«Χωρίς προαπαιτούμενα», ένα σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για τα Αυτόματα, του Κώστα Περούλη, (εκδ. Αντίποδες, 2015)

Ελένη Ντούξη, δύο ποιήματα

Ζαχαρίας Στουφής

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΑΛΑΞΕΙ ΠΟΤΕ
(κάποιες υπόνοιες για την ανυπαρξία του κόσμου)

Μια από τις πρώτες ενέργειες του ανθρώπινου πολιτισμού ήταν η δημιουργία του Θεού. Ο άνθρωπος δημιούργησε τον Θεό όταν το μυαλό του άρχισε να ερμηνεύει τα φαινόμενα και απόκτησε συνείδηση του ίδιου του θανάτου. Δεν υπάρχει κάποια παλαιοντολογική μαρτυρία της ύπαρξης του Θεού. Οι παλαιότερες μαρτυρίες είναι ταυτόσημες με την ανθρώπινη ιστορικότητα, από τότε δηλαδή που ο Άνθρωπος έγραφε τις σκέψεις του.
    Το πρώτο δημιούργημα του ανθρώπου ήταν ο Θεός και το πρώτο δημιούργημα θεού ήταν ο κόσμος (όχι σύμφωνα με τις γραφές, αλλά σύμφωνα με την προπαγάνδα που κάνει τις ιδέες να επιβάλλονται). Ένας κόσμος που αποτελείται από όλους τους πολιτισμούς της γης ή τέλος πάντων από τον τότε γνωστό κόσμο του δημιουργού του κάθε Θεού. Ίσως η ανάγκη για να ερμηνευτεί το φαινόμενο της ολότητας δημιούργησε Θεούς που είχαν δημιουργήσει από πάντα αυτόν τον κόσμο. Γιατί όμως ο Θεός της κάθε μονοθεϊστικής θρησκείας που επιβιώνει μέχρι σήμερα είναι υπεύθυνος για την δημιουργία όλου του κόσμου; Μα για να συνάδει και να υποστηρίζει τα αρχαία πολιτικά συστήματα όπως τη βασιλεία και τη θεοκρατία. Φανταστείτε έναν πολιτισμό που θα είχε έναν Θεό για κάθε άνθρωπο, δεν θα μπορούσε κανένας να ελέγξει κανέναν.
    Όπως τα ζώα, έτσι και οι άνθρωποι ζούσαν σε κοπάδια-κοινωνίες που όριζαν οι νόμοι της φύσης και μη μπορώντας ο άνθρωπος να αποχωριστεί την αγέλη του και τα σπήλαιά του, επινόησε τον κόσμο και μαζί τον δημιουργό αυτού. Μέχρι εδώ ας πούμε πως όλα είναι καλά. Το μεγάλο πρόβλημα άρχισε όταν ο άνθρωπος άρχισε να ζητά εξηγήσεις από τον Θεό του σχετικά με τον θάνατο. Τότε ο Θεός (οι δημιουργοί του δηλαδή) αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν έναν δεύτερο Κόσμο, μιας και σε αυτόν δεν χωρούσε η ανθρώπινη περιέργεια. Κάπως έτσι θα πρέπει να δημιουργήθηκε ο Κόσμος των νεκρών «ο άλλος Κόσμος».
    Μετά τον Θεό το τελειότερο εύρημα του ανθρώπου είναι ο άλλος Κόσμος. Σε αυτόν τον άλλο Κόσμο οφείλεται το ότι οι άνθρωποι σε όλους τους πολιτισμούς υπήρξαν αδιαμαρτύρητα ή εθελοντικά σκλάβοι και ανέχτηκαν να ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες ή να θυσιάζονται χωρίς σοβαρό λόγο, μόνο και μόνο με τη βεβαιότητα ότι θα μετοικήσουν σε έναν τέλειο και άφθαρτο Κόσμο, δηλαδή σε έναν Κόσμο που δεν υπάρχει. Φυσικά οι κανόνες για να μετοικίσει κανείς στον άλλο Κόσμο ήταν σκληροί και απάνθρωποι. Διαβάζοντας κανείς την Παλαιά Διαθήκη, θα δει εκεί καθαρά τη γέννηση του ρατσισμού, του φασισμού, της ομοφοβίας, του εθνικισμού, της καταπίεσης των γυναικών και άλλων δεινών με τα οποία η φύση προίκισε τον πρωτόγονο άνθρωπο, μα επικρατούν σε ολόκληρο τον πλανήτη μέχρι σήμερα για να μας υπενθυμίζουν την κατάστασή μας.
    Έχουμε, λοιπόν, έναν Θεό, το τελειότερο δημιούργημα του ανθρώπου και δύο Κόσμους, τα μόνα δημιουργήματα του Θεού όπου, θες δε θες, θα περάσεις υποχρεωτικά και από τους δύο. Για να υποστηριχτεί η μετάβαση από τον έναν στον άλλο Κόσμο και το ενδιαφέρον για αυτούς, επινόησαν έναν ασύλληπτης ευφυΐας συλλογικό φόβο «το τέλος του Κόσμου». Όμως το ενδεχόμενο του τέλους του Κόσμου από τον Θεό που τον δημιούργησε, εκτός του ότι γέμισε με φοβίες τους λαούς, δημιούργησε και μια κουλτούρα με σωτήρες του Κόσμου που έχει διατηρηθεί μέχρι τις μέρες  μας και πάντα στην υπηρεσία της προπαγάνδας από τις εξουσίες, με πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα τη βιομηχανία του θεάματος του Hollywood.
    Για δεκάδες αιώνες το πολίτευμα της θεοκρατίας μια χαρά κρατούσε, αφού κατείχε τον απόλυτο έλεγχο των Κόσμων των ανθρώπων. Η βία ήταν πάντα απαραίτητη όπως και σήμερα και η κοινή γνώμη σωστή πλαστελίνη και ακόμη έτσι είναι, όμως, στον ευρωπαϊκό διαφωτισμό κάτι αλλάζει και θα αλλάξει μονάχα στην Ευρώπη γιατί στις άλλες ηπείρους ακόμα και σήμερα οι λαοί ερμηνεύουν θεολογικά-μεταφυσικά τους Κόσμους τους. Η Ευρώπη, λοιπόν, αρχίζει να αμφισβητεί τον άλλο Κόσμο και να τον θεωρεί ψεύτικο και ανύπαρκτο, ενώ αυτόν τον Κόσμο προσπαθεί να τον αλλάξει και να τον κάνει καλύτερο. Είναι απορίας άξιο πώς αυτά τα φοβερά μυαλά της περιόδου του διαφωτισμού, δεν αντιλήφτηκαν πως οι δύο Κόσμοι των ανθρώπων είναι υπαρκτοί όσο και ο Θεός που τους δημιούργησε. Δεν τους θεωρώ βλάκες, απλά πιστεύω ότι ποτέ η ανθρωπότητα δεν θα μπορέσει να δεχτεί την ανυπαρξία του Κόσμου της, ποτέ ο άνθρωπος δεν θα καταφέρει να φύγει από την αγέλη του και να γίνει κύριος και Θεός του εαυτού του.
    Η διατήρηση της ύπαρξης της έννοιας του Κόσμου στον καιρό μας εξυπηρετεί πλήρως την ιδέα της παγκοσμιοποίησης, ενώ παράλληλα υπηρετεί και τον πρωταρχικό της θεολογικό στόχο, την εξέλιξη της καθυστέρησής μας και σε καμία περίπτωση την αποδέσμευση μας από αυτήν. Ο κοινωνισμός και αργότερα ο κουμμουνισμός οραματίστηκαν έναν καλύτερο Κόσμο, ουτοπικό και ανέφικτο όσο και ο Κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης και φυσικά, με τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων που έχουν καταδικαστεί να είναι μέλη των κοινωνιών του Κόσμου που δεν υπάρχει.
    Τελικά, ούτε στην Ευρώπη κατάφερε να πέσει το θεοκρατικό σύστημα, μονάχα αλλαγές στα ονόματα έγιναν. Όπου Θεός έβαλαν δημοκρατία ή σοσιαλισμός, όπου άλλος Κόσμος έβαλαν καλύτερος Κόσμος ή επανάσταση, στη θέση της Παλαιάς Διαθήκης μπήκε το συνταγματικό δίκαιο (οι νόμοι του κράτους), διαβάστε παράλληλα Παλαιά Διαθήκη και συνταγματικό δίκαιο και δεν θα βρείτε τις διαφορές. Η πολιτική απέτυχε γρηγορότερα από την θρησκεία, η ύπαρξη του Κόσμου είναι ένα ψέμα που δεν καταπίνεται με τίποτα, μεγαλύτερο και από το ψέμα της ελευθερίας ή της ειρήνης.
    Γιατί όμως οι άνθρωποι επιμένουν να ζουν σε Κόσμους και να αγωνίζονται για την κατάκτησή τους αφού είναι δυνατόν να ξέρουν πως Κόσμοι δεν υπάρχουν και ακόμα και οι ίδιοι είναι περαστικοί από το φαινόμενο της ύπαρξης; Μα γιατί φοβούνται, όπως τότε μέσα στα σπήλαια, όταν ο φόβος τους ανάγκασε να ζούνε σε κοπάδια που αργότερα τα ονόμασαν κοινότητες και είναι ο ίδιος φόβος που τους ανάγκασε να έχουν Θεό προστάτη και τιμωρό που του χρέωσαν τους φόβους τους, μιας και αυτός έφτιαξε τον Κόσμο μέσα στον οποίο ζούνε όλα τα κοπάδια των ανθρώπων. Ο Κόσμος είναι το αόρατο καταφύγιο των ανθρώπινων κοινωνιών γιατί στον Κόσμο είναι όλα συλλογικά, ακόμα και οι «προσωπικές» ευθύνες. Στον Κόσμο μπορούμε ακόμα και να υπάρχουμε, όπως πολύ πιθανόν δεν θα μπορούσαμε μέσα στο ίδιο μας το σώμα.
    Μετά την εφεύρεση του Θεού, τον άνθρωπο και τον Θεό τους κρατάει ζωντανούς ο φόβος του θανάτου. Ο φόβος δημιούργησε την κοινωνία του Κόσμου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι κοινωνικός γιατί πολύ απλά δεν είναι σε θέση να έχει ουσιαστική επικοινωνία. Η γλώσσα εργαλείο φτωχό, με το χορό λ.χ. επικοινωνείς πολύ καλύτερα γιατί ο χορός γεννήθηκε από την καύλα, ενώ η γλώσσα είναι προϊόν του φόβου και ό,τι γεννάει ο φόβος είναι πάντα λίγο και προβληματικό. Η γλώσσα το μόνο που μας επιτρέπει είναι να διαφωνούμε ή να συμφωνούμε υπό το καθεστώς του φόβου εντός των κοσμικών μας ορίων και όχι για να συντελέσουμε αλλαγές. Αν υπήρχε Κόσμος, θα τον άλλαζαν οι επαναστάσεις, μα αυτές αλλάζουν μονάχα τις εξουσίες και όχι τους λαούς του «Κόσμου».
    Ο φόβος είναι το πιο βαθιά εγγεγραμμένο συναίσθημα στη μνήμη μας και όσο οι άνθρωποι φοβούνται, θα συντηρούν αυτή τη θεολογική εμμονή του Κόσμου. Αν πέσουμε στον αθεϊσμό, πάλι κόσμους θα δημιουργούμε, με μόνη εξαίρεση, ίσως, το πιο μισητό πολίτευμα του Κόσμου, την αναρχία, που προσπάθησε να ψελλίσει κάτι και ο Κόσμος κατατρόμαξε. Σήμερα, ο άνθρωπος δημιουργεί Κόσμους με την ίδια συνενοχική αντίληψη του παρελθόντος, π.χ. «ο Κόσμος των ζώων» δημιουργήθηκε μετά την αναγνώριση του τεράστιου οικολογικού προβλήματος, οπότε, βγάζοντας ο άνθρωπος τα ζώα από τον Κόσμο του (θα ήθελε) να απαλλάσσεται και των ευθυνών του. Οι άνθρωποι δημιουργούν ακόμα και ατομικούς Κόσμους σε κοινή συμφωνία. Όταν κάποιος αμφισβητεί την κοινωνική και ηθική δομή τους, λένε πως αυτός είναι στον κόσμο του ή στην κοσμάρα του ή και στην καρακοσμάρα του, και αυτό το λένε πάντα για ανθρώπους του πνεύματος που πολύ απλά διανοήθηκαν να κοιτάξουν έξω από το σκοτεινό σπήλαιο του ανθρώπινου Κόσμου.
   
    Σήμερα, ακόμα κι εγώ αγωνίζομαι για έναν καλύτερο Κόσμο, όπως ο χριστιανός για τη Δευτέρα Παρουσία. Όμως, εγώ βιώνω το αλλόκοτο  και γνωρίζω καλά, πως αυτός ο Κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ, όχι γιατί δεν μπορεί να αλλάξει, αλλά γιατί δεν υπάρχει.    

                                                       Η θέση της είναι στον βυθό,
                                                        η δικιά σου στην πόλη·
                                                            να ονειρεύεσαι καταδύσεις,
                                                                                                        
                                                   λίγο χυμένο γάλα
Αμοργός                                      στον νυχτερινό ουρανό
                                             και ψημένη ρακή.

                                         Σήμερα είναι
                                        Αύγουστος.
                                       Αύριο,
                                     ποίος ξέρει.

                              Πριν ξημερώσει
                          έγειρε στην άμμο,
                              σε ρώτησε πόσο
                                  διαρκεί η ομορφιά·
                                                 
                     απάντησες:
          «Πέντε λεπτά ακόμα».

      Χαμογέλασε.

  Όχι, δεν τελειώνει εδώ
η θάλασσα, μόνο το κύμα
       ξαποσταίνει.      

                                                                                                     

«Χωρίς προαπαιτούμενα»
ένα σημείωμα για τα Αυτόματα, του Κώστα Περούλη, (εκδ. Αντίποδες, 2015)

γράφει ο Στάθης Ιντζές

Το ιδιαίτερο γνώρισμα του Περούλη είναι ότι κατέχει την τέχνη της λεπτομέρειας, εκείνης που από τη στιγμή που σχηματιστεί στο νου και αποδοθεί με τέχνη και πειστικότητα, καθιστά περιττή και επιζήμια την παραμικρή περιγραφική προσθήκη.  Τα διηγήματα όλα διαπνέονται από μια ωραία λιτότητα, χωρίς φραστική επιτήδευση. Οι κοφτές προτάσεις δίνουν παλμό και πνοή και συντελούν στην ευστάθεια του όλου οικοδομήματος.

Στα Αυτόματα, η πραγματικότητα, στις πολυσύνθετες πτυχές της, δίνεται στον αναγνωστη εντελώς αμετουσίωτη, δηλαδή δεν μπαίνουν κάτω από το μικροσκόπιο του Π. παρά τα επιφανειακά ενδιαφέροντα των ηρώων.  Όμως, ας μην πέσουμε στην παγίδα να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μια εσκεμμένη παράλειψη -άλλωστε μιλάμε για ένα λογοτεχνικό είδος με λεκτικό περιορισμό- ή για μια καταθλιπτική απλότητα που συνοδεύει το δράμα της εποχής που εξιστορεί ο συγγραφέας, πόσο μάλλον για μια παρωχημένη έλλειψη ύφους. Όπως έγραψε ο Π. Σκανδωνίδης*, το «ύφος χωρίς ύφος, όπως το έχει επιτύχει ο Stendhal», εδώ δεν πρόκειται για αδυναμία, αλλά για συγγραφική επιλογή, στα πλαίσια του ευρύτερου λεπτομερειακού μοτίβου που ακολουθούν τα διηγήματα του Π.. Οι κεντρικοί χαρακτήρες δεν είναι πλασματικοί και δρουν απόλυτα και καθαρά, με τη συνείδηση ν' αφήνεται μόνη της σύμφωνα με τα συμβάντα, σύμφωνα με το φυσιολογικό «είναι» των ηρώων. Οι τελευταίοι δεν τίθενται για να μας ανεβάσουν σε ηθικά ανώτερα στρώματα. Είναι φυσικοί άνθρωποι, νατουραλιστικοί. Μπαίνουν σε κίνηση ένστικτα πρωτόγονα που δημιουργούν πραγματικές συγκρούσεις οι οποίες φανερώνουν πόσες δεσμευμένες δυνάμεις καταπιέζουν τη συμβατικότητα των κοινωνικών σχέσεων στον εκάστοτε εργασιακό χώρο.

Ο Π. καταφέρνει την ίδια ώρα να γίνει ευχάριστος στον καθημερινό άνθρωπο-αναγνώστη. Ο εργάτης, ο μικροεργολάβος, ο αγρότης, ο ναυτικός, είναι οι κεντρικοί ήρωες που ξαπλώνει στο συγγραφικό του «ντιβάνι», δίχως να είναι βεβαρημένοι με ηθικά και ιδεολογικά παράσιτα που θα περίμενε κανείς σ’ ένα βιβλίο που προσφέρεται για ταξικά «μαθήματα». Τα πνευματικά προαπαιτούμενα δεν χρειάζονται, οι προβληματισμοί των ηρώων του δεν αναδεικνύονται υπέρμετρα ανώτεροι από κείνους ενός κοινού ανθρώπου και παράλληλα, το έργο του δεν προβάλει φιλοσοφήματα ούτε ουτοπικές λύσεις για μια ιδανική κοινωνία. Ο συγγραφέας και ο αναγνώστης εδώ δεν έχουν να λύσουν καμιά διαφορά μεταξύ τους, σαν κι αυτές που διακρίνονται σε αμφίβολα έργα. Τα Αυτόματα είναι το ίδιο ευκολονόητα για τον απαίδευτο όσο και για τον εξ επαγγέλματος λόγιο αναγνώστη.

Το παράδειγμα του Π., συγγραφικά, συνιστά την απομυθοποίηση της έμπνευσης ως αποκλειστικό χάρισμα κάποιων λίγων εκλεκτών και υπογραμμίζει το ρόλο και τη σημασία της συγγραφικής έρευνας για την εξέλιξη ενός λογοτεχνικού ταλέντου στην εποχή που διανύουμε.

------------------------------------------------------------------------------------

*κριτική για τους Παραστρατημένους της Λιλίκας Νάκου,
δημοσιεύθηκε στις Μακεδονικές Ημέρες,
Ιανουάριος 1936, έτος Γ', τεύχ. 12, σ. 464-468


ΔΕΛΤΊΟ ΑΠΟΣΤΟΛΉΣ

Το ρολόι ξεκούρδισε τους χτύπους του
παραμελώντας το ξημέρωμα.

Η ώρα εφτά και δέκα το πρωί. Βλέπω τις εφτά ψυχές μου καρφωμένες
στους ωροδείκτες. Μου μένουν μόνο 10 λεπτά για έναν γρήγορο
απολογισμό.
Ήρθα με μια διαμαρτυρία στα χείλη, εκκωφαντική.
Τα βήματά μου αυστηρά μετρημένα-τα λουριά ήταν μόνο σαράντα
εκατοστών.

Έπαιξα το λευκό μου νυχτικό στα χαρτιά σε κάτι καταγώγια – ο πατέρας
μου με κυνηγούσε με ένα μαύρο σεντόνι.
Κάρφωσα την απέχθεια του κόσμου με ένα μαχαίρι στο μάτι μου. Από
τότε βλέπω μονόφθαλμα το σκοτάδι. Ό,τι καλό υπήρχε, τώρα αιωρείται
δίπλα του διαμπερές.
Σας κλείνω αναγκαστικά το μάτι μένοντας μετέωρη.
Η αλήθεια είναι, ότι αυτή η καταμέτρηση μου πήρε μόνο ένα λεπτό.
Ξέχασα να αναφέρω, πως το μηδενικό που ακολουθεί, είναι απλώς ένας
τέλειος κύκλος στο νερό.

Υ. Γ. Καρφώνω δύο μάτια για γραμματόσημα πάνω σε αυτό το πακέτο
που λέγεται ζωή (μοναδικά αντίτυπα για τη συλλογή σας). Ο παραλήπτης
πληρώνει τα έξοδα αποστολής με δυο κέρματα, σαν από πάντα χρυσά.




ΒΙΤΡΊΝΑ

Ακούραστες οι ράφτρες. Πολυπόθητο το επάγγελμά τους. Βιτρίνες
με υφάσματα μεταξωτά. Που έλουζαν ιδρώτα όσους τις θώπευαν. Τα
πράσινα σκουλήκια τα έθαβαν στις γλάστρες. Μεζούρες και κλωστές.
Για την μεταποίηση κάθε πίκρας σε κατακόκκινο φιλί. Να στεγνώνει
το σάλιο όσων το λαχταρούσαν. Με σίδερο και αίμα περνούσαν τα
σκοτάδια τους. Με χαμομήλι ζεστό κοίμιζαν τις χαρακιές. Με λευκή
σκόνη γιασεμιού τις σκέπαζαν. Ράβανε όλη νύχτα τις κόρες τους. Και
όσες έχαναν κάποιο μέλος από σπασμένο γυαλί, με πάνινα χέρια και
ανθισμένα λιβάδια τα έντυναν. Αμέτρητοι καθρέφτες αθωότητας τα
σεντόνια σε κάθε αυλή. Ήσυχα και κατάλευκα από την πέτρα και το
νερό. Όλες τις φωνές τις ξέπλενε το ρέμα με την κοφτερή του γλώσσα.
Κάθε χάραμα, πρώτο το γιασεμί ανοίγει τα μάτια. Και πίσω του ο κόσμος
σέρνεται σκυφτός.



Πρώτη δημοσίευση:
έντυπη θράκα τευχος 3-4

Δοξάζοντας τη θερινή πανήγυρη


Καθώς, ο άνεμος χορογραφούσε

Την κόμη του πευκώνα

Ένιωσα το λύσιμο των αρμών

Ενός κορμιού που στράγγιξε

Τη μνήμη του μητρικού γάλακτος

Σκουριάζοντας μες στο γαλακτικό οξύ Δευτέρας.


Άφησε το βάρος να αποδράσει

Για να λουστεί στο πιο κοντινό έλος

Του είναι γνώριμο εξάλλου, κι ομολογώ:

Ναι, η στενοχώρια παλιννοστεί

Στην ψυχή που ταλαιπωρείται

Να διανύσει το όνειρο.

Θα είσαι κέλυφος του τζιτζικιού

Που εξάντλησε το σώμα του στο συριγμό

Της θερινής πανήγυρης

Όμως, το σώμα σου θα επιστρέψει

Με το ελώδες βάρος

Μα και το σφρίγος της ακάματης θάλασσας,

Θα βρει τον τρόπο να τρυπώσει

Απ΄ τη στεγνή ματιά,

Από την τρύπια τσέπη,

Απ΄ τη θηλή που ξεκουμπώθηκε

Και χύθηκαν φιλιά.

Αυτήν την ακάματη θάλασσα να κρατήσεις

Μέσα στα χέρια σου

Δίχως ρανίδα να σου στάξει,

Κοχύλι να ξεφύγει ή πλώρη

Ν’ ακουμπήσει στη στεριά

Και τότε, θα δοξάσεις

Με διάπλατο το έγκαυμα στο στέρνο

Όπου ξεχύνεται

Η αρτεσιανή της εργασίας αγωνία

Αυτήν την κατασυκοφαντημένη

Θερινή πανήγυρη

απ΄ όσους σκεπάσαν με κουμπιά το πλέριο στήθος τους.




Έκπτωτη πλάτη


Την απουσία της αφής μου πιάνω

Προσκολλημένη σε αγκαλιά

Που φάσκιωσε το θάνατο.

Σα γέροντα τον ήξερα κι όμως,

Νεογνό μου το ΄φερε

Καταμεσής στο μεσημέρι μου

Τότε που θα 'πρεπε ν΄ αρπάζω στη ζωή φωτιά

Από την κάθετη ακτίνα

Χρεώστης της αθανασίας

Σα φλόγιζα ψυχορραγούντα κάρβουνα

μη γίνουν στάχτη όλα.

Τι γύρευες γυμνή στον έρωτα δίχως την εύφλεκτη αγάπη;



Μα κείνο το νεογνό

Με σήκωσε από θεμέλια κτισμένα

Στους πορφυρούς σωρείτες

Και μπήκε μέσα μου με συστολή

Δίχως ντροπή εμβρύου

Και γίνηκα ιππόκαμπος,

Κάμπος από ψηλό βουνό

Μια επιφάνεια ατσαλάκωτα νεκρή

Λεπτότερη κι από αράχνης νήμα

Ιστός ν΄ αδράχνει την αλήθεια

Ακόμη και τη μέρα.

Τι γύρευες γυμνή
στον έρωτα σα θρυμματίζεις την αυγουστιάτικη πανσέληνο;



Την άφησα την αφή

Στην πλάτη σαν ξεμάκραινε

Με τα επάργυρα φτερά

Να φύονται με άργιλο της πτώσης,

Στην Όστρια,

Σαν ξεμάκραινε…

Τι γύρευες, ρωτώ, γυμνή στον έρωτα

με τραμουντάνα στην αγάπη

κι από το τελευταίο της το γράμμα κρεμασμένη;



Μη χαριστείτε και αφήσετε

Την όποια αίσθηση σε γυρισμένη πλάτη

Τολμήστε,

Γυρίστε τη δική σας

Κι ας σας ρίξουν με βολή που δεν τους ξεβολεύει!

Μην και ανοίξετε την πόρτα διάπλατα

Σε όποιον κρεμιέται σε παράθυρα

Κι εμπρός τους να βλαστημά

Της μέντας τη διάρκεια

Γκρεμίζοντας τα τέμπλα της νυκτός.

Συ ξέρεις Πλατυτέρα πόσο ανάγκη έχουμε το μπλε,

Την αγκαλιά και τ΄ άρωμα που κρίνει

Το πέρασμα βροχής

Απ΄ τις βουβές σταγόνες

Της άνομβρης αγάπης.

Μην καίγεστε στο θάνατο

Καθώς, μπορεί φωτιά να αρπάξει ο παράδεισος

Στεγνοί στην όχθη του σα βγείτε

Και αδειάζοντάς τον κόλαση θα μοιάσει.





Το χάραμα

Τότε που εφιάλτες στα στρατόπεδα
Γίνονταν πραγματικότης
Τότε που οι άρρωστοι ματώνουν τα κρεββάτια τους
Τότε που ορφανεύουν οι άνθρωποι
Τότε φεύγω, το χαράμα, την ώρα της ξεκούρασης
την ώρα της ανακωχής
Την ώρα που τα ανομολόγητα
Γίνονται ανάμνηση βουβή.



Θησείο

Τα πρόσωπα που βλέπω απ’το παράθυρο καφετιά
μυρίζουν ρούχα φορεμένα μέρες.
τα κοιτώ και λέω στον εαυτόν μου, άνθρωποι πραγματικοί
περνούν και χάνονται, στα στενά του Θησείου.

Κολλημένες μύγες σε λαδωμένες πόρτες
πέφτουν σε ανείπωτες στιγμές
Το λεκανοπέδιο σκοτείνιασε
ο Παρθενώνας μοιάζει να χάνεται
μέσα στα βράχια του

τραβώ την κουρτίνα
Ψηλαφητά φτάνω στην πολυθρόνα
Ξέρω, πως εκεί έξω στην πόλη
άνθρωποι ετοιμάζονται
για την νυχτερινή τους έξοδο.

Και η σκιά τους, πέφτει παντού μαυρίζοντας τις όψεις.




Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις
Umberto Eco

Ξημέρωμα στο Νημποριό. Βορειοανατολικός άνεμος. Κορμιά βυθισμένα στο ποτό φυγαδεύουν σε άσματα λαϊκά την αλήθεια. Κι εκείνο το σωματικό της ύπαρξης, σκηνικό απουσίας. Στερεύουν οι ειδήσεις τον Αύγουστο – τοπίο ελληνικό χωρίς το βάρος του χρόνου. Θόρυβος το απρόοπτο. Νιώθει τελικά κανείς μόνο ό,τι τον θλίβει.

[εικόνα: Ζαχαρίας Στέλλας]

 
Σημείωμα της
Μαριάννας Παπουτσοπούλου
για το βιβλίο «Κατόπιν σύστασης γιατρού» της Ολβίας Παπαηλίου, 
εκδόσεις Θράκα, 2016

Πριν λίγο καιρό έλαβα ως πολύτιμο δώρο το καινούριο βιβλίο της Ολβίας Παπαηλίου, Κατόπιν Σύστασης Γιατρού, μια μυθιστορία. εκδ. θράκα. Το περίμενα με λαχτάρα γνωρίζοντας την ιδιότυπη πλούσια και χειμαρρώδη γραφή της. Το διάβασα σε μια μέρα, το άφησα να καταλαγιάσει λίγο μέσα μου και σήμερα πια αξιώθηκα να γράψω δυο λόγια γι αυτό.

Εικοσιοκτώ μέρες, τέσσερες βδομάδες δηλαδή, δυο παρεμβολές του γιατρού κι ένας επίλογος ή πρόλογος, σελίδες 139. Γράφει η κα Μ.Γκ., ο Γιατρός της, και όλα αυτά στην κλινική, ψυχιατρική βέβαια, «Η ωραία θέα», σε μέρος ορεινό με έλατα, και «ας πούμε ότι υπάρχω». Μέσα από το παραλήρημα της Μ.Γκ. η Ο. Παπαηλίου θα ξετυλίξει μαστορικά αναδιπλώνοντας εκμυστηρεύσεις και ανακαλύψεις του βαθύτερου εγώ, την μυθιστορία μιας γυναικείας ζωής, του αθροίσματος όλων των συγκινήσεων, φόβων, συμπαθειών και αντιπαθειών, αναμνήσεων προσώπων, καταστάσεων και τριβών, οργής, γέλιου και ενθουσιασμών, με τη μαγική της πένα: 

«[…]Όχι πως βέβαια υπήρχε τέτοιος φόβος, πάντα με το μπλαστρόν τον έβλεπα ντυμένο τον πατέρα μου: ήτανε πάντα κύριος στο πως εμφανιζόταν, κι ας ήτανε και άρρωστος, πάντα με κασκορσέ και με πυτζάμα, και με τη ρομπ ντε σαμπρ - και τις παντόφλες του (αυτές που του κένταγα εγώ, με χειροποίητες μπορντούρες, το έργο των χεριών και της αγάπης μου). Ακόμα και το κέντημα ήταν μια πειθαρχία στη συμμετρία: μα φαντάζεστε, θέλω να το τονίσω! Τι θα γινότανε αν η μπορντούρα για τη δεξιά παντόφλα τύχαινε (κατά τρόπον ολέθριο) λόγω αμέλειας να κεντηθεί στην άλλη, την αριστερή;[…]»

Χιούμορ, οξυδέρκεια, σπάνια παρατήρηση και γνώση των ανθρώπινων καταστάσεων όπως διυλίζονται στη μνήμη και στο εγώ, που εξυπηρετεί τέλεια ο εξομολογητικός ρυθμός του ημερολογίου. Κι ακόμη συμβολικές αρετές, χαρακτηριστική λεπτομέρεια και αγωνιακές ερωτηματικές αναζητήσεις στο βυθό της ύπαρξης. Το συνιστώ θερμά.

μ.παπουτσοπούλου

Θανάσης Πάνου
Η αμαρτωλή εντός επίσκεψη

Ήταν τιμή για την αγάπη μας, το ίδιο το σπιτικό μας, να το επισκέπτεται ένα πνεύμα από το υπερπέραν. Αυτή άλλωστε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ φυσικού και παραφυσικού στην κάθε σχέση είναι που δεν αγγίζεται συνήθως, ταμπού που με δαιμόνια αμαρτωλά με ζήλεια βασανίζει. Και ήταν βέβαια απίθανο αλλά και κάτι εκπληκτικό αυτό το βήμα μας που θα μπορούσε να ωφελήσει γενικά και την περιέργειά μας για όλα τα μυστήρια ενός δεσμού. Και αυτό γιατί το πνεύμα μας ήταν φιλικό και ήξερε να ακούει. Καθόταν μαζί μας στο τζάκι και απαλλαγμένοι από τα υπερφυσικά εμπόδια των διαφορετικών διαστάσεων που προέρχονται τα δύο φύλα, αρχίσαμε να βρισκόμαστε σε μια όμορφη ζεστή επικοινωνία. Ώσπου ένα βράδυ το πνεύμα προχώρησε την συζήτηση πιο βαθιά και είπε πως άρχισε να αμφιβάλλει για τις «άμωμες συλλήψεις» μεταξύ όλων των υπάρξεων, όντων και πνευμάτων θηλυκών και αρσενικών. Μίλαγε για τις Συλλήψεις τις απαλλαγμένες από τα προπατορικά αμαρτήματα που βασάνιζαν και τους μεν και τους δε. Λίγο αργότερα, μετά το πρώτο σοκ συμφωνήσαμε πως σώματα και πνεύματα, αρσενικά και θηλυκά, πρέπει να επικοινωνούμε χωρίς στερεότυπα και παρωπίδες. Και έτσι μετά από αυτή την συμφωνία μας, φούντωσε και σεξουαλικά αυτή η κουβέντα. Τότε ήταν που εμφανίστηκαν δίπλα στο πνεύμα της παρέας μας και πνευματάκια τόσα δα, κάτι σαν νήπια χερουβείμ. Αυτά είναι τα παιδιά μου, σκέψεις, ιδέες και αμαρτίες, κρυφοί πόθοι στα σκαριά –είπε ανοίγοντας τρυφερά την αγκαλιά του. Είναι μια κρυφή σύλληψη που κάνει πράξη τις υποσυνείδητες φαντασιώσεις που μέσα μας ελλοχεύουν. 

-Παράξενο, πολύ παράξενο αυτό, είπαμε εμείς τα σώματα. 

-Γιατί το λέτε αυτό-συνοφρυώθηκε το πνεύμα.

–γιατί έτσι χωρίς σαρκική πράξη, δεν έχει νόημα η ύπαρξη της σχέσης ή τουλάχιστον του ενός μοναδικού συντρόφου. Θα μπορούσατε να κάνετε κατά το δοκούν πολλές άμωμες συλλήψεις χωρίς κανένα πρόβλημα ζήλειας! Να γεννάται πολλά παιδιά –ιδέες πόθους και αμαρτίες και μάλιστα να γονιμοποιούνται με διαφορετικούς συντρόφους.  Μετά από αυτή την διαπίστωση τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά. Παρουσιάστηκε αίφνης η γυναίκα του -πνεύμα εξωπραγματικό και αυτή- γούρλωσε τα μάτια της, τον κοίταξε με σημασία και δήλωσε πως ήθελε για πρώτη φορά να έχει σάρκα. Να γινόταν γυναίκα σε φυσικό μέγεθος με στήθια μπούτια και όλα τα καλά της σάρκας. Το ίδιο ζήτησε να πράξει και ο σύντροφό της, το πνεύμα που ερωτοτροπούσε χωρίς άγγιγμα κανένα. Να γίνει δηλαδή άνδρας αληθινός, βαρύς και ολιγομίλητος χωρίς πολλές ιδέες. Μια μεταμόρφωση, μιας στιγμής και μόνο. Μιας στιγμής που θα ζευγάρωναν με όλα της σάρκας τα μουγκρητά. Εμείς, διακριτικοί και ευγενικοί οικοδεσπότες αποφασίσαμε να μην ανακατευθούμε στην νέα αυτή διαμάχη των πνευμάτων μας και αποχωρήσαμε από το σπίτι και μάλιστα παραχωρώντας με ολοκαίνουργια σεντόνια το κρεβάτι μας που ναρκοπέδιο είχε γίνει.

Μετά από λίγες μέρες αποφασίσαμε να ξαναφέρουμε την ίδια κουβέντα. Και τότε με μεγάλη κατάπληξη και αμηχανία είδαμε ότι όλα τα δωμάτια της οικίας μας ήταν γεμάτα με δεκάδες αμαρτωλά παιδιά, σκέψεις κρυφές αρσενικές και θηλυκές και αγκαλιασμένους δίπλα στο τζάκι τα πνεύματα με τα σώματά μας ερωτικά με πάθος πρωτόγνωρο να χαριεντίζονται. Έτσι με αυτό τον τρόπο με αυτή την παραδοχή, φτάσαμε βαθύτερα μέσα στη φύση της σχέσης μας, επεκτείναμε δηλαδή της σάρκας μας τον πόθο στον μυστικό ναό του υποσυνείδητου τον χώρο. Αγκαλιαστήκαμε τότε αληθινά χωρίς κανένα ψεύδος και αίφνης, όλοι των σκέψεων οι αμαρτωλοί επισκέπτες πήδηξαν και αυτοί στην αγκαλιά μας και σάρκες πνεύμα και ιδέες αμαρτωλά παιδιά, βυθίστηκαν στα στήθη μας και ατενίσαμε γεμάτοι εμπιστοσύνη την νέα πορεία της αγάπης μας. Από την καμινάδα του τζακιού εξαφανίστηκε τότε το κακό και ξεφυσώντας ότι και αν ήταν, χάθηκε πηδώντας στο δίπλα σπίτι..


Ναρκοσυλλέκτης

Σεζ λονγκ απλώνονται οι ποιητικές συλλογές
Και τα ποιήματα λιαστές ντομάτες
Αρμαθιές αρμαθιές περιμένουν
Το καραφάκι που δεν έρχεται
Γιατί εκεί που περπατούσε στην άμμο
Πάτησε μια νάρκη
Ντάλα καλοκαίρι
Και η παραλία γέμισε εντόσθια
Κι άλλες ομορφιές και τα ωσαννά φωνάζαν

Διονύσιε, ε Διονύσιε, εσύ βύθισες τη νάρκη;
Henri Cartier Bresson
Σίσσυ Δουτσίου
Ισόβια

Αμυδρό είναι μόνο το χρώμα της φυλακής
σε οποιαδήποτε απόχρωση το διαλέξει κάποιος -
δυσδιάκριτο. Ασαφές.
Η επιείκεια είναι
                            ξεβράκωτη
μαδημένη από πετρόψυχα έντομα.

Χρήματα, χάπια αποτοξίνωσης, ηρωίνη,
τηλεκάρτες, σερβιέτες, σαπούνια, τσιγάρα, ηρεμιστικά
πάνω - κάτω στο ίδιο σκουριασμένο σύρμα στην ταράτσα μαζί με
την νοσταλγία, την τιμωρία, την απομόνωση, την ανάμνηση
μισοκλείνοντας τα βλέφαρα σε οποιοδήποτε κώλο οποιουδήποτε φύλου.

Γωνίες  σκεπασμένες με αποφάγια
Τεράστια θηλαστικά βαδίζουν αργά και τρώνε τα σκουπίδια
Δεν ξέρω πως βρίσκονται μέσα στο προαύλιο θαλάσσια κήτη
Θάλασσα 
Ξηρά
Θάλασσα
Μου λείπει ο ζωτικός  χώρος - αυτή η ζώσα περιουσία του απερίσκεπτου.

Αυθορμητισμός Θάρρος

Θαρραλέα κορίτσια Θαρραλέα αγόρια

Η μυρωδιά της φυλακής είναι απαίσια
ποτέ πένθιμη ποτέ μουχλιασμένη
Ο ήλιος δεν δύει ποτέ σε αυτό το μέρος
Οι κινήσεις των φρουρών τραβάνε το στόμα μου σε τέσσερις κατευθύνσεις
και κάνω μορφασμούς αηδίας.
Τα εγκλήματα της τρίτης πτέρυγας διαφέρουν από τα δικά μου
Εγώ είμαι αθώος
Τα σκεπάσματα είναι μάλλινα χειμώνα καλοκαίρι
 Άντε γαμηθείτε καργιόληδες

7 ημέρες την εβδομάδα
4 εβδομάδες το μήνα
12 μήνες το χρόνο
Το πάτωμα είναι γεμάτο λακκούβες και τρύπες
Οι όροφοι συναντιούνται μεταξύ τους
Από το ένα κελί βλέπεις μέσα στο άλλο
Άλλες χώρες, άλλες πατρίδες, άλλες γειτονιές
Εγώ είμαι αθώος
Δεν φυσάει, δεν λάμπει, δεν ξημερώνει ποτέ εδώ
Υφίσταμαι κρατική βία
Δεν μπορώ να φύγω να πάω πουθενά
Η οικογένεια μου είναι στο μεσημεριανό της τραπέζι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εμένα
Δεν μπορώ να αλλάξω παρέα,
δεν διαλέγω τους φίλους μου,
ίδια γλώσσα άδοξη χωρίς ιστορίες. 
Με το ίδιο σώμα δυο χρόνια τώρα
Η ζωή μου λεπτόσωμη
Ο βίος μου ισχνός
Ο εαυτός μου πλήττει με εμένα
Οι τοίχοι κάνουν πολύ θόρυβο
Και το κουδούνι για τη συνάθροιση στο προαύλιο είναι ένας οξύς παρατεταμένος ήχος
Γαμημένοι 
Είμαι αθώος

Λατρεύω τη ζωή έξω από εδώ
Τους φίλους μου, την πλατεία, τη νύχτα, τα αδέρφια μου
Όλοι με κοιτάζουν
σαν να είμαι απλά ένας πίνακας ζωγραφικής
άψυχος
ή μια βιτρίνα μεγάλου καταστήματος
άψυχη
Αγένεια και τρόμος.
Άντε γαμήσου μαλακισμένε
Ότι είναι από σίδερο έχει σκουριάσει
και οι γυναίκες από το απέναντι κτίριο ουρλιάζουν από τον πόνο
Ότι χτίστηκε δεν γκρεμίστηκε ποτέ
Ότι δόθηκε δεν το φρόντισε ποτέ κανένας
Δωρεές από πλούσιους πνευματικούς πατέρες
στοίβες βιβλία άχρηστα σε άδεια φρεσκοβαμμένα δωμάτια
Στις γυναικείες φυλακές τα βρέφη κλαίνε ασταμάτητα για ένα χρόνο
Στις τουαλέτες των φυλακών ανηλίκων οι έφηβοι ξυρίζουν τα κεφάλια τους
και σημαδεύουν με κορεάτικα σύμβολα τα σημεία που πονάνε.
Ελληνίδες μανάδες πουλάνε ψυχοφάρμακα για να αγοράσουνε καινούργια οδοντόβουρτσα και χαρτί τουαλέτας.
Οι τσαμπουκάδες γίνονται στους διαδρόμους.
Θέλω να πάρω τον Ορέστη τηλέφωνο
Κάθε πρωί ξυπνάς από το τρίξιμο των κλειδιών
Ένας ήχος που θα τον θυμάσαι για πάντα
Η πρώτη γνωριμία φυτρώνει με ένα σωματικό έλεγχο

Εξόριστοι του εικοστού πρώτου αιώνα
Η εξαθλίωση αναστενάζει ολημερίς στα περβάζια των λευκών κελιών
Η φτώχεια υπάρχει παντού σε κάθε βήμα μέσα στα δωμάτια υψίστης ασφαλείας
Γαμημένοι ξεφτιλισμένοι
Ισόβια ξέρεις τι σημαίνει ισόβια ρε πούστη μου ;
Ισόβια
Είμαι αθώος
Το κορμί αλλάζει μέσα στους πρώτους μήνες
πιο αδύνατο από ποτέ πιο χλωμό από ποτέ
Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο
Οι δεσμοφύλακες οδηγούνται από σκυλιά βουτηγμένα σε λάσπες
Ισόβια σημαίνει φόβος
Και μια απέραντη μοναξιά
Το καλοκαίρι ξεκίνησε φέτος πιο νωρίς
Τα κρεβάτια βράζουν για έξι συνεχόμενους μήνες
Τα μάτια ζεματάνε κόκκινα από τη δίψα και τη ζέστη.

Θα ήθελα να δω τις τράπεζες καμένες, τα υπουργεία πυροβολημένα
και τα κοινοβούλια κατειλημμένα από πανέμορφες γυναίκες, τους καλογυαλισμένους ουρανοξύστες αποξηραμένους στην έρημο των μεγαλουπόλεων, την Αμερική, την Κίνα και τις υπερδυνάμεις της Ευρώπης να ζητιανεύουν έλεος από τις φτωχότερες γειτονιές του κόσμου, τα μάτια των πολιτικών απόλυτα τρομαγμένα.
Θα ήθελα να δω τα βουνά τοξικών αποβλήτων στην Ιαπωνία να μολύνουν τα έντερα των επιστημόνων, τους λιγόψυχους να γδέρνονται από το μανιασμένο ύφος των καταπιεσμένων.
Θα ήθελα να δω τις φαβέλες της Βραζιλίας να γκρεμίζονται σαν απογευματινό παιχνίδι μικρών αγοριών την ώρα του ηλιοβασιλέματος - μια για πάντα - τα κορίτσια και οι γιαγιάδες να ξεχνάνε κάθε πένθιμη ανάμνηση και να χτίζουν κήπους και παιδικές χαρές.

Πάνω από τα φέρετρα των καταπιεστών θα ανεμίζουν μαύρες σημαίες.

Εξέγερση στην Α' πτέρυγα
ακολουθούν οι υπόλοιπες 6  πτέρυγες
ένα νοσοκομείο
ένα προαύλιο και
οι γυναικείες φυλακές απομακρυσμένες
πέρα μακριά
2χλμ από το διοικητήριο.

Ισόβια.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA