«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής
Είχε οπωσδήποτε την ιδιότητα του οργανικού διανοούμενου, ήταν δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, μεταφράστρια, μια γυναίκα που παράλληλα με τον Μανόλη Αναγνωστάκη πορεύτηκε σε καιρούς και σε δρόμους δύσκολους, αναζητώντας μέσα σ' αυτούς τους δρόμους τα ιδανικά της Αριστεράς «που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης, με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά». Στάθηκε πάντα βράχος δίπλα στη διαδρομή του συντρόφου της ζωής της, όχι σε δεύτερο ρόλο, όχι συμπληρωματικά, αλλά με αυτοτέλεια και δικό της λόγο. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930 με καταγωγή από την Κρήτη και τη Μικρά Ασία. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία. Εργάστηκε ως βιβλιοπώλης στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε υπεύθυνη για την παρουσίαση κειμένων λογοτεχνίας και θεωρίας της λογοτεχνίας στο περιοδικό «Κριτική», ένα περιοδικό που άνοιξε νέους δρόμους σε καιρούς που ο διαφορετικός λόγος ήταν κατακριτέος στο χώρο της Αριστεράς και το πρώτο της κείμενο αφορούσε την ποίηση μιας άλλης μεγάλης Ελληνίδας, της Ελένης Βακαλό. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ενδοχώρα», «Νέα Πορεία» και «Χρονικό», ενώ συμμετείχε στην έκδοση του βιβλίου «Δεκαοκτώ κείμενα», μια τομή στην εκδοτική ιστορία της χώρας, στα χρόνια της δικτατορίας. Το 1996 τιμήθηκε για το σύνολο του έργου της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Την Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014, θα αποχαιρετίσουμε τη Νόρα Αναγνωστάκη, στις 2.30 μ.μ. απο το Νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου. Ο γιος της Ανέστης, που έχει επιδοθεί στο χώρο του βιβλίου, από μια άλλη υπεύθυνη θέση, από εκείνην του επιμελητή κειμένων, θα έχει να θυμάται πολλά και από τη Νόρα και από τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Οπως όλοι όσοι τους γνωρίσαμε.

Σαν χαιρετισμό, αναδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το κείμενο που είχε γράψει στα «Δεκαοκτώ κείμενα», την έκδοση που στέγασα τους πιο προικισμένους ανθρώπους των γραμμάτων στα χρόνια της δικτατορίας. Ενα απόσπασμα που δείχνει πολλά από τον τρόπο που σκεφτόταν και δρούσε η Νόρα Αναγνωστάκη σε όλη της ζωή: «Τώρα, για πρώτη φορά, βλέπω επιτέλους έναν παλμό ζωής στα λόγια μου, μέσα στην αξιοθρήνητη ειλικρίνειά μου. Παρατηρώ ότι χρησιμοποιώ λέξεις που τις σέβομαι, τις φοβάμαι, και δεν τις βάζω εύκολα στο στόμα μου ούτε όταν μιλώ: ανθρωπιά, ευσυνειδησία, ειλικρίνεια. Ο,τι ακριβώς ήθελα να είχα, αλλά δεν ξέρω αν μου δίνεται το δικαίωμα να το ισχυριστώ. Απ' αυτήν την απολογία βγαίνει ότι η ζυγαριά που κρατούσα είχε από τη μια μεριά το πάθος και το φόβο κι από την άλλη την απεγνωσμένη θέληση του χρέους. Ισως αυτή η προσπάθεια ισοζυγίσματος απέτυχε από καθαρά προσωπική μου ανεπάρκεια. Πέρασα μεγάλες φουρτούνες για να φτάσω σ' αυτή την ισοπεδωμένη έκφραση, σ' αυτό το φτωχό, κουτσουρεμένο, χιλιοψαλιδισμένο, γεμάτο από κενά σιωπής, κείμενο, το δυσκολότερο που έχω γράψει. Σκέφτομαι πως τα έργα του χρέους, όπως και τα έργα της φθοράς, ωριμάζουν αργά και είναι έργα ολόκληρης ζωής».
Στο καλό, Νόρα Αναγνωστάκη.

από

kathimerini.gr 

Άγιε Βασίλη,

Ελπίζω να είσαι καλά κι εσύ και η οικογένειά σου και οι φίλοι σου και οι τάρανδοί σου. Πώς τους λένε, αλήθεια, τους ταράνδους που σέρνουν το έλκηθρό σου; Ρώτησα τη μαμά και μου είπε ότι δεν ξέρει, και ο μπαμπάς είπε ότι οι τάρανδοι δεν έχουν όνομα και ο αδερφός μου, που με αγαπάει, είπε να ψάξουμε στη Βικιπαίδεια, για να βρούμε πληροφορίες. Και ψάξαμε και με άφησε να χτυπήσω κι εγώ τα πλήκτρα στον υπολογιστή. Έγραψα «Βασίλης τάρανδοι όνομα», αλλά δεν βρήκαμε τίποτε απολύτως. Και ο αδερφός μου, που του αρέσουν τα πολεμικά, είπε ότι είναι σαμποτάζ αυτό, επειδή οι τάρανδοι έχουν κέρατα και οι άνθρωποι όχι. Και στο ίντερνετ κουμαντάρουν, έτσι ακριβώς το είπε, όσοι έχουνε αυτιά και τίποτε στα κεφάλια τους. Είναι απαράδεκτο αυτό που συμβαίνει. Δεν μπορεί οι τάρανδοι να μην έχουν όνομα.  Πώς τους ξεχωρίζεις από τους άλλους ταράνδους, όταν θες να τους φωνάξεις; Ή άμα είναι ένας τάρανδος μαζί με μία αρκούδα και με μία αλεπού κι εσύ θέλεις να φωνάξεις τον τάρανδο, πώς τα καταφέρνεις; Ή άμα είναι πολλοί τάρανδοι μαζί, πώς φωνάζεις αυτόν που θέλεις;

Eμένα με λένε Παναγιώτη και τον αδελφό μου Λουκά. Δεν είμαστε το ίδιο και γι’ αυτό έχουμε και άλλο όνομα. Έχουμε κι άλλον έναν Παναγιώτη στην τάξη, αλλά αυτός έχει και άλλο επίθετο, αλλά και του αρέσουν και διαφορετικά πράγματα.  Αυτός αγαπάει το κολύμπι, ενώ εμένα μου αρέσει το μπάσκετ. Αυτός θέλει να γίνει γιατρός αλλά εγώ αεροπόρος. Αυτός αγαπάει τα μαθηματικά, αλλά εγώ είμαι καλύτερος στη Γλώσσα. Αυτός έχει αδυναμία στην τυρόπιτα, αλλά εγώ προτιμώ τη σπανακόπιτα. Αυτός βαριέται την Μπέτυ, αλλά εγώ τη βρίσκω πολύ συμπαθητική και έξυπνη. Θα σου πω και το άλλο επίσης. Στην τάξη του αδερφού μου έχει κι άλλον έναν Λουκά, που όμως έχει ακριβώς το ίδιο επίθετο με το δικό μας και τον πατέρα του τον λένε Μίμη, όπως ακριβώς και τον δικό μας. Αλλά σε πληροφορώ ότι δεν μοιάζει καθόλου με τον αδερφό μου.  Είναι θέμα προσωπικότητας. Τη λέξη αυτή μας την έμαθε ο μπαμπάς, όταν ο αδελφός μου του είπε ότι στην τάξη υπάρχει ένας ολόιδιος με αυτόν Λουκάς Κυριαζίδης του Μίμη. Ο μπαμπάς τού είπε πως δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο που να είναι ίδιος με κάποιον άλλον, ακόμη και όταν έχουν το ίδιο όνομα. Του είπε ότι κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός,  έχει δηλαδή… και τότε ο μπαμπάς μας έμαθε τη λέξη…  τη δική του προσωπικότητα και το ότι υπάρχει ακόμη ένας Λουκάς Κυριαζίδης του Μίμη στην τάξη είναι απλή συνωνυμία. Εσύ ξέρεις τι θα πει συνωνυμία,  Άγιε Βασίλη; Είναι όταν έχεις ακριβώς μα ακριβώς το ίδιο όνομα με κάποιον άλλον.

Εγώ έχω κι έναν θείο που τον λένε Βασίλη, όπως κι εσένα, αλλά αυτός δεν έχει έλκηθρο, είναι ψιλός και αδύνατος, δουλεύει σε μία πιτσαρία, έχει μία μηχανή και δεν φοράει κόκκινα. Ακούει μουσική ροκ και φοράει μαύρα και έχει και κορίτσι. Αλλά δεν ξέρουμε ακόμη αν θα το παντρευτεί, διότι πέρυσι χώρισε από ένα άλλο κορίτσι, που νομίζαμε ότι θα το παντρευτεί. Δεν είμαστε πλέον σίγουροι για τίποτε. Ενώ για σένα είμαστε σίγουροι ότι υπάρχεις! Η μαμά λέει ότι ο θείος Βασίλης, ο αδερφός της δηλαδή, είναι κατά του γάμου, γιατί λέει ότι μπορεί να αγαπάει κάποια γυναίκα και χωρίς να είναι παντρεμένος μαζί της. Χωρίς να πάει, δηλαδή, ούτε στην Εκκλησία ούτε στο Δημαρχείο, για να τον ευλογήσει ο παπάς ή να του πει συγχαρητήρια ο δήμαρχος, έτσι λέει η μαμά. Ρώτησα τη μαμά αν αυτό γίνεται, γιατί ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα, και μου είπε ότι γίνεται και αυτό, διότι η αγάπη είναι τόσο δυνατή, που μπορεί να σταθεί μόνη της στα πόδια της και να νικήσει τα πάντα. Και παπάδες και δημάρχους, έτσι είπε, και μου είπε ότι ο θείος Βασίλης τα είπε αυτά, την τελευταία φορά που τσακώθηκε με τη μαμά. Μου είπε επίσης ότι στους δύο τρίτος δε χωράει. Ούτε καν και ο ίδιος ο Θεός, που δεν ανακατεύεται καθόλου σε τέτοια πράγματα. Οι άνθρωποι είναι περίεργοι και κουτσομπόληδες και οι πεθερές  και τα σόγια και χώνουν τις μύτες τους στις υποθέσεις των άλλων, ο θείος Βασίλης τα είπε αυτά. Εσύ τα πιστεύεις αυτά; Ή είναι συνωνυμία και λέει αλήθεια ο μπαμπάς;

 Εμείς δεν ρωτάμε τίποτε πλέον το θείο Βασίλη για το θέμα αυτό, μας το έχει απαγορεύσει, άμα, λέει, θέλει να συνεχίσουμε να λέμε καλημέρα. Κι επειδή εμείς τον αγαπάμε, δεν ρωτάμε, μόνο νομίζουμε. Έτσι λέει η μαμά. Εσύ, δεν νομίζω, πάντως, να έχεις κορίτσι.  Δεν θέλω να σε πιέσω να μου πεις, η μαμά λέει να μην πιέζουμε, γιατί θα έχουμε ντράβαλα. Εγώ δεν σε έχω δει σε φωτογραφία ποτέ με κανένα κορίτσι. Εκτός και αν δεν θέλεις να μας το φανερώσεις και, όταν έρθεις για τα δώρα, θέλεις να μας κάνεις και έκπληξη με την κοπέλα σου. Πάντως, αν έχεις, σίγουρα θα είναι καλή και θα σε αγαπάει κι εμείς θα της προσφέρουμε και δίπλες και μελομακάρονα και κουραμπιέδες, αν τη φέρεις στο σπίτι μας.
 Όταν θα φέρεις τα δώρα, επειδή θέλω να σου πω πολλά, θα σε παρακαλούσα  να καθίσεις λίγο, για να σου τα εξηγήσω όλα αυτά και να μου συστήσεις και τους ταράνδους σου. Εσύ να τους πεις από τώρα ότι με λένε Παναγιώτη και τον αδερφό μου Λουκά, για να συνηθίζουν τα ονόματα. Να τους πεις ότι τους περιμένω και ότι στο σπίτι μας είμαστε φιλόξενοι και ότι οι γονείς μου θα μου επιτρέψουν να τους μιλήσω. Εγώ μιλάω και στους ανθρώπους και στα ζώα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, γιατί τα ζώα με καταλαβαίνουν. Μερικές φορές πιο πολύ και από τους ανθρώπους.

 Θα πω στον μπαμπά επίσης να ξεπαρκάρει το αυτοκίνητο και να βάλει μία κορδέλα γύρω-γύρω, για να μην πιάσουνε τη θέση και να παρκάρεις τους ταράνδους σου εκεί. Έχουμε πρόβλημα με το παρκάρισμα εδώ και ο μπαμπάς, πολλές φορές από φόβο, ότι δεν θα βρούμε να παρκάρουμε, δεν μετακινεί καθόλου το αυτοκίνητο. Πού θα παρκάρεις το έλκηθρο με τους ταράνδους; Μήπως δεν σε βολεύει η θέση του μπαμπά; Όχι πάντως στη γωνία, ξέρεις ποια λέω, γιατί περνάει λεωφορείο. Αλήθεια, το έλκηθρο τσουλάει στην άσφαλτο; Γιατί δεν έχουμε χιόνι εδώ πέρα. Αλλά, θα μου πεις,  μπορεί να έρθεις και από τον ουρανό και να προσγειωθείς όπως τα αεροπλάνα.

 Να σε ρωτήσω και κάτι  άλλο; Έχεις αρθριτικά; Σε ρωτάω γιατί έχω δύο επιλογές για δώρα, ένα που είναι βαρύ κι ένα που είναι ελαφρύ. Αν δεν μπορείς να σηκώσεις τα πατίνια…  ξέρεις ποια λέω, εκείνα τα μπλε με τον αητό που είχες φέρει πέρυσι στον Οδυσσέα, να μου φέρεις μόνον το κράνος, είναι πιο ελαφρύ αυτό. Σε αυτήν την περίπτωση, θα τα ζητήσω δώρο από τους γονείς μου στα γενέθλιά μου.  Αυτό θέλω για δώρο. Πατίνια και κράνος, ή μόνον κράνος, εάν έχεις αρθριτικά.
Να σου ζητήσω και μία χάρη; Επειδή, έφαγα όλο το χαρτζιλίκι μου από τα κάλαντα των Χριστουγέννων, για να πάρουμε με τον αδερφό μου, δώρα στον μπαμπά και στη μαμά για τα Χριστούγεννα, έχω μείνει αδέκαρος, και την Πρωτοχρονιά δεν θα πούμε κάλαντα, γιατί ο αδελφός μου θα έχει κάνει μία μικρή εγχείριση στο χέρι και απαγορεύεται να βγούμε έξω. Δεν με αφήνουν οι γονείς μου να πάω μόνος μου. Πρόκειται για την Μπέτυ… που σου έλεγα… αυτή που είναι πολύ συμπαθητική… που σου έλεγα… και έξυπνη… που σου έλεγα… και τραγουδάει ωραία και τα κάλαντα. Πού να την ακούσεις! Λοιπόν, σου είναι εύκολο να μου φέρεις και τρία μολύβια με χρώματα και λουλούδια, για να της τα δώσω, γιατί κάνει συλλογή με τέτοια; Δεν είναι βαριά αυτά. Θα της πω ότι μου τα έδωσες για κείνη. Κι ελπίζω να με φιλήσει.

Άγιε Βασίλη μου, σε περιμένω. Να δώσεις χαιρετισμούς σε όλους τους φίλους σου και στην οικογένειά σου. Και όπως είπαμε για την κοπέλα σου. Μην ξεχάσεις, επίσης,  αυτό που σου είπα για τους ταράνδους. Να μου πεις τα ονόματά τους, για να συζητήσω μαζί τους όπως συζητώ και με τα άλλα ζώα.


Παναγιώτης, Δευτέρα Δημοτικού

Θεσσαλονίκη

ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
(ΓΡΑΝΑΔΑ)


Στον Ντιέγο Μπίγας ντε Νταλμάου


Φαίνονται απ’ τα καγκελάκια,
εις το όρος, όρος, όρος,
τα μουλάρια κι οι σκιές τους
με ηλιανθούς γεμάτα.

Με τα μάτια στις σκιές μέσα
θαμπώνονται μεγάλη νύχτα.
Στις στροφές του αέρα τρίζει
το ξημέρωμα όλο αλάτι.

Ουρανός λευκά μουλάρια
υδραργύρου κλείνει μάτια
δίνοντας στον ήσυχο ίσκιο
τέλος ένα από καρδούλες.
Το νερό γίνεται κρύο
που κανείς να μην τ’ αγγίζει.
Νερό τρελό κι ακάλυπτο
εις το όρος, όρος, όρος.

Ο Μιχαήλ, όλο κεντίδια
Μες στην κάμαρα του πύργου,
δείχνει τα όμορφα του μπούτια
κυκλωμένος με φανάρια.

Άγγελος εξημερωμένος
μες στων δώδεκα το νεύμα
παίζει τη γλυκιά οργή του
από πτίλα κι από αηδόνια.

Ψάλει ο Μιχαήλ στα τζάμια,
Έφηβος νύχτες τρεις χιλιάδες,
μυρισμένος με κολώνια
και των λουλουδιών ο ξένος.

*     *     *
Στην ακτή χορεύει κύμα
ένα ποίημα από μπαλκόνια.
Και οι όχθες της σελήνης
χάνουν βούρλα, ήχους παίρνουν.
Του λαού κορίτσια φτάνουν
τους ηλιόσπορους που τρώνε,
μυστικοί μεγάλοι κώλοι
σαν από χαλκό πλανήτες.
Φτάνουν ψηλά παλικάρια
και γυναίκες όλο θλίψη
μελαμψές με νοσταλγία
ενός αύριο απ’ αηδόνια.
Κι ο δεσπότης της Μανίλας,
με σαφράν τυφλός και φτώχεια,
λειτουργάει σε σειρές δύο
για γυναίκες και για άντρες.

*     *     *

Ο Μιχαήλ μόνος βρισκόταν
μες στην κάμαρα του πύργου,
με κεντημένα μεσοφόρια
με καθρεφτάκια και πετράδια.

Μπαλονιών ο Βασιλέας
και του ένα, τρία, πέντε…
στο φέρσιμό του Μπερμπερίνος
με κραυγές και μπαλκονάκια.




Ήρθαν και οι τρεις κόρες του να γιορτάσουν μαζί του κι όπως τις σερβίρει, σκέφτεται μήπως πεθαίνει και δεν το ξέρει. Είχαν τρία χρόνια να βρεθούν. Απορεί, πώς έγινε αυτό; Ρίχνει μια ματιά στη φιλενάδα του που μιλάει με τα κορίτσια του και θυμάται: Εκείνη το οργάνωσε. Δεν ξέρει πως, αλλά την κοιτάζει με ευγνωμοσύνη.
Τέσσερις γυναίκες από είκοσι έως πενήντα μιλάνε, γελάνε, τρώνε κι αυτός, μια χαζοχαρούμενη μύγα, στριφογυρίζει, τις σερβίρει, βάζει μουσική, τις σηκώνει μία μία να χορέψουν μαζί του. Είναι χαμένος, είναι ευτυχισμένος, είναι αποβλακωμένος.
‘Οι γυναίκες μου’ λέει μέσα του και ξάφνου εμφανίζεται κι η μάνα του με την αδελφή του και κάτι του λένε, κι έρχεται και η πρώτη αγαπημένη του, εκείνη που όποτε την άγγιζε, του ζητούσε βύσσινο και το σιχάθηκε το βύσσινο για πάντα και έρχονται κι άλλες που δεν θυμάται καθόλου κι όλες κάτι ζητάνε που δεν καταλαβαίνει, κι ύστερα έρχεται κι η πρώτη γυναίκα του και η δεύτερη που κι αυτές κάτι θέλουν που πάλι δεν αντιλαμβάνεται, του μιλάνε σε γλώσσες που δεν ξέρει, ποτέ δεν έμαθε, γλώσσες γυναικείες, γλώσσες της αγάπης, του μίσους, του θυμού, της οργής, της προδοσίας,. Όλες κάτι λένε, κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβει, δεν θα έχει άλλη ευκαιρία και γυρίζει μια από δω, μια από κει, τις κοιτάζει, διαβάζει τα χείλη τους, όμως όχι, τίποτα, δεν ξέρει τι θέλουν, δεν ξέρει και φοβάται ότι πάλι θα φύγουν, πάλι θα τον αφήσουν ολομόναχο, πάλι θα μείνει στο τεράστιο σπίτι παρέα με την τηλεόραση και τα πορνοσάιτ στο λάπτοπ και όχι, δεν θέλει άλλη ερημιά, όχι, πρέπει να καταλάβει τι του λένε οι ζωντανές και οι νεκρές γυναίκες του, πρέπει να συγκεντρωθεί, να τους δώσει το χρόνο που απαιτούν, να τις ακούσει, να κάνει αυτό που ζητάει η κάθεμιά τους.
Απομακρύνεται λίγο απ’ το τραπέζι, κολλάει την πλάτη στον τοίχο, τις κοιτάζει, χαμογελάει, σκύβει το κεφάλι, κλείνει τα μάτια.
Ναι, επιτέλους τις ακούει.
«Καμπούριασα για σένα» η μάνα του.
«Το βύσσινο είναι πιο γλυκό από μένα;» η δεκατετράχρονη αγαπημένη.
«Έπρεπε να βρεις πώς να σ’ αγαπήσω» η πρώτη γυναίκα του.
«Μίλα μου, έχω κατάθλιψη» η αδελφή του.
«Δεν ήθελα φιλαράκι, ήθελα πατέρα» η μεγάλη του κόρη.
«Βολεύτηκες με την αρρώστια μου» η δεύτερη γυναίκα του.
«Μπαμπά, συγγνώμη που δεν βγήκα όπως ήθελες» η μεσαία κόρη του.
«Εγώ σας έχω όλους χεσμένους» η πιο μικρή.
«Πάντα αγαπούσες στη φαντασία σου» μια παλιά του φιλενάδα.
«Με πενήντα σου κάνω ό,τι γουστάρεις, μωρό μου» μια πουτάνα.
«Αν νομίζεις ότι θα μείνω επειδή μεγάλωσα και φοβάμαι τη μοναξιά, γελάστηκες» η τελευταία του αγαπημένη, αυτή που ένωσε τις κόρες του και τις έφερε να γιορτάσουν σπίτι του.
Κάποιες άλλες εξακολουθούν να μιλάνε σε άγνωστες γλώσσες όμως δεν τον νοιάζει πια. Του αρκεί που άκουσε τις πιο δικές του γυναίκες. Πλησιάζει το τραπέζι.
«Τι να σας πώ; Ζω σε ένα παράλληλο σύμπαν. Που και που ανοίγω το παράθυρο μου και κοιτάζω κατάμουτρα την πραγματικότητα. Και φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Όμως σας αγαπάω. Χωρίς εσάς είμαι νεκρός».

Τέσσερις γυναίκες τον κοιτάζουν βουρκωμένες. 
Photo by Diane Arbus

Νόμος, σαν Αγάπη  

Νόμος, λένε οι κηπουροί, είναι ο ήλιος
Ο Νόμος είναι εκείνος
Που υπακούουν όλοι οι κηπουροί
Την χθες, την σήμερον και την αυριανή.

Νόμος των γερόντων η σοφία
Των στείρων προγόνων η ασθενική φιλονικία·
Η γλώσσα η πρίμα των εγγονιών
Νόμος η λογική των νιών.

Νόμος, λέει ο δέσποτας με ιεροπρέπειας ύφος,
εξηγώντας σε ακατήχητο πλήθος
Νόμος είναι τα λόγια στο βιβλίο το ιερατικό μου
Νόμος είναι ο άμβωνας και το καμπαναριό μου

Νόμος λέει ο δικαστής καθώς κοιτάζει αφ’ υψηλού
Μιλώντας με σαφήνεια και σοβαρά απολύτως,
Νόμος είναι όπως στο παρελθόν σας έχω πει
Νόμος είναι όπως υποθέτω έχετε γνώση,
Νόμος είναι αλλά να το εξηγήσω άλλη μια φορά ας μου επιτραπεί
Νόμος είναι Ο Νόμος.

Ωστόσο γράφουν ακαδημαϊκοί εμβριθείς:
Ο νόμος δεν είναι εσφαλμένος ή ακριβής,
Ο Νόμος είναι εγκλήματα μόνο
Σωφρονισμένα από χώρους και χρόνο,
Νόμος είναι τα ρούχα που οι άνθρωποι φορούν
Πάντα, παντού,
Καλημέρισμα και Καληνύχτισμα ο Νόμος.

Άλλοι λένε, Νόμος η Μοίρα μας είναι·
Άλλοι λένε, Νόμος η Χώρα μας είναι·
Άλλοι λένε, άλλοι λένε
Νόμος δεν υπάρχει πια,
Ο Νόμος έχει φύγει μακριά.

Και πάντα το κραυγαλέα αγριεμένο πλήθος,
Πολύ θυμωμένο και πολύ ηχηρό,
Νόμος είμαστε Εμείς,
και πάντα ο μαλθακός ηλίθιος ήσυχα Εγώ όχι Εσείς.





Αν εμείς, φίλε, ξέρουμε πως δεν ξέρουμε για το Νόμο
Περισσότερα απ’ ότι αυτοί,
Κι αν εγώ δεν ξέρω περισσότερα από εσένα
Αν θα πρέπει να κάνουμε κάτι ή μη
Και μόνο συμφωνούμε όλοι
Μίζερα ή ευχαρίστως
Ότι Νόμος είναι
Που όλοι ξέρουμε αρίστως
Αν επομένως παράλογο φανεί
Με άλλη λέξη ο Νόμος να οριστεί,
Σε αντίθεση με τόσα μυαλά
Δεν θα πω Νόμος είναι ξανά,

Δεν αποσιωπούμε πιότερο απ’ όσο αυτοί μπορούνε
Την πανανθρώπινη θέληση εικασίας
Ή το ξεγλίστρημα απ’ την δική μας θέση
Σ’ ανέμελη κατάσταση ηρεμίας
Όμως μπορώ τουλάχιστον τα όρια να θέσω
Στην ματαιοδοξία σου καθώς και στη δική μου
Έχοντας ταπεινά να παραθέσω
Μια ταπεινή ομοιότητα εκ των έσω,
Που θα ’πρεπε γι’ αυτήν να περηφανευτούμε:
Με την αγάπη μοιάζει ας το πούμε.

Όπως στην αγάπη δεν ξέρουμε το γιατί ή το που,
Όπως την αγάπη αδύνατο να επιβάλλουμε ή να ξεφύγουμε αλλού,
Όπως στην αγάπη συχνά θρηνούμε,
Όπως την αγάπη σπάνια κρατούμε.



  
----







Law, Like Love   
Law, say the gardeners, is the sun,
Law is the one
All gardeners obey
To-morrow, yesterday, to-day.

Law is the wisdom of the old,
The impotent grandfathers feebly scold;
The grandchildren put out a treble tongue,
Law is the senses of the young.

Law, says the priest with a priestly look,
Expounding to an unpriestly people,
Law is the words in my priestly book,
Law is my pulpit and my steeple.

Law, says the judge as he looks down his nose,
Speaking clearly and most severely,
Law is as I've told you before,
Law is as you know I suppose,
Law is but let me explain it once more,
Law is The Law.

Yet law-abiding scholars write:
Law is neither wrong nor right,
Law is only crimes
Punished by places and by times,
Law is the clothes men wear
Anytime, anywhere,
Law is Good morning and Good night.

Others say, Law is our Fate;
Others say, Law is our State;
Others say, others say
Law is no more,
Law has gone away.

And always the loud angry crowd,
Very angry and very loud,
Law is We,
And always the soft idiot softly Me.




If we, dear, know we know no more
Than they about the Law,
If I no more than you
Know what we should and should not do
Except that all agree
Gladly or miserably
That the Law is
And that all know this
If therefore thinking it absurd
To identify Law with some other word,
Unlike so many men
I cannot say Law is again,

No more than they can we suppress
The universal wish to guess
Or slip out of our own position
Into an unconcerned condition.
Although I can at least confine
Your vanity and mine
To stating timidly
A timid similarity,
We shall boast anyway:
Like love I say.

Like love we don't know where or why,
Like love we can't compel or fly,
Like love we often weep,
Like love we seldom keep.


εκδόσεις ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ



Πηγαινει κι ερχεται


Καπέλο υγρό και ημίψηλο που φαίνεται
Φτερό στο καπέλο που άλλοτε φαίνεται και άλλοτε όχι
Συνήθως στέκεται όρθιος και στοιχειωμένος
πίσω από διαβρωμένα κάγκελα
Άλλες φορές σφίγγει την πέτρα του νεκρού
μέχρι που τηνε κάνει δάχτυλο και δάχτυλά του
Στα ματιά του γλιστράει το γυαλί του λύκου
και στην μιλιά του η γλώσσα των απότομων θορύβων
Βασικά πηγαίνει κι έρχεται
Ο χώρος άγνωστος. Γνωστός και πάλι άγνωστος
μέχρι που κάτι στον άγνωστο χώρο γνωστό
Ο χώρος στενός. Φαρδύς και πάλι στενός
μέχρι που κάτι στον στενό χώρο φαρδύ
Πηγαίνει κι έρχεται
Βαριετέ διχαλωτών νεύρων
Πηγαίνει κι έρχεται
Πάνω , κάτω
Πάνω , κάτω
Πέρα , δώθε
Πέρα , δώθε
Μηχάνημα, σίδερο, κίνηση, διάρκεια
Και ξανά απ’ την αρχή κι ανάποδα
Διάρκεια, κίνηση, σίδερο, μηχάνημα
Στ’ αυτιά του τι;
Ζωύφια που μπαινοβγαίνουν κλάνοντας





 Ο επομενος συλλεκτης


Κάτι έδειχνε, κάτι έλεγε.
Ξανά και ξανά οι ίδιες ταραχώδεις κινήσεις, τα ίδια ακατανόητα λόγια...
Όταν τέλος οι εκφυλισμένες φωλιές ελαφριών πτηνών που είχαν συσσωρευτεί στα λόγια και τις κινήσεις του αλαργέψαν, μου ζήτησε ευθέως το νευρικό μου σύστημα.
Τα νεύρα μου ήθελε για τη συλλογή του και προς αυτά έδειχνε μ’ ένα περίεργο αλλά ακριβή τρόπο. Τον κοιτούσα αποσβολωμένος.
Οι όποιες αντιστάσεις μου είχαν εκμηδενιστεί, ή μάλλον φρόντισε εκείνος να τις εκμηδενίσει…
Ωραία! είπε, βεβαιωμένος για την πλήρη ανημπορία μου να αμυνθώ. Ωραία, ας ξεκινήσουμε από τα χέρια. Κι έπιασε να διαλέγει τα νεύρα που τον ενδιαφέραν…



εκδόσεις Γαβριηλίδης


ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΕΝΙΝΓΚΡΑΝΤ


                                                                                                             Σαράντα πόντοι από κάτι.


Μια γυναίκα στο σταθμό των υπεραστικών συρμών
σηκώθηκε απ’ τη σειρά με τις σιδερένιες καρέκλες
και περπάτησε λίγο στο χιονάκι της αποβάθρας προς νότια
πριν σταθεί στο κράσπεδο με παράλληλους
τους μηρούς στο καλσόν
πάνω απ’ τις μισοθαμμένες ράγες.
Φορούσε ένα πράσινο κασκόλ που καθρεφτίζαν τα μάτια της
κι έναν υγρόφαιο αέρα με σκούφο
που μεγάλωνε κατά μία έννοια τα πόδια.
Μικρό σουλάτσο με στάση,
σίγουρα χωρίς να βλέπει τι κοίταζε.
Ύστερα ήρθε το τρένο, χτύπησε η καμπάνα,
κατέβηκε ο σταθμάρχης, βγήκαν οι μεθυσμένοι,
άνοιξε η πληγή, τέλειωσε η διάρκεια της εποχής
και ξεκίνησε αυτό που είμαι τώρα όταν επιμένω.




  
ΝΑΥΠΛΙΟ

                                                                                         Θύματα της αγάπης.
                                                                                                              Θέματα που ταφήκαν.


Το αλαργινό καταύγασμα
οι ελιές της αλέας προς το μουράγιο
και κάτω απ’ το γυάλισμα οι καρποί τους,
και κείνα τα βήματα, πανωφόρια στο κόκκινο κρύο τους
έτοιμα να χρωματίσουν τα ίδια στενά με τα παγωτάδικα
δίπλα στ’ ανδρείκελα των προθηκών με τις μικρές πλακέτες.
Ύβρις
    το ότι θέλαμε να τα ξαναδούμε,
έπαρση κοιτώντας τις ίδιες πόρτες
απ’ όπου σε λίγο θα βγαίναν
   προς το παλιό δημαρχείο
κι όπως τότε
επάλξεις κι αναδιπλώσεις
    του σκοταδιού στις τρίλιες του,
μονόλογος του πλακόστρωτου μιας άδειας πλατείας
και το χιόνι εκεί που περνούσαμε χέρι χέρι
    σκόρπιο και λιγοστό σαν αλάτι
στ’ ακτινωτά της σοκάκια γεμάτα παιδιά
με τα κυριακάτικα μαγαζάκια κλειστά
όπου την άνοιξη βγαίναν σφυρίζοντας
    πως ακόμα θυμούνται
κάνοντας τάχα
πως αγόραζαν για τα είδωλα της ανάμνησης
ρούχα.






ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


                                                                                                   Έκπαγλα κι ήσυχα και χαρτονένια.


Όταν
πού και πού
μπαίνει η άνοιξη
μετά το τρίτο γκονγκ
–γεμάτη η πλατεία, κατανυκτικός ο εξώστης–
και ρίχνει το φως της
στα μέλη
του θίασου
αρχινούν τα φανάρια
κι ανάρια
   απλώνεται
   η βρομιά
   των χρωμάτων
ή μαδημένα 
   απ’ την από μηχανής
   ομίχλη
ανεβαίνοντας
τον ψεύτικο δρόμο
της σκηνής
ή περιδιαβαίνοντας
μες στα ζωγραφισμένα
σκίνα.



photo NOEL S. OSZVALD

Το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις ξυπνούσε ήταν να αρπάζει το κινητό του.
Σχημάτισε τον αριθμό. Ακούστηκε το συνηθισμένο μήνυμα: «Γεια σας, καλέσατε τη Μαρία. Αυτή τη στιγμή απουσιάζω, πείτε τα δικά σας  και μάλλον θα επικοινωνήσω μαζί σας».
Μήνυμα δεν άφησε. Δεν άφηνε ποτέ. Ήθελε μόνο να ακούει τη φωνή της. Την ηχογραφημένη. Έστω αυτήν. Θυμήθηκε κάποιες συζητήσεις τους. Άλλες φορές η φωνή της ήταν μες στο νάζι,  άλλες μες στο παράπονο. Πιο πολύ του άρεσε όταν ανέβαζε τους τόνους, ο θυμός ανάβλυζε, έτοιμος να πνίξει τα πάντα, ζώντα και τεθνεώτα.  Όταν μιλούσε πιο γρήγορα, η φωνή της δεν γινόταν τσιρίδα αλλά πιο μπάσα, ένα μπάσο σαν αυτό που άκουγε στις συναυλίες στις οποίες πήγαιναν μαζί, ένα μπάσο που ανέβαινε από το έδαφος, έφτανε στα πόδια του, διαπερνούσε το στήθος του και του ανατίναζε το μυαλό, καυλώνοντάς τον. Ένιωθε ότι είναι ένας βράχος που προσκρούει κάπου και σπάει σε χίλια κομμάτια, μέσα της.
Στο ηχογραφημένο μήνυμα υπήρχε μια υπόνοια βιασύνης κι ένα ξεθυμασμένο άρωμα ανίας. Μια ανία δυσδιάκριτη, που ο ίδιος γνώριζε καλά. Όταν κάποιες φορές της πρότεινε να βγούνε έξω για να ξεράσουν κάτι απ’ την ψυχή τους στα μπαράκια, εκείνη προφασιζόταν κούραση. Εκείνος όμως ήξερε ότι η φωνή της υποδήλωνε συγκαλυμμένο φόβο: Τον φόβο που του έσπαγε τις κνήμες, τον φόβο που τον ανάγκαζε να φοράει το ακάνθινο στεφάνι όχι στο κεφάλι, αλλά στο λαιμό του. Κι έμενε να αιμορραγεί. Και κάθε φορά που την άκουγε να μιλάει ήρεμα, έτρεμε σύγκορμος. Φωτιά έμπαινε μέσα του, έκαιγε τα σωθικά του, καρβούνιαζε το είναι του. Με τον καιρό η φωτιά έσβηνε, έμεναν  κάρβουνα, πυρωμένα στην αρχή, που ξεσπίθιζαν στο τέλος. Λίγη στάχτη απέμενε πάντα. Τη σήκωνε ο άνεμος, την έριχνε πότε στα νερά και πότε στον κήπο του γείτονα, στους πανσέδες, στον ευκάλυπτο, γίνει λίπασμα για μελλοντικές γενεές, αμήν. Χους εις χουν. Ένιωθε ότι είναι ο πηλός που προσκρούει στο έδαφος και διαλύεται, έξω της.
Το βράδυ ξανακάλεσε τον αριθμό της. Ήταν το τελετουργικό του, το τηρούσε ευλαβικά το τελευταίο δίμηνο, ένα τηλεφώνημα το πρωί  κι ένα το βράδυ.  Αντί για τη φωνή της, άκουσε: «Ο αριθμός που καλέσατε έχει απενεργοποιηθεί». Ούτε μπιπ, ούτε τηλεφωνητής, τίποτα. Ο ήχος της απώλειας.  Ήθελε κάτι να πει, αλλά οι λέξεις είχαν μαγκώσει, για να τις εκφέρει θα έπρεπε να κόψει το λάρυγγά του, αλλά τόσο αυτοκαταστροφικός δεν ήταν. Μούδιασε. Τα αυτιά του βούιζαν. Τελικά, το μόνο που έκανε ήταν να πετάξει το κινητό του στον τοίχο. Διαλύθηκε. Πόνεσε για το κινητό του, ταυτίστηκε. Κι αυτός βίδες ήταν. Μάζεψε ένα από τα κομμάτια του -το δεξί του χέρι συγκεκριμένα-  κι άνοιξε το άλμπουμ. Κοίταξε μια φωτογραφία της Μαρίας. Διάβασε ξανά το απόκομμα της εφημερίδας που έγραφε για εκείνη την κοπέλα που είχε πέσει από τον πέμπτο όροφο ουρλιάζοντας «πετάω». Πετάει η Μαρία; Πετάει, πετάει, πετάε, πετ, πέθ, πέθαν, πέθανε.

Τώρα μόλις ένιωσε την πρόσκρουση, μέσα του και έξω του.  


Από τις έξι χαράματα, μαζί με τον αδελφό μου, τυλιγμένοι στα μοντγκόμερι τα διπλοσταυρωκουμπωτά και τα κασκόλ, τα πρώτα δοκιμαστικά πλεχτά της μαμάς, με βελόνες μεγάλες, όσο η ανία ή η πίκρα της, (δεν πρόλαβα να καταλάβω), ξεκινούσαμε για τα κάλαντα.
Τα πρώτα σπίτια ήταν αυτά, που είχαμε εξασφαλισμένα τα πενηντάρικα, αργά το πρωί, καταλήγαμε πεινασμένοι, σ’ αυτούς που γέρναγαν μελομακάρονα και κουραμπιέδες .
Το όνειρο ήταν ένα. Το ποδήλατο. Θα αγοράζαμε ένα για αρχή μαζί και η μοιρασιά στις βόλτες θα ήταν δίκαιη.
Φτάσαμε σπίτι, με κατακόκκινα μάγουλα και άχνη ζάχαρη στο στήθος, με κέρματα να κουδουνίζουν στις τσέπες και τσαλακωμένα χαρτονομίσματα, όπου τα βγάλαμε και τα μετρούσαμε ξανά και ξανά. Η χαρά έσταζε απ’ τα μάτια μας.
Ω… ναι, ήταν αρκετά για το ποδήλατο. Αρκετά δεν ήταν, τα υπόλοιπα θα τα συμπλήρωνε η μαμά που κρυφογελούσε.
Την πρώτη βόλτα, την έκανε ο αδελφός μου, και την δεύτερη και την τρίτη.
 Περίμενα φουρκισμένη έξω στο δρόμο να τον δω να φτάνει, έμπαινα μπροστά για να σταματήσει, τον έριχνα κάτω, παλεύαμε, με νικούσε, ξανά έπαιρνε το ποδήλατο, ξανά έκανε βόλτα. Αν το λεγα στη μάνα μας θα με κορόιδευε… θα μ έλεγε καρφί.
 Καρφί, καρφί, καρφί.
Το πρωί, ο αδελφός μου, έκλαψε για το πρώτο μας ποδήλατο.
 Βρήκε τις ρόδες του ξεκοιλιασμένες, από καρφί.

από την ομάδα Όμορος 
τον Ιανουάριο στο θέατρο Αλκμήνη
Πρεμιέρα: Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014





INFO

Θέατρο Αλκμήνη:
Αλκμήνης 8, Γκάζι  (Μετρό Κεραμεικού)            
Τηλ. Κρατήσεων: 210 3428650
Παραστάσεις :
Κάθε Τετάρτη & Πέμπτη για τους μήνες Ιανουάριο & Φεβρουάριο 2014
Ώρα: 9μμ.
Διάρκεια: 70’
Τιμή εισιτηρίου: Κανονικό 10€, Φοιτητικό 8€, Ατέλειες & κάρτα ανεργίας 5€ 


Η ομάδα ΌΜΟΡΟΣ παρουσιάζει την κωμωδία του William Shakespeare «Πολύ κακό για το τίποτα» σε δραματουργική επεξεργασία Ελένης Βλάχου βασισμένο στη μετάφραση του Βασίλη Ρώτα. Η παράσταση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα πλαίσια του δεύτερου φεστιβάλ “Θεατρικές  Συνθέσεις” σε διοργάνωση του Βeton7, τον Μάιο του 2013. Το φεστιβάλ είχε βάση τα έργα του Σαίξπηρ, παρουσιάζοντας 14 έργα θεατρικών ομάδων και μεμονωμένων καλλιτεχνών οι οποίοι επιλέχθηκαν για το συγκεκριμένο θεματικό άξονα του Beton7.

Το έργο
Γραμμένο το 1598 από τον νεαρό τότε Σαίξπηρ (Απρίλιος 1564 - 23 Απριλίου 1616), εκτυλίσσεται στην αναγεννησιακή Σικελία. Δύο νέες κοπέλες σε ηλικία γάμου. Η μία στον αγώνα για τον εκλεκτό της καρδιάς της, η άλλη δηλωμένη κατά του έγγαμου βίου. Δύο νέοι άντρες που μόλις επέστρεψαν απ’ τον πόλεμο. Ο ένας αναζητώντας τον έρωτα, ο άλλος ορκισμένος εργένης. Ένας χορός με μάσκες, και αμέτρητες παρεξηγήσεις με αποτέλεσμα όλο αυτό να αποδειχθεί ότι δεν ήταν παρά “πολύ κακό για το τίποτα”.

Η παράσταση
Σε μια εποχή αμφισβήτησης των ανθρώπινων σχέσεων θέλουμε να πείσουμε ότι ο έρωτας μπορεί να επιβιώσει. Άλλωστε ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι όλο αυτό που ζούμε δεν είναι “πολύ κακό για το τίποτα”;

Κρατώντας τα κεντρικά σημεία δράσης και αφαιρώντας χωρίς να μειώσουμε τίποτα από ό,τι βοηθά στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, στοχεύουμε σε μία σύγχρονη προσέγγιση του σαιξπηρικού λόγου. Μια διασκευή βασισμένη στη μετάφραση του Βασίλη Ρώτα, ένα project 70 λεπτών τοποθετημένο στην αισθητική των 40’s και με ήρωες που θα μπορούσαν να είναι ο καθένας μας. Η μουσική της παράστασης είναι πρωτότυπη και οι φωτισμοί συμπληρώνουν το σκηνικό το οποίο περιορίζεται σε μερικά σκηνικά αντικείμενα.

«Για τη σκηνοθεσία (δανειζόμαστε ένα σχόλιο του Βασίλη Ρώτα) και την παράστασή της, η κωμωδία αυτή απαιτεί προπάντων εύθυμη διάθεση, κέφι και ανάλογη γληγοράδα. Χωρίς φανταχτερά σκηνικά και διαλείμματα, πάνω σε ένα απλό πατάρι... με υποκριτές που ν’ αγαπάν την τέχνη τους περισσότερο από τον εαυτό τους...».  



Συντελεστές
Σκηνοθεσία/ Δραματουργική επεξεργασία: Ελένη Βλάχου
Μουσική: Γιώργος Νικητόπουλος
Κουστούμια: Αννούσα Μελά [mystyleforecast.com] σε συνεργασία με την Πάτια Ιορδανίδου
Φώτα: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Χορογραφία: Τατιάνα Μύρκου

Παίζουν (αλφαβητικά):
ΒΕΑΤΡΙΚΗ, ΦΥΛΑΚΑΣ: Δώρα Κοφινά,
ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ, ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, ΦΥΛΑΚΑΣ: Ελένη Βλάχου
ΔΟΝ ΠΕΤΡΟΣ, ΒΑΡΔΑΚΑΣ: Κωνσταντίνος Μάρκελλος
ΣΚΥΛΟΜΟΥΡΙΑΣ, ΠΑΠΑΣ: Γιάννης Μοναστηρόπουλος
ΚΛΑΥΔΙΟΣ, ΦΥΛΑΚΑΣ: Άλκης Μπακογιάννης
ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ, ΦΥΛΑΚΑΣ: Βασίλης Παναγιωτίδης,              
ΗΡΩ, ΔΟΝ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΦΥΛΑΚΑΣ: Αγγελική Παναγιωτοπούλου


Making of video:
mystyleforecast.com feat. ΟΜΟΡΟΣ_The Costume Design Project http://www.youtube.com/watch?v=djw6jEvSmz4

Facebook page:
http://on.fb.me/1gV6Zlh


*Για πληροφορίες και συνεντεύξεις με τους συντελεστές & υλικό για τις παραστάσεις, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο 6932330257 και στο ams3productions@gmail.com

Υπεύθυνη Επικοινωνίας
Σοφία Δημητρίου
Tηλ.: 6932330257
Email: ams3productions@gmail.com





δεν θυμάμαι
τα χέρια σου
καθόλου
κάτι σαξόφωνα βραχνά
περίεργα σονάτα
τρυπούσαν
το κορμί
όλες οι κραυγές
είχαν σχέση
με το φεγγάρι
όλες
άχνιζαν δίπλα μου



*



κόκκινη και λαμπερή 
στα μάτια όλων 
ζούσα σαν ελπίδα 
κι όλο γλιστρούσα 
στο σκοτάδι της γιορτής 
γέλα ωρε μάννα 
γέλα
τα κατάφερα 
έγινα χιόνι



*


το θαύμα
έγινε 
πέτυχαν οι συρραφές
χώρεσε το κεφάλι
στο κρανίο
τέσσερα χέρια 
κρέμονται 
κάτω απ΄το κρεβάτι 
ελεύθερα






---
Η Χρύσα Αλεξίου γεννήθηκε στο Συκούριο (Λάρισα) το 1963. Είναι υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών κι έχει εκδόσει τρία βιβλία (2 ποιητικές συλλογές κι ένα θεατρικό μονόλογο).

(Photographer Paul Schneggenburger)


«Στο δυτικό ημισφαίρο αρχίζει σήμερα το καλοκαίρι», της είπε ενώ η νοσοκόμα άλλαζε το σωληνάκι που έβγαζε το περισσευούμενο αίμα απ’ την καρδιά του. «Σε λίγες μέρες θα σε αφήσω μόνη σου. Όμως θα είμαι πάντα μαζί σου, όταν με χρειάζεσαι. Τώρα βγες έξω, κάνε μια βόλτα, φαντάσου ότι είναι καλοκαίρι και κολυμπάμε μαζί στη θάλασσα».
Τον κοίταξε αμίλητη. Φόρεσε το παλτό της, το σκουφί, τα γάντια και έφυγε όπως της ζήτησε. Δεν ήταν καιρός για αντιρρήσεις. Έφτασε στο κέντρο της πόλης χωρίς να καταλάβει ούτε το κρύο ούτε την απόσταση, κάθισε να πιει έναν καφέ, να μαζέψει τα μυαλά της. Οι γιατροί το είπαν ξεκάθαρα και στους δυο τους. Η καρδιά του δεν τροφοδοτούσε σχεδόν τίποτα πια. Το αίμα λίμναζε. Σε δέκα μέρες το πολύ θα σταματούσε. Ίσως από αύριο να μη μπορούσε να σκεφτεί πια.
Μπήκε σ’ ένα δισκάδικο, αγόρασε τρία cd του Φρανκ Σινάτρα, μετά σ’ ένα κατάστημα αντρικών ρούχων, του αγόρασε ένα κοστούμι, πουκάμισο, γραβάτα κι ύστερα παπούτσια. Πήρε ξυριστική μηχανή, εσώρουχα, κολώνια. Αγόρασε και για τον εαυτό της μια τουαλέτα, γόβες, δαντελένια εσώρουχα. Μπήκε σ’ ένα κομμωτήριο, έφτιαξε τα μαλλιά της όπως τα ήθελε εκείνος. Βγαίνοντας φορτωμένη τσάντες, ψώνισε μια σαμπάνια και φαγητό. Πήρε και μια τεράστια αφίσα: Μια θάλασσα με μια βάρκα. Καλοκαίρι κάπου στη Μεσόγειο.
Επέστρεψε στο νοσοκομείο, κόλλησε την αφίσα στον τοίχο απέναντι απ’ το κρεβάτι του, ζήτησε απ’ το νοσοκόμο να τους φέρει ένα τραπέζι με δύο καρέκλες, τον σήκωσαν, τον έκαναν μπάνιο, τον ξύρισε, τον έντυσε, ντύθηκε κι εκείνη. Στόλισε το τραπέζι κι έβαλε Φρανκ Σινάτρα, τον αγαπημένο του. Όταν ήταν καλά, έπιανε την κιθάρα και της τραγουδούσε κι εκείνη του έλεγε ότι η φωνή του είναι ωραιότερη απ’ του Φρανκυ – και ήταν. Σερβίρισε. Έφαγαν. Όσο μπορούσαν. Ήπιαν όλη τη σαμπάνια. Δεν είπαν ευχές. Στο ‘my way’ έβαλαν τα γέλια. Σηκώθηκε κρατημένος απ’ το τραπέζι και τη ζήτησε σε χορό. Σηκώθηκε κι εκείνη. Κόλλησαν ο ένας πάνω στον άλλον. Χόρεψαν όπως χορεύουν όσοι αγάπησαν ατέλειωτα. Ισορροπώντας ο ένας πάνω στον άλλο, δίχως βήματα, δίχως φιγούρες.
Ύστερα κάθισαν πάλι στις θέσεις τους. Του έπιασε το χέρι. Εκείνο το γιγάντιο χέρι που είχε γίνει ένα μάτσο κόκκαλα. Το φίλησε. «Σ’ ευχαριστώ». Δεν ανταπέδωσε, μόνο της χάιδεψε τα μαλλιά, της έλυσε τον κότσο, πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσά τους. Αθέλητα το άλλο του χέρι πήγε στο δικό του άτριχο κεφάλι. Της χαμογέλασε.
«Θέλω να γίνω καλοκαίρι» της είπε.
«Θα γίνεις. Θα γίνουμε».
Τον έγδυσε, γδύθηκε κι εκείνη, ξάπλωσαν στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι κι ολοτσίτσιδοι με τα μάτια καρφωμένα στην αφίσα απέναντί τους. Απ’ τους ήχους κατάλαβε ότι έβγαζε τα σωληνάκια του. Την έσφιξε πάνω του. Εκείνη ακούμπησε το κεφάλι στο στήθος του όπως παλιά. Άκουγε το σεισμό μέσα του. Άκουγε ώσπου την πήρε ο ύπνος.
Δεν κατάλαβε πότε έγινε. Σηκώθηκε τον ξανάντυσε, ξανάβαλε Φρανκ Σινάτρα, ειδοποίησε τους γιατρούς, τους συγγενείς και τους φίλους. Φόρεσε την τουαλέτα, τις γόβες της, έφτιαξε τα μαλλιά της κότσο. «Είμαστε έτοιμοι» είπε στο νοσοκόμο.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA