πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.



ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ

Φύτεψέ με σ’ άγριο χώμα
μες στο κατάκρυο άσε με να βγω
Άμα δε βαστάξω
σημαίνει πως δεν κάνω για χειμώνες.




Ο ΚΗΠΟΣ ή ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Ξεπετρίζεις τον κήπο σου
μα έχεις βουνό ολόκληρο από κάτω
να χαλάσεις.




ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ

Έρωτας·
να μπαίνει από την πόρτα βάδην
τροχάδην να βγαίνει απ’ τα παράθυρα

Με εντυπωσιακή αλλαγή συναισθημάτων.



ΤΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΌ

Τα χρόνια· μπούκαραν μέσα
λυγίσαν τα κλειδιά μπατάρανε τα μάνταλα
ξεχαρβάλωσαν τις πόρτες τα παράθυρα
ξηλώσαν τα πατώματα
Στο πλυσταριό πάνω καθίσανε μούχλα

Λάμπαξε ο σπιτονοικοκύρης
λουφάξανε οι ένοικοι.




ΚΑΚΟΗΘΗΣ ΥΙΟΣ

Γόνιμος καρπός που καταπίνω ‒γέννα‒
και είμαι έγκυος στη μάνα μου
Έρχεσαι από μέρος εύφορο
ζητάς χρωστικά κι αγύριστα μα δεν περισσεύουν
Ούτε το γάλα στο βυζί δε φτάνει

Μην περιμένεις πολλά από καλοχαϊδεμένους.



Παίζοντας σκοινάκι

Δεν παίζει, μονάχα τραγουδά
και παρατηρεί τα κορίτσια εκείνα
με τον φωλιασμένο στην καρδιά τους φόβο
καθώς το φίδι σέρνεται πλάι τους
απειλώντας με ένα και μόνο τσίμπημα νωχελικό
το κορίτσι να πάψει να είναι κορίτσι
και το κάθε της τραγούδι να σιωπήσει.

Μα δεν σιωπά, καθώς κι αυτά
αέναα περνούν μέσα από αψίδες θριαμβικά.
Με το ύψος τους αναμετρώνται
πριν αποφασίσουν να σκεβρώσουν.
Το φίδι σείει συθέμελα τις καμάρες τους
και προλέγει για μιαν Αλίκη πως από μια χασμωδία
μέσα σε μαιάνδρους λεκτικούς θα ενηλικιωθεί.

Ήρθε καιρός λοιπόν και σιώπησε.
Η αρένα της ένα απέραντο λευκό,
άσπιλο από το κόκκινο κάθε χαμένης μάχης.
Κι ήταν όμως σε αυτές τις κερδισμένες
όταν ξαπόσταινε για λίγο σε εκείνα τα σκοινιά
όπου άπλωνε τα τρικυμισμένα της τραγούδια τα παιδικά
κι αναρωτιόταν, τι θα γινόταν αν τα σκοινιά γίνονταν κάποτε θηλιά.




Μέδουσα

Συναντά την εφιαλτική γοργόνα.
Γρατζουνάει ανυποψίαστους λουόμενους.
Συνοδεύει μέδουσες στο ακρογιάλι.
Βυθίζεται με ομαδικές ρίψεις βοτσάλων
για να αναδυθεί πάλι,
το ξύλο που κολυμπάει στη θάλασσα
κάθε που πρόσωπα παραμορφωμένα
φιλιώνουν πηγμένα απ’ το ηλιόφως αμμοχάλικα.

Ξυπνώ.
Εγώ,
γιατί δεν πέτρωσα απ’ τον φόβο;

Σε λίγο θα ‘ρθουν τα κορίτσια
να παίξουμε πεντόβολα.



1η δημοσίευση "Μονόκλ"


Ζητήματα πολιτικής οικονομίας

Κατακλυσμός θετικών μηνυμάτων
για το μυθολογικό πλάσμα
της οικονομίας

Ο πληθωρισμός χαλάρωσε τα σκοινιά
κατήλθε της τροχιάς του
αγγίζοντας το ξεχωριστό μηδέν
οι τιμές ευτυχώς δεν μεταβλήθηκαν
και έτσι οι τσέπες
πάλι άδειες

Το πλεόνασμα αυτοδιπλασιάστηκε
με ικανότητες δανεισμένες
από μικροοργανισμούς
όπως η αμοιβάδα
ή η άνοιξη
δίνοντας στον κόσμο
πλεόνασμα και πλεόνασμα
άρα υπέρ-πλεόνασμα
και οι κάνουλες ανοίξανε
πληρώνοντας τα δάνεια
όπως ανοίγει ένα μπαούλο
ή ένα δώρο
αχόρταγα

Η ανεργία μειώθηκε
εμπλέκοντας ανθρώπους στη ζωή
αυξάνοντας τη ζήτηση
για περικάρπια, επιγονατίδες
ορθοπεδικά και επιδέσμους
γεμίζοντας με τη σειρά της
τις ελεύθερες ώρες
φυσικοθεραπευτών
χαρτοπαικτών
και ασφαλιστών

Έμπλεος μέσα στην ευωχία
του κατακλυσμού
θετικών μηνυμάτων
φωτίζω τη ζωή
γεννιέμαι και γεννάω
παντρεύομαι και βαφτίζω
μαθαίνοντας να αγαπώ
την πολιτική οικονομία
και να σκέφτομαι

οικονομικά


September: Η σκοτεινή ωδή του Γούντι Άλεν στο Σεπτέμβριο


Ο Γούντι Άλεν αγαπάει τον Μπέργκμαν. Κι αν συχνά ο Μπέργκμαν μοιάζει να μην αγαπάει τον Γούντι Άλεν, ο Άλεν, με το «September» παίρνει τη ρεβάνς και αγνοεί επιδεικτικά τα δύστροπα βλέμματα και τα επίδοξα σχόλια του Μπέργκμαν, αποτίοντας το δικό του φόρο τιμής στη «Φθινοπωρινή Σονάτα» και σε όλους εκείνους τους Σεπτέμβριους που δεν δίστασαν ποτέ να παρασύρουν εσκεμμένα όλα μας τα καλοκαίρια.

Είτε είστε απ’ τους θιασώτες της αντίληψης που θέλει τους μήνες να αποκτούν προσωνύμια αναλόγως των υποτιθέμενων ιδιοτήτων τους με αποτέλεσμα ο Μάρτης να είναι γδάρτης, ενώ ο αμέσως προηγούμενος του Φλεβάρης να μυρίζει καλοκαίρι, είτε απ’ τους θιασώτες της ταύτισης των μηνών με στιγμές και όχι με χιόνια και αέρηδες, ο Άλεν πιάνει στην καλλιτεχνική του φάκα τον ιδιαίτερο -αν όχι δύσκολο Σεπτέμβρη.
Ένα δράμα δωματίου, ένα κάποιο καλοκαίρι και το φάντασμα της «Φθινοπωρινής Σονάτας» να πλανάται υδροκέφαλο και απαιτητικό πάνω από κεφάλι του Άλεν και των ηθοποιών, στήνουν επιδέξια το σκηνικό για έναν από τους πλέον γλαφυρούς κινηματογραφικούς Σεπτέμβριους. Σε ένα εξοχικό σπίτι από σπόντα της τύχης και της ελευθεριότητας του καλοκαιριού, θα βρεθούν μάνα (Diane), κόρη (Lane) με τους εκατέρωθεν συντρόφους, (Lloyd, Peter), ένας γείτονας (Howard) και η κολλητή φίλη της κόρης, (Stephanie). Το ερωτικό γαϊτανάκι δε θα διστάσει να εκμεταλλευτεί τη θερινή απομόνωση της εξοχικής κατοικίας και να μπλέξει αδυσώπητα στα δίχτυα του πρωταγωνιστές, ενώ ταυτόχρονα η άφιξη της μάνας θα καλέσει μοιραία σε οδυνηρές συνειδητοποιήσεις.

Κι αν ο Γούντι Άλεν δεν κατάφερε ποτέ να γίνει Μπέργκμαν στη θέση του Μπέργκμαν, εδώ, τα ψήγματα του κοσμοαγάπητου γουντιαλενισμού χάρισαν στην κινηματογραφική ιστορία μια ταινία ερωτικό ραβασάκι στον μεγάλο Σουηδό, που ,όμως, τελικά βρίσκει τη δική της φωνή όχι στη μάνα μας, αλλά σε όσα μας παίρνει πίσω ανελέητα το φθινόπωρο. Κι αν η επικαιρότητα της τέχνης είναι συχνά άλλοθι –εν είδει της περίφημης δίαιτας «από Δευτέρα»- για την επ’ αόριστον αναβολή μιας ταινίας για κάποιο Μάρτιο ή Ιούλιο, ο Άλεν στήνει εδώ μια ιστορία πλασμένη για να αγαπηθεί από έναν βέρο Σεπτέμβριο και να βρει το κοινό της σε όλα εκείνα τα μισοτελειωμένα αποκαλόκαιρα.

Εκείνα τα αποκαλόκαιρα που νομίζουν ακόμα ότι μπορούν να διώξουν το από. Που ακόμα μπορούν και μετράνε παγωτά και μπάνια. Τα αποκαλόκαιρα που είναι παιδιά και νομίζουν πως κρατάνε για πάντα. Αυτά τα αποκαλόκαιρα που θα βάλεις ζακέτα γιατί, εν τέλει, κρύωσες και «τι να κάνεις, δε θα κάτσεις να κρυώνεις» αγγίζει, τελικά, το «September» με ένοχη τρυφερότητα. Τους χώνει βιαστικά τη ζακέτα που ποτέ δεν ζήτησαν και τα αφήνει μετέωρα να μετράνε ακόμα τις ηλιόλουστες μέρες τους.


εκδ. Σαιξπηρικόν


ΧΩΡΙΣ ΦΤΕΡΑ

Μια πολυκατοικία πετάει, χωρίς φτερά. Απλώς είναι στον αέρα.
Δεν είναιτο σπίτι μου. Το σπίτι μου είναι απέναντι. Εγώ το
κοιτάω. Περίεργο. Δεν φοβάμαι. Δεν φοβάμαιτη σκιά του,
φοβάμαι μόνο για τα ρούχα που βλέπω απλωμένα. Μην πέσουν,
από τόσο ύψος δεν θα τα καταφέρουν. Ένα πρωί μπήκα στο τρένο
για να πάω στο τρένο, για να πάω κάπου - δε θυμάμαι που- δεν
έχει και σημασία. Με προσπέρασε ένας παππούς που κρατούσε
στο χέριτου ένα θαύμα. Όχι, ένα παιδάκι. Το είχε πάει βόλτα να
μετρήσουν πόσες φορές περνάει η ζωή και φεύγει, πόσοι
άνθρωποι δεν κοιμούνταιτα βράδια, μα ξυπνούν το πρωί μ’ ένα
γκρι περιστέρι στο στήθοςτους. Όχι εγώ. Οι άλλοι. Οι άλλοι μ’
ένα γκρι περιστέρι. Εγώ είμαι.



ΚΥΚΛΑΔΙΚΟ ΕΙΔΩΛΙΟ

Σε φαντάζομαι άσχημο, μικρό και ανακατεμένο με χώμα. Με
φαντάζομαι όμορφη, ψηλά, με αέρα. Τι πόνος, να πετάω εγώ. Να
φεύγω. Την άνοιξη πάντα εκεί φύτρωνε λίγο χαμομηλάκι. Σε πίνω.
Είσαι μέσα μου,το ξέρω. Στην κοιλιά μου έχεις χτίσει έναν τάφο.


MΑUD WAGNER
the Inked woman

Είσαι η ατραξιόν του τσίρκου. Λυγίζειςτο κορμί μοναδικά,
γυρνάς ανάποδα καιτα σκοινιά δαμάζεις. Αγαπάςτις μικρές πτήσεις,
αυτές που χρειάζονται ώμο αρσενικό, αφού οι κυρίες (ξέρουν να)
υποτάσσουν τα λιοντάρια που αγαπούν. Τα πάνε για νερό,
τα προσκυνούν κι αυτά ησυχάζουν. Τώρα γράφεις μπλε.
Γιατί μπορείς. Γιατί σε δίδαξε αυτός απ’την αρχή τις λέξεις.
Τα ζώα που μετράνε. καιτ’ όνομά σου, γράφεις, στο χέριτο αριστερό,
γιατί είσαι ένα θέαμα φοβερό vα σπας που ξέρεις
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA