεξη που είχα για τ’ αστέρια με κατάπιε;» Κι έτσι η Δήμητρα βιώνει και βιώνεται ως πεφταστέρι : «Το είπε μια γριά μάγισσα σαν ήμουνα μικρή / Το είδε ανάμεσα στα μάτια μου / Ένα πεφταστέρι / Εσύ θα πέφτεις / Θα πάρεις φωτιά…». Λαμβάνει, ως εκ τούτου, θέση στην σκηνοθεσία η δύσκολη σχέση της ποιήτριας με την ζωή και τον θάνατο, διάχυτη σε όλα τα ποιήματα και που συμπυκνώνεται σ’ ένα συγκλονιστικό δίστιχο : «Μόλις ξύπνησα / Καλή ώρα ν’ αρχίσει να πεθαίνει κανείς…» και το υπόλοιπο ποίημα που υπάρχει θα μπορούσε να μην είχε δημοσιευτεί, αφού στο δίστιχο που προανέφερα αρχίζει και τελειώνει το ποίημα. Σημειώστε : το «Μόλις ξύπνησα» δεν σημαίνει αναγκαστικά πρωί, όμως σίγουρα και εξαναγκαστικά σημαίνει αρχή. Ότι η αρχή θάνατος. Διαβάζουμε : «… Η γενέτειρα του θανάτου, η μήτρα της καταστροφής…». Υπάρχει ένα κείμενο του Samuel Beckett,  δεν θυμάμαι πιο, στο οποίο ο ήρωας είναι ένας άντρας που περιμένει με αγωνία, μονολογώντας,  την γέννηση του παιδιού του. Μόλις εκείνο γεννιέται ο άντρας αναφωνεί     (τσιτάρω από μνήμης) : επιτέλους όλα “τελειώσανε”. Δεν γνωρίζω αν η ποιήτρια έχει αυτό το κείμενο κατά νου, πάντως η σύμπτωση δονεί απανωτά ρίγη.
    Ωστόσο, κι αυτό θα πρέπει να τονιστεί, η ποιήτρια δεν είναι πεισιθανάτια φιγούρα. Δεν εμφορείται από καμία θανατολαγνεία (η οποία συνήθως λειτουργεί ως η μάσκα της εγωιστικής απόλαυσης της καθημερινότητας). Όσο δύσκολη είναι η σχέση της Δήμητρας με τη ζωή, άλλο τόσο δύσκολη είναι και με τον θάνατο, σχέση δύσκολη που την επιστρέφει με «…Ένα γερό σπρώξιμο…», όπως γράφει, στα μποστάνια της ζωής. Τούτο το διαπιστώνει ο αναγνώστης, εκτός των άλλων, και με ένα ποίημα αρκετά δύσβατο προς ερμηνεία, παρ’ όλο που φαίνεται απλό : «Δεν με τρομάζει ο θάνατος / Μόνο που μοιάζει να έχει πολλαπλασιαστεί / Δεν πρόκειται για έναν θάνατο / Αλλά για μια αρρώστια, μια μόλυνση / Ένα τοπίο ζωής / Όπου τίποτα δεν είναι ζωντανό / Και τίποτα δεν είναι νεκρό / Ένα τοπίο ζωής όπου όλα πεθαίνουν»
   
Έρωτας, θάνατος, ζωή, ουρανός συνθέτουν έναν καμβά ιμπρεσιονιστικής εξομολόγησης οπού όλα συνυπάρχουν στάζοντας το καθένα την δηλητηριώδη δόση του. Για παράδειγμα διαβάζουμε την χρωματική σύμπλευση έρωτα και ουρανού σ’ αυτό το ποίημα : «Το μόνο μέρος στον κόσμο όπου δεν φοβάμαι μη χαθώ / είναι το κορμί σου / Έχεις μια πυξίδα που δείχνει πάντα ουρανό»

    Υπάρχουν και άλλες πτυχές στα πολυεπίπεδα ποιήματα της Δήμητρας Αγγέλου. Η σχέση με τους γονείς, η μητρότητα ως ζήτημα της ιδίας της ποιήτριας, η τρέλα, οι αυτοτραυματισμοί (ηθελημένοι ή όχι κανείς δεν γνωρίζει, ούτε η ίδια). Δεν θα τα αναπτύξω. Δεν μ’ αρέσουν τα κείμενα φυλακές.

    Ας σημειώσω όμως και μερικές μου διαφωνίες. Πρώτα πρώτα διαπιστώνει κανείς ότι σε πολλά ποιήματα υπάρχει μια διολίσθηση φλυαρίας. Πολλές φορές νομίζουμε ότι έχουμε πολλά να πούμε. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι θέλουμε απλώς να γράψουμε πολλά, παρασυρόμενοι απ’ τον καταρράκτη των λέξεων. Παρά ταύτα οφείλω να αναγνωρίσω πως η ποιήτρια χρησιμοποιεί με μεγάλη άνεση την γλώσσα απλά (όχι απλοϊκά), σωστά και ρυθμικά χωρίς να καταφεύγει σε στείρα λογοπαίγνια, χωρίς να κρύβεται πίσω από κολπάκια της γλώσσας (πλην ίσως δύο ή τριών στιγμών που διαπιστώνουμε κάποιες «έξυπνες αντιστροφές» του λόγου μάλλον ανούσιες εν τέλει). Η συμπύκνωση στην ποίηση είναι εφόδιο μακροζωίας. Επίσης διαφωνώ με τον υπερβολικό αριθμό των δημοσιευθέντων ποιημάτων. Κατανοώ πλήρως το πάθος της γραφής και την αγάπη του γράφοντος για κάθε δικό του ποίημα, όμως όποιος/όποια δημοσιεύει οφείλει να σέβεται και τον αναγνώστη και να του προσφέρει τους καλύτερους των καρπών του, αντί να τον αναγκάζει να πρέπει μόνος του να τους αναζητήσει. Τέλος διαπίστωσα μερικές φορές έναν πρόχειρο θαυμασμό στην εφηβική και μεταεφηβική συναίσθηση των πραγμάτων, κάτι που δεν ταιριάζει σε μια ποιήτρια που δημοσιεύει το πρώτον στα 29 έτη της. Τούτο δυστυχώς γίνεται σαφές στον τίτλο της συλλογής. Θα προτιμούσα έναν όχι και τόσο λυρικό και σκουροστάλαχτο τίτλο.

    Η ποιητική συλλογή της Δήμητρας Αγγέλου αποτελεί μια συγκλονιστική στιγμή απόλυτης, άφοβης, ριψοκίνδυνης, ακραιφνούς, κατακρημνιαίας, εκτυφλωτικής και σφαγιαστικά ειλικρινούς, δίχως καμία προσποίηση, κατάθεσης ψυχής και ζωής. Σας προτείνω να την διαβάσετε.

    Δεν ξέρω κατά πόσο το κείμενο αυτό διεκδικεί εμβρίθεια. Δεν μπορώ να γνωρίζω κατά πόσο κατάλαβα τα ποιήματα της Δήμητρας Αγγέλου, πολύ δε περισσότερο την ίδια την Δήμητρα. Όμως αυτό το κείμενο γράφτηκε με προθυμία, ειλικρίνεια και αγάπη. Το κείμενο γράφτηκε στις 19/04/13 μέσα στο τρένο της επιστροφής μου απ’ την Αθήνα στην Λάρισα και μια μέρα μετά την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Δήμητρας Αγγέλου με τον τίτλο «ΣΤΑΖΟΥΝ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ». Το αφιερώνω στην Δήμητρα.
………………………………………………………………………………………………….

ΑΝΤΩΝΗΣ ΨΑΛΤΗΣ


   


” άνθρωποι της χειμωνιας”

1.καταχρεώθηκαν
την ξερή όψη αχρείων καθεστώτων
χωροφυλάκου κοψιά
να κυβερνά σκέψη και φρόνημα.Τότε
η ελευθερία
είχε τη χειμερινή της στολή
2.’Ολοι έπαιξαν στη μοίρα
μα ακόμα πλάθεται το προσωπό της
Πού θα κάτσει το ζάρι και θά ‘ναι ευνοϊκό
κανείς δεν είναι σε θέση να πει.
Κι ακόμα η μπίλια γυρνά
δεν ειπώθηκε το rien ne va plus
Κύριοι τάξετε με την ψυχή σας-
3.Τα πότισε μέσα αιώνας ψυχή ιώδιο
έγιναν ιερός καρπός μυθογονία
έτσι που σκιρτά απαλά η μνήμη
τρέμουν χορδές της θύμησης
4.Γυρίζω όλα τα φύλλα σαν τα γαλάζια
κύματα κατά την ακτή
μουλιάζουν οι αμμουδιές σκουραίνουν
απότομα ένας γλάρος χτυπά στο κύμα
αστράφτει ασημένιο του ψαριού

ώ βίαια του μεσημεριού μερίδα του ήλιου

Έκτωρ Πανταζής
Αγορά Λόγου
του Σωτήρη Παστάκα

«Και καθώς η τοποθέτηση του τόμου διατάραξε κάπως την ευθεία γραμμή των δύο διπλανών τόμων, ο Συμεών Μπακαμάρτε φρόντισε να αποκαταστήσει αυτή τη μικρή, και εξάλλου ενδιαφέρουσα, ασυμμετρία», γράφει ο Μασάντου ντε Ασσίς στον «Φρενίατρο» (μετάφραση Άννυς Σπυράκου, επίμετρο Δημήτρη Πλουμπίδη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1992).
Βγάζοντας ένα-ένα τα βιβλία από τις κούτες τής τελευταίας μετακόμισης και τοποθετώντας τα στα ράφια της βιβλιοθήκης δεν έχω χρόνο να αποκαταστήσω την ευθεία γραμμή μεταξύ των τόμων, τους αφήνω να ταυτίζονται με  την ασυμμετρία του βίου μου. Τα πιο δύσκολα αντικείμενα σε κάθε μετακόμιση είναι τα βιβλία, γι αυτό φροντίζω  να μεταφέρω όλο και λιγότερα, από σπίτι σε σπίτι. «Τα τοσαύτα βιβλία έχων, τι μάλιστα αναγιγνώσκεις αυτών»;
Το ερώτημα του Λουκιανού κάποιες τέτοιες κουραστικές στιγμές γίνεται απόλυτης προτεραιότητας: όσο μεγαλώνουμε κι επιστρέφουμε στις πρώτες μας αναγνώσεις, πόσα βιβλία μπορούμε να διαβάζουμε σχεδόν καθημερινά; Πόσα βιβλία μας είναι απαραίτητα; Τα περισσότερα θα παραμείνουν στις κούτες τους για να πάρουν το δρόμο για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ραψάνης κάποια στιγμή, για τις δανειστικές βιβλιοθήκες που ακόμα χωλαίνουν στη χώρα μας. Γιατί από το 2008 η βιβλιοπαραγωγή στη χώρα μας μειώθηκε κατά 30 τοις εκατό. Γιατί ο Ντοστογιέφσκι δεν είχε περισσότερα από 40 βιβλία στη βιβλιοθήκη του.

δημοσιεύθηκε στο "ποντίκι" , φύλλο 1753
28/3/2013

Ηλία Τσέχου, Αυτές οι διευθύνσεις αίμα

Τέμνοντας διευθύνσεις, φακέλους ΕΛΤΑ 23 Χ 32
Γνωστούς των ποιήσεων, φίλους, εχθρούς
Αποστέλλω βιβλία "Νόμοι Αφιερώσεων" 2012

Εις ανάμεσο αποστολών
Χαμογελούν απόντες
Στοιχήματα, κρωγμοί βιολογίας

Λάβετε, χαίρεστε Θόδωρε Αγγελόπουλε
Γιάννη Βαρβέρη, Αργύρη Χιόνη, Ζωρζ Σαρή
Δημήτρη Μητροπάνο, Αφιερώσεις Νόμων

Αυτές οι διευθύνσεις σας
Σαν αίμα έχουν ξεραθεί
Τον δρόμο δείχνουν

από τη συλλογή "Τα πλήθη του ενός", Κουίντα, 2013


 ***

Συγγραφέας :Νικόλας Μίχας
Τίτλος :(σ)το τέλος να φοβάσαι
Σειρά : Μικρά ποιητικά (5)
Σελίδες: 44
Επιμέλεια έκδοσης: Β.Ν.Πτωχόπουλος
Διόρθωση:Πόπη Μουπαγιατζή
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΙΓΑΙΟΝ
Λευκωσία


Στο βιβλίο του Νικόλα  Μίχα συνάντησα ένα χάσμα συναισθηματικών εποχών .Οι λογοτεχνικές καταβολές του 19ου αιώνα που έχουν τα ποιήματα ,φαίνεται  να πατάνε σε μια σύγχρονη διαφορετική πραγματικότητα.

Αδυναμία


Το όνομά σου έγινε ρήγμα στις γέφυρές μου
Κι οι ανοιξιάτικες μέρες έγιναν μέρες.
Φεύγεις. Έφυγες
Κι εγώ έμεινα φυγάς ή φυγόδικος. Την εγκατάλειψη
                                                            oνόμασέ την όπως θες.
Μα την αδυναμία πες την ερωτόπληγμα.
                      

Παρέλευση

Το πρόσωπο γερνάει, όπως και οι ιδέες
ρηξικέλευθες γνώμες παρέμειναν στους τοίχους
και το μόνο που αλλάζουν είναι η διακόσμηση.

Τα σπίτια δεν γκρεμίζονται στολίζουν την πόλη
και αποτελούν τη διαφορά στο
καθεστώς  ρουτίνας.

Δέντρα κόβονται, καίγονται
θάλασσες στερεύουν.
Οξυγόνο και νερό είναι η ανθρωπιά.

Ο μόνος που προσέλαβες πέραν  από το δολοφόνο
ήταν ένας ψεύτης,
για να καλύψει την ψευτιά

Χαμογέλασε λίγο κι ασ ’ την τραγωδία,
Ακόμη και σε αυτήν διαβάζεις προσωπεία .



Η μουσικότητα, ο έρωτας και η αισθαντικότητα δηλώνουν παρών στις περισσότερες σελίδες.

Χαικού

Με δάγκωσε το
φίδι  με της χαράς το
δηλητήριο.

Αθεράπευτη
πληγή δίχως να βρίσκω
αίτημα πόνου.

Έρως το είπαν
μα τότε ποια είναι η
θεραπεία της;

Μαράθηκε το
άνθος της καρδιάς γιατί
δεν χαμογελάς.

Αναπνέουμε
τον ίδιο αέρα μα
όχι τα φιλιά


Το βιβλίο είναι πρωτόλειο και ο ποιητής μόλις 19 χρονών . Η βιασύνη υπάρχει , όπως όμως και η προοπτική. 









Αγαπητέ κύριε ποιητή

Αγαπητέ κύριε ποιητή,

Να θυμάστε να φοράτε
συχνότερα
τα γυαλιά σας

εδώ τα πράγματα
δεν είναι ποτέ στο περίπου
και προπαντός έχουνε
σύνορα και γωνίες

γι’ αυτό σας παρακαλώ
μην εξαπατάσθε
και μας παρασύρετε

----------------

Αγαπητέ αναγνώστη,
Οι δικές μου οφθαλμαπάτες είναι μόνο
δικές μου!

ποιος σας είπε ότι μπορείτε να παίζετε
με την ιδιοκτησία
του καθενός;

εγώ για να ξέρετε ήθελα από μικρός
να αποκτήσω

μυωπία

Πέτρος Σκυθιώτης
 
«Ο Τελευταίος», της Μπελίκας Κουμπαρέλη
 
     Εργάζεται στο οπλοπωλείο από δεκαοχτώ χρονών. Είναι το ‘δεξί χέρι’ του αφεντικού, το ‘βλήμα’ του, το ‘παιδί’ του, το ‘αρχίδι’ του.
     Γνωρίζει τα όπλα τέλεια. Τα λύνει, τα λαδώνει, τα γυαλίζει και μετά τα ξαναβάζει με σεβασμό στις θήκες τους.
     Καμιά φορά, όταν το ‘μπουλντόκ’ λείπει, βγάζει μια μακροκάνη καραμπίνα και σημαδεύει τη φωτογραφία του στον τοίχο, με όλη την αγάπη που μπορεί να χωρέσει μια σφαίρα για αγριογούρουνο.
Το ωράριό του είναι ελεύθερο. Ό,τι ώρα θέλει πάει, ό,τι ώρα βαριέται φεύγει. Στην πραγματικότητα, ο χρόνος του αρκεί μόνο για μια ‘ριξιά’ στο μπουρδέλο της Μπέμπας κάθε Σάββατο. Τις Κυριακές κοιμάται κι ονειρεύεται πως κυνηγά με τα ‘κορίτσια’ το ‘μπουλντόκ’ χρησιμοποιώντας κάθε όπλο το καταστήματος.
     Εκείνη την Παρασκευή βγήκε για πρώτη φορά η αγγελία του ‘από ογδοηκονταετίας λειτουργούντος διασήμου οπλοπωλείου μας’, για να συμπέσει με την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου. Κόσμος πολύς, πελάτες με τα μάτια καρφωμένα στο όπλο των ονείρων τους, να αγοράζουν κάποιο φτηνότερο και ... βλέπουμε του χρόνου.
     Από τη φούρια τους, αλλά και επειδή όλοι σχεδόν, τα ίδια όπλα θαύμαζαν και δεν αγόραζαν παρά φτηνές απομιμήσεις τους, αποφάσισαν από κοινού, αφεντικό και υπάλληλος, να μην τα βάζουν στις θήκες τους, μέχρι να φύγει το λεφούσι.
     Μέσα στο συρφετό, δεν πρόσεξαν αμέσως τη γυναίκα με το βέλο. Μιλώντας με χαμηλή, μπάσα φωνή και δείχνοντάς τους την άδεια οπλοφορίας της, ζήτησε να δει ένα colt 33άρι. Χρόνια είχε να μπει στο μαγαζί τέτοιος πελάτης και το μπουλντόκ τα ‘χασε. Της έβγαλε δέκα, δεκαπέντε όπλα, το ένα ωραιότερο απ’ το άλλο. Κανένα δεν της άρεσε.
     Συγχύστηκε κι ανέβασε το βέλο για να εξηγηθεί καλύτερα. Τότε την έπαθαν όλοι. Μια θαυμαστική σιωπή απλώθηκε ανάμεσα στους άντρες. Το αφεντικό μούδιασε. Ο υπάλληλος ένοιωσε τέτοιο σοκ που, παραλίγο ν’ ανάψει μια ντουμ-ντουμ σφαίρα που κρατούσε, αντί για το τσιγάρο του.
     Όλοι την κοίταζαν άναυδοι περιμένοντας να διαλέξει. Τελικά εκείνη έδειξε ένα colt. Το ωραιότερο και το ακριβότερο του μαγαζιού, ένα απ’ τα σπάνια αποκτήματά τους, όπως  παπαγάλιζε το μπουλντόκ. Θα ‘λεγες πως το όπλο έπρεπε απαραιτήτως να ταιριάζει στη φινέτσα της, πως ο μόνος τρόπος να δικαιολογηθεί η πώληση αυτού του όπλου, ήταν μέσω μιας τέτοιας κατόχου. Κατασκευής του τριάντα, γνήσιο αμερικάνικο, με λαβή από φίλντισι, μέσα σε βελούδινη θήκη και ξύλινη κασετίνα. Το αφεντικό τραύλιζε την ώρα που μετρούσε τα χρήματα. Όσο έκανε το colt από μόνο του, κόστιζαν όλες μαζί οι καραμπίνες αυτής της τόσο εμπορικής μέρας. Της έδωσαν και τις κατάλληλες σφαίρες, αφού ο υπάλληλος της έδειξε, σε ένα άλλο colt, πώς γεμίζει.
     Το κλείσιμο του μαγαζιού βρήκε τον υπάλληλο μόνο, εξουθενωμένο από αφεντικό και πελάτες, μ’ ένα τρέμουλο που του έμεινε απ’ τη στιγμή που είδε τη γυναίκα χωρίς βέλο.
     Τα όπλα παντού, σκόρπια στους πάγκους κι αυτός να γνωρίζει πολύ καλά πως δεν του έφτανε όλη η νύχτα να τα ελέγξει και να τα βάλει στις θήκες τους.
     Έσβησε τα φώτα της ταμπέλας, άναψε το νυχτερινό λαμπάκι της βιτρίνας, τράβηξε τις κουρτίνες, να μη φαίνεται το μαγαζί ανοιχτό, κλείδωσε την πόρτα κι άρχισε την τακτοποίηση.
     Το μυαλό του έτρεχε. Έφτασε στα σαράντα χωρίς φίλους, χωρίς αγάπες, χωρίς λεφτά, χωρίς τίποτα. Οι γονείς του στο χωριό τον ξέχασαν, οι γείτονες δεν τον ξέρουν, γυρίζει τόσο αργά σπίτι του που προλαβαίνει να πεθάνει δίχως να μάθουν το όνομά του, να τον ανακαλύψουν απ’ τη μπόχα. Το μπουλντόκ είναι ένα καθίκι που τον δουλεύει ότι μαζί θα γεράσουν. Πώς ρε πούστη, αφού εσύ είσαι εβδομήντα κι εγώ σαράντα ;
     Στο χέρι του κρατάει ένα απ’ τα colt. Ξύνει το κεφάλι του με την κάνη. Προσπαθεί να συγκεντρωθεί στη δουλειά του, να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα. Κατουριέται. Πάει στον πίσω μεριά του μαγαζιού. Ανοίγει την πορτούλα, αφήνει το colt πάνω στο νιπτήρα. Τελειώνοντας κοιτιέται στον καθρέφτη. Παίρνει το colt και ξύνεται πάλι. Στο αυτί.
     Πατάει τη σκανδάλη.
            ***   
     Κανείς δεν ξέρει αν το όπλο ήταν γεμάτο. Τι μας νοιάζει άλλωστε;




Georg Trakl, Ψίθυροι το απόγευμα

Του φθινόπωρου τρέμει ο ήλιος και αδύναμα δίνει,
Κι οι καρποί απ ΄ τα δέντρα κυλάνε στη γη.
Μες σε χώρους γαλάζιους κατοικεί μια γαλήνη,
Μια σιωπή που ως το δείλι μένει εκεί.

Θανάτου πένθιμος αχός μεταλλικός ηχεί
Το ζώο το λευκό θα σωριαστεί , στο χώμα θα τσακίσει.
Και το τραγούδι κοριτσιών ηλιοκαμένων , το τραχύ,
Μέσα στων φύλλων τη ροή κι εκείνο θα σκορπίσει.

Το μέτωπο ονειρεύεται χρώματα του Θεού,
Της τρέλας νιώθει τις φτερούγες απαλά να το αγγίζουν.
Στο λόφο περιστρέφονται σκιές παντού
Από τη σήψη κυκλωμένες να μαυρίζουν.

Γεμάτο είν ΄ το δειλινό με ησυχία και κρασί
Κι ήχους κιθάρας θλίψης πονεμένης.
Στο σπίτι μέσα ,σε ώρα λάμπας σιγανή,
Σαν στ ΄ όνειρο εσύ θα μπαίνεις.

(μτφρ. Γιώργος Καρτάκης)

---

In den Nachmittag geflüstert

Sonne , herbstlich dünn und zag,
Und das Obst fällt von den Bäumen.
Stille wohnt in blauen Räumen
Einen langen Nachmittag.
Sterbeklänge von Metall ;
Und ein weißes Tier bricht nieder.
Brauner Mädchen rauhe Lieder
Sind verweht im Blätterfall.
Stirne Gottes Farben träumt,
Spürt des Wahnsinns sanfte Flügel.
Schatten drehen sich am Hügel
Von Verwesung schwarz umsäumt.
Dämmerung voll Ruh und Wein ;
Traurige Guittaren rinnen.
Und zur milden Lampe drinnen
Kehrst du wie im Traum ein.
Τα Χρυσά Φτυάρια #1

--------------

Συγγραφέας: Σπύρος Καμπάδαης
Τίτλος: Ανταπόκριση από πλανήτη ψυχή
Σελίδες: -69-
Εκδόσεις: www.vakxikon.gr
Σειρά: Βακχικόν Ποίηση – 22
Πρώτη έκδοση: Μάρτιος 2013
Σχεδιασμός Έκδοσης και Εξωφύλλου: Vakxikon.gr


Του ιδίου
Διαπόμπευση, Αλφειός 2004,Vakxikon.gr 2013
Γιατί καθετί που πουλιέται δεν έχει καμιά αξία, Ash in Art 2007, Vakxikon.gr 2013
Με την Τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι;, Αλεξάνδρεια 2010, Vakxikon.gr 2013 


Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Σταύρου Καμπάδαη, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς, είναι ότι η ποίηση του συμβαδίζει με τις αρχές που επιτάσσει το σύγχρονο ποιητικό ρεύμα. Ο λόγος του είναι πυκνός, ενίοτε σύντομος. Άλλοτε εκτενής αλλά πάντοτε λιτός, χωρίς περιττές λέξεις. Τα νοήματα είναι ευδιάκριτα ενώ τα τέλη των ποιημάτων είναι εύστροφα και ενίοτε καταλήγουν σε φιλοσοφήματα.

Τώρα ξέρεις/Ο έρωτας/Ο θάνατος/και η μοναξιά/έχουν την ίδια μάνα
(σελ. 45)

Στα ποιήματά του, συναντούμε περιγραφές αντικειμένων που περιβάλλουν τον άνθρωπο σε καθημερινή βάση. Πράγματα χειροπιαστά• ένα τσιγάρο, ένα ρολόι, κάποιες πλαστικές καρέκλες:

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ


Θέλω να πάμε
για ένα καφέ
ελληνικό μονό
Σε μια πλατεία
με τα τσίγκινα
παλιά τραπέζια
και τις διαλυμένες πορτοκαλί
πλαστικές καρέκλες
Με τον Καρούζο
Τον Σαχτούρη
Τον Αναγνωστάκη
Τον Κατσαρό
και όταν σηκώνουμε το χέρι
να πιούμε τον καφέ
από τα άσπρα φλιτζάνια
να βλέπουμε
ποιανού
χέρι
τρέμει πιο πολύ.


Άλλοτε συναντούμε ποιήματα υπαρξιακού περιεχομένου που ξεδιπλώνονται χωρίς να ξεφεύγουν ωστόσο από το άξονα του ποιήματος προς κάτι εντελώς αφηρημένο. Ακόμα και εδώ ο ποιητής παραμένει προσηλωμένος στην κεντρική ιδέα του ποιήματος:

ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΧΑΘΕΙΣ


Ο άνθρωπος
ήρθε από τον πίθηκα;
Η γάτα
πώς καταφέρνει
με όλες
αυτές τις βρωμιές
και ζει κανονικά
χωρίς
συν και πλην
Εμείς
γιατί δεν μπορούμε
λεπτό να ησυχάσουμε
Μήπως γιατί τα ζώα δεν γνωρίζουν
πως υπάρχει στοπ
ενώ εσύ
γνωρίζεις το έργο
Άσχημο πράγμα
να ξέρεις το τέλος
βαριέσαι την πλοκή


Αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχηση στον αναγνώστη, αυτό είναι οι μακροσκελείς –συχνά- τίτλοι ποιημάτων και η αδυναμία συσχετισμού αυτών με το ποίημα καθαυτό.

Σε γενικές γραμμές, η «ανταπόκριση από πλανήτη ψυχή» του Σταύρου Καμπάδαη, είναι μια ποιητική συλλογή με πολλές καλές στιγμές, έξυπνες ιδέες και εύστοχη αποτύπωση αυτών πάνω στο χαρτί.

Στάθης Ιντζές







Φωνήεντα Σώματα


μάθαινα από μικρό παιδί
από τον Όμηρο ακόμα
πως τα φωνήεντα είναι επτά
όσες και οι μέρες της δημιουργίας σου
ξέρεις δεν έκανα ποτέ το συσχετισμό
μέχρι που αποσύρθηκα στη σκηνή μου
και άφησα τη δόξα στον Αγαμέμνονα
και τους υπόλοιπους
δε μιλώ για τους Αχαιούς
μιλώ για τους Τρώες σου
γιατί κι αυτοί παιδιά σου είναι
ταξίδεψα τότε ένα διάστημα
δε με αντιλήφθηκαν οι Μυρμιδόνες μου
κι έφτασα στην Καπερναούμ
σε πλησίασα με επτά φωνήεντα σώματα
και δε με δέχτηκες
τα άφησες να παίξουν κρυφτό μαζί σου
μα δεν είπες τίποτα
και περίμενα ένα σου λόγο...
γύρισα με τρεις θα ταν δε θα ταν αρκετές Μαγδαληνές
και έπεσες στα πόδια μου και με φίλησες
είπες " Ιδού τα φωνήεντα Ιδού οι μάνες τους "
πάρε τις Μαγδαληνές σου Αρχαίε
ήξερες ποιος ήμουν
και πορεύσου
πάρε τις Μαγδαληνές σου είναι ο σταυρός σου
και θα έπονται τα φωνήεντα
σαν έρωτας με ήχο βυζαντινό

Αχιλλέας Κατσαρός
"Draped Nude", Henri Matisse (1936)

Πύρρων  ο   Ύστερος
« τα ερωτιάρικα »

α΄

διαβήτης μόλις ανοιχτός
είκοσι μοίρες και πέντε το πολύ
κείμαι στο στρώμα γυμνός και καψερός
( το κάπως αεράκι δροσερό σιγοντάρει
τον βάρβαρο των όρχεων στεναγμό )

την προφητεία σου προσμένω
λες κι είμαι οιωνός


β΄

ξέρεις να με φτιάχνεις
και να μ’ αφήνεις στα κρύα του λουτρού
(επίσης ξέρεις)
μωρό μου
πόσο θ’ αντέξεις;
αφού πυρίμαχος εγώ ζω


γ΄

όσο πεθαίνω εσύ ζεις
όταν όμως το καταλάβεις θα ’ναι αργά
γιατί εγώ θα ’μια πια νεκρός
κι εσύ
κάτι σαν ευτυχισμένη


δ΄

βάλθηκες ανήμερα πρωκτού
να μου κουρδίσεις τα μυαλά
σώνει και ντε να με διδάξεις
και να με φέρεις στα συγκαλά

στην υφαρπαγή σου γω δεν συναινώ
και τελευταία σου φορά στο τραγουδώ:

άλλο μια σουίτα στο πιάνο
μωρό μου
κι άλλο στο ξενοδοχείο


ε΄


άλυτα φιλιά
κολύμπι στα ρηχά

δεν έχουν μέσα τους ούτ’  ένα ποίημα


στ΄


ολόνυχτα σε γλείφω σα παστέλι
γεμάτο μέλι με ταχίνι

(όπως καταλαβαίνεις)
δεν κοιμάμαι


ζ΄

με της παλάμης την ανάστροφη
σφουγγίζω κόκκινο κρασί
όχι πολύ
όσο στα χείλη σου
αν σε φιλούσα
θα όριζε σπονδη


η΄

                        της  Ε


αλήθεια στο λέω
διαπίστωνα χθες
πως όλο και πιότερο
η ποίηση σε ομορφαίνει,
έστω και μια συλλαβή να σ’ αρέσει
γιατί μονομιάς θα στο πω
αδυσωπητασεποθώ


θ΄

το ηλιοτρόπιο το στήθος σου
ήλιο με κάνει και μένα

ι΄

να σουνα πεζοδρόμιο
να παραπατούσα


ια΄

(ασκήσεις χωρισμού)



από σήμερα
μοιράζουμε το κρεβάτι,
στα δύο.

ως τώρα πλάγιαζα στην άκρη
κι άπλωνες εσύ κορμί















Φωτογραφία ανωνύμου

 Φώτα στη μαρκίζα

«Είμαστε όντα που μας κοιτάζουν, μέσα στο θέαμα του κόσμου» σημειώνει για μας ο Maurice Merlot-Ponty. Ας πούμε λοιπόν καθαρά ότι αν κάποιος είναι δειλός εραστής δεν έχει παρά να σβήσει το φως, γιατί αν φοβάσαι το βλέμμα στο φως, τότε χώνεται κάτω από τη κουβέρτα του υποσυνείδητου. Άλλωστε τις περισσότερες φορές ο ερωτικός λόγος προφέρει αλήθειες καλύτερα στη μοναξιά, ας πούμε εκείνες τις ώρες αναμονής σε κάποια όχθη, έστω κοντά σε ένα ρείθρο πεζοδρομίου. Σκέφτεσαι με εκείνη την νεκρική ύπνωση και χάνεσαι εκεί όπου δεν υπάρχει πια θέση πουθενά για σένα, “σε πιάνει μία ήπια αιμορραγία που δεν εκδηλώνεται σε κανένα μέρος του σώματος”, κάπως έτσι το λέει ο Roland Barthes. Δεν έχεις άλλη επιλογή, βγαίνεις εκτός της επιρροής του μοιραίου. [παύση, εισπνοή, αλλοτινό βίωμα] Τα παιδιά τα είχαμε γνωρίσει στις τραμπολίνες. Αν δεν θυμάσαι σου λέω ότι ο χώρος των τραμπολίνων συνόρευε με την πρόχειρη εξέδρα. Τα βράδια μετά το δείπνο όποιος επιθυμούσε ανέβαινε και τραγουδούσε. Ανάβαμε φωτιές στις όχθες του Vaal τον μεγάλο παραπόταμο του Orange River. Κοιτάγαμε πέρα από τους θάμνους, πίσω από τις καμπίνες, την λατρεία του ήλιου, κορμάκια μαυρισμένα, γυαλιστερά. Την όμορφη μελαχρινή στη ξαπλώστρα, μαζί της ο ψηλός ο ξανθός, o κολλημένος στο βλέμμα της, πρόκειται για στρατηγική ανοιχτού αφηγηματικού κειμένου, μια επίκληση που περιμένει επαλήθευση. Μια ρομαντική ανοιχτοσύνη. Ψίθυροι που διαστέλλονται και την επομένη συστέλλονται αυτά θα μπορούσα να σημειώσω σε μία οικογενειακή εκδρομή των νοτιο-αφρικανικών παιδικών μου χρόνων. [ανάσα, δισταγμός, έντονη επιθυμία] Γλίστρησε το βλέμμα του ανάμεσα στις γυμνές γυναικείες γάμπες και στάθηκε στο αριστερό μέρος της φωτεινής μαρκίζας που αναβόσβηνε κάτι που• το εξέλαβε σαν πρόσκληση, μάζεψε το κουρασμένο σώμα του μεταφέροντάς το στην είσοδο, μπροστά στην κλειστή μεταλλική πόρτα. [πεντέμισι και κάτι θρυμματισμένα όνειρα] Όλοι έμαθαν το κυρίαρχο στα πρωτοσέλιδα και δεν έχουν ιδέα ποιον έχουν πίσω τους θαμμένο. [Joseph Konrad] The artist appeals to that part of our being… which is a gift and not an acquisition –and, therefore, more permanently enduring. [ψίθυροι και πάλι] Ένιωθα τους άλλους να μισοκοιμούνται πλάι μου καθώς συγκέντρωνα το βλέμμα στο τρεμάμενο φως του επιτραπέζιου φωτός, έξω οι παφλασμοί γίνονταν νωχελικοί, φανταζόμουν τις γκριζογάλανες ανταύγειες της θάλασσας κι αυτή τη φορά δεν θα καταφέρω να καταγράψω καμία μυστηριώδη σχισμή, θα αγνοήσω τα πάντα για σήμερα [William Wordsworth] Strange fits of passion have I known: And I will dare to tell, But in the lover’s ear alone, What once to me befell.

©ο αγριμολόγος


Λήδα
Λόγια υψιπετή δε ξέρει,
Μα στήθος λευκό προτεταμένο έχει
Και φιλήδονα αναστενάζει
Κάτω από το μουσελίνας το μαντίλι
Τα πέλματα της γυμνά
Τα μάτια της ανάλαφρα σχιστά,
Γι’ αυτό η καρδιά πιστή πετά
Προς τον αμφίσημο μαγνήτη το δικό τους.
Όταν οι φίλες τραγουδούν
Γύρω του μεσονυχτιού, τη φωτιά
Εκείνη μένει σιωπηλή, με σταυρωμένα χέρια,
Μα θέλει τραγούδια μέχρι το πρωί.
Της κιθάρας η φωνή της είναι κατανοητή
Ως η ηχώ μοιραίων παθών,
Και λένε,  δεν είναι λίγες οι κηλίδες –
Των αφιερωμένων στην ασωτία νυχτών –
Στην γυναίκεια της συνείδηση.
Μόνο εγώ δεν την καλώ
Με χτύπο στο ξώστεγο συνθηματικό,
Τις νύχτες της δεν αγοράζω
Μήτε με έρωτα, μήτε με δαχτυλίδι.
Μα η εμφάνιση της είναι γλυκιά για μένα,
Όταν στο κοιμισμένο χωριό
Απλώνεται το πρωινό σκοτάδι:
Εκείνη έρχεται από μακριά
Σχεδόν αθόρυβα, σχεδόν λαμπερή
Θαρρείς και έδωσε  στον Άγγελο της Πτώσης
Το ελεύθερο της χέρι.
1921
Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©
http://samizdatproject.blogspot.gr
-----

ЛИДА
Высоких слов она не знает,
Но грудь бела и высока
И сладострастно воздыхает
Из-под кисейного платка"
Ее стопы порою босы,
Ее глаза слегка раскосы,
Но сердце тем верней летит
На их двусмысленный магнит.
Когда поют ее подруги
У полуночного костра,
Она молчит, скрестивши руки,
Но хочет песен до утра.
Гитарный голос ей понятен
Отзывом роковых страстей,
И говорят, не мало пятен –
Разгулу отданных ночей –
На женской совести у ней.
Лишь я ее не вызываю
Условным стуком на крыльцо,
Ее ночей не покупаю
Ни за любовь, ни за кольцо.
Но мило мне ее явленье,
Когда на спящее селенье
Ложится утренняя мгла:
Она проходит в отдаленьи,
Едва слышна, почти светла,
Как будто Ангелу Паденья
Свободно руку отдала.
1921
 
«Δυο άνθρωποι για να βρουν την ευτυχία, πρέπει να ακολουθήσουν το δρόμο της καρδιάς».
«Η ευτυχία είναι σαν τη σκιά μας. Όσο την κυνηγούμε, τόσο μας ξεφεύγει».
«Η ευτυχία ποτέ δεν βρίσκεται εκεί που ψάχνουμε να τη βρούμε».
«Ο έρως είναι από τα ισχυρότερα πάθη του ανθρώπου, γιατί υποδουλώνει συγχρόνως και το νου και την καρδιά και το σώμα».
«Ο έρως είναι ο ασπασμός των αγγέλων προς τα άστρα».


Μια και το fb δονείται ολόκληρο από ερωτικούς αναστεναγμούς σε μορφή πρόζας, ποίησης, ασμάτων και φιλοσοφικών στοχασμών, σκέφτηκα να προσθέσω κι εγώ το λιθαράκι μου με αυτές τις παραπάνω φράσεις που λίγο πολύ είναι ίδιες με αυτές που διαβάζουμε καθημερινά και, πώς να το κάνουμε, μας βοηθούν να διατηρούμε τις λεπτές ευαισθησίες μας.

Μόνο που αυτές οι φράσεις ειπωμένες πριν αρκετές δεκαετίες από δυο Έλληνες κωμικούς προκαλούν ακόμα το γέλιο, όσες φορές κι αν τους ακούσουμε να τις λένε. Μιλάμε για την ταινία «Τα κίτρινα γάντια» και την κουβέντα που έχουν ανοίξει ο Σταυρίδης και το Φωτόπουλο.
Επειδή πολλές φορές διαβάζοντας τέτοια γλυκανάλατα αποφθέγματα στο fb, νιώθουμε μια αηδία, μια ναυτία, ας δούμε πάλι τη σκηνή που οι δυο κωμικοί μας ανταλλάσσουν αυτές τις ατάκες. Θα μας κάνει καλό. Γιατί κάθε φορά που θα πέφτουμε σε τέτοια βαρύγδουπα αποφθέγματα, θα θυμόμαστε τον τρόπο με τον οποίο τα είπαν οι καλοί εκείνοι ηθοποιοί και θα ξεσπάμε σε γέλια.

Καίτη Βασιλάκου
 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA