Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
And if we are to die tonight
Is there moonlight up ahead?
I remember the showers
But no one puts flowers
On a flower's grave
Flower Grave, Tom Waits

εκδ. Μελάνι

Οφηλία

Η Οφηλία επιπλέει
Η Οφηλία αναπνέει
Τι ωφελεί Οφηλία στους νεκρούς η αναπνοή
τι ωφελούν στους τυφλούς τα ανθισμένα βλέφαρα
οι μαργαρίτες στον θάνατο τα χρώματα
δεν ξεγελάνε κανέναν

Θυμήσου Οφηλία τα πρωινά στην εξοχή
στο βασίλειο της Δανιμαρκίας
ο κόσμος ήταν απέραντος
οι δρόμοι όλοι ανοιχτοί

είπα “πατρίδα μου είναι τα χέρια σου”
“τόπος ιερός η Ουτοπία”
είπες “ας ήταν να πεθάνουμε απόψε
που έχει ένα τόσο ωραίο φεγγάρι στον ουρανό”

Οφηλία της νιότης μου παλιά οφειλή
Πού ζεις; άραγε είσαι ευτυχισμένη;

 Γιατί δεν πέθανες, ως όφειλες, Οφηλία
τότε που ακόμα ήταν καιρός
Τότε που έπρεπε
Τότε που ορκίστηκες, Οφηλία

- από αγάπη;



Ονειροδόχοι / Οδηγίες σε τέσσερις πράξεις
“Μην εγκαταλείπεις το όνειρό σου - άφησέ το σε εμάς»

Ι.
Βάζεις στην καταπακτή το όνειρο, κλείνεις την πόρτα και το όνειρο γλιστράει : ανώνυμα.
Ένα γράμμα από τις αρχές σε ενημερώνει ότι έχεις δικαίωμα να το διεκδικήσεις εντός 8 εβδομάδων.
Μετά από τον δοσμένο χρόνο το όνειρο κρίνεται ανεπιθύμητο και δίδεται  για υιοθεσία.
Ανήκει στο κράτος.

ΙΙ.
Συνωστισμός στις ονειροδόχους.
Εγκαταλείπεις το όνειρο.

ΙΙΙ.
-Είναι δηλαδή οι ονειροδόχοι χώροι υγειονομικής ταφής απορριμμένων επιθυμιών, κάτι σαν χωματερές ή καταπακτές, καταθέτες έκθετων;
-Δεν ξέρω να πω με σιγουριά. Κανένα όνειρο δεν επέστρεψε. είναι ξύλινα κιβώτια. Συρτάρια σε εφηβικά γραφεία. Φέρετρα μικρά. Τις νύχτες, ευωδιάζουν ευχάριστα: κέστρο, ή μάλλον,  γιασεμί, γιασεμιά της νύχτας.

ΙΙΙ.
Χρόνια μετά αναρωτιέσαι αν επέζησε. Το αγάπησαν οι ξένοι όπως θα το είχες αγαπήσει; Στολίζεσαι τα παιδικά σου ρούχα και περιφέρεσαι νύχτες στις παιδικές χαρές.  Άνοιξη (ω γλυκύ μου έαρ). Βρέχει όπως πάντα βρέχει στην περιφορά. Αιώνες περιφέρεσαι στολισμένος και βρέχει.

Αιώνες βρέχει στην περιφορά της παιδικής ηλικίας σου.




Είκοσι τέσσερις ιστορίες φαντασμάτων

Όσο αδειάζει τόσο μεγαλύτερο γίνεται το δωμάτιο
οι αγαπημένοι φεύγουν
κρατούν την ψυχή τους αναμμένο κερί
στην παλάμη τους
την φρόντισαν την βάσταξαν όπως μπόρεσαν
κίτρινο λουλούδι μαλακό στον ρέοντα κόσμο
σε καιρούς αγονίας
πλημμυρών

ανάχωμα

τώρα περιμένουν καρτερικά
τον μεγάλο κατακλυσμό
το ξερίζωμα
κι η σειρά όλο μικραίνει
οι σκιές εγκαθίστανται
το σκοτάδι κερδίζει

Ο τελευταίος θα διηγηθεί την πιο παράξενη ιστορία

Θα πει για τα παιδιά που τα βρήκε η νύχτα
να παίζουν ξιπόλητα
στους ασπάλαθους
για τις φωνές και τα γέλια τους
που αντηχούσαν δυνατά
μές στους κήπους
θα την αφηγηθεί με φωνή στεντόρεια καθαρή
σα να ναι η πρώτη ιστορία του κόσμου
η ομορφότερη
κι ας ξέρει πως δεν έχει μείνει πια να την ακούσει κανείς

ύστερα θα κλείσει την πόρτα πίσω του
απαλά παίρνοντας μαζί
και το φως του



Το κάλεσμα της νύχτας (L’ appel de la nuit)

Στο σπίτι μας δεν ανθίζουν εποχές
Ανθίζουν τα μαλλιά μας
Συχνά ακούς τριγμούς μες στην σιωπή
φυλλώματα σέρνονται στα δωμάτια
πέπλα ριχτάρια παντού κρέμονται
στα πόδια, στην πλάτη, φίδια ζωντανά στα πλευρά μας

Από τον ήχο στα δάπεδα καταλαβαίνεις αν είναι ξερά
τα φύλλα
ηχούν ξυραφιές σε γυμνά δέρματα στους ώμους μας
μοιάζουνε γλώσσες ερπετών, σαλεύουν ως τους καρπούς των χεριών
χαμηλά ως μέσα στα δάχτυλα

Στο σπίτι μας τα φυτά μπερδεύονται στα βήματα
στις γωνιές, στα παράθυρα, στα κρεβάτια
οι μίσχοι, οι ανθοί πλέκουν, τυλίγονται, σμίγουν σκύβουν
παντού
Η μητέρα λέει πως πρέπει να καθαρίζουμε
Στο σπίτι μας είναι πάντοτε φθινόπωρο

Η μητέρα έχει τον μεγαλύτερο κισσό απ’ όλους το αναρριχητικό
το πιο όμορφο
οι παραφυάδες πέφτουν στα μάτια της -αφέλειες
που μια μέρα θα κρύψουν εντελώς το πρόσωπό της
⁄ Η μητέρα υπήρξε βέβαια αφελής
όμως μεγάλωσε με τον καιρό
Ο μίσχος σκλήρυνε άκαμπτος λαιμός
Το αναρριχητικό ξυλοποιήθηκε/
Την εμποδίζει να δει
Την εμποδίζει να βαδίσει

Στο σπίτι δεχόμαστε σπάνια επισκέψεις
Μια μέρα η μητέρα φώναξε τη νύχτα
(ή ίσως η νύχτα φώναξε τη μητέρα)
Ήρθε αχάραγα με μια λάμπα πετρελαίου/θυέλλης που όλο έσβηνε
κι ένα λιτό σεντόνι λινό ριγμένο στους ώμους

Τη βάλαμε να κάτσει βγάλαμε το ακριβό σερβίτσιο
Έφερε ενα γύρο το δωμάτιο κι έφυγε
χωρίς να πει ούτε λέξη

Από τον καιρό εκείνο τα αναρριχητικά πυκνώσαν ανεξέλεγκτα
το μέσα τοπίο ερήμωσε
σκληρύναμε
Δεν περιμένουμε κανέναν

Μείναμε να κοιτάζουμε την άδεια καρέκλα ακίνητοι
το κενό
μέσα από πλέγματα από φύλλα πυκνά
θέλουμε αλλά δε μπορούμε πια να στρέψουμε αλλού το πρόσωπό μας
Εκάβη

«όλοι εν τέλει είναι δούλοι στην τύχην και στην στερρὰν ἀνάγκην» Ευριπίδης

Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.

Τα παλάτια της Τροίας λεηλατήθηκαν
σαν φίδια άλλαξαν δέρμα οι κυράδες.
Ωμές.
Αδίστακτες.
Το σώμα θα ταφεί.
Κανείς δεν θα πετάξει τους ξένους,
τους φίλους ή τους συγγενείς
μέσα στη θάλασσα.

Έτσι μοιάζει ο πόλεμος Εκάβη.

Τρομαγμένα αστέρια σκέπασαν με πάχνη τα ποτάμια.
Η ερημιά της πόλης έθαψε τα παιδιά της στο αίμα.
Οι ανθισμένοι κήποι σύστησαν τον τρόμο στους εφήβους.
Τα τριαντάφυλλα δίστασαν να θαυμάσουν το χάραμα και
τα πέτρινα σπίτια εγκαταλείφθηκαν από τα χελιδόνια.

Αυτός είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην διακινδυνεύεις τη ζωή σου
θα τυφλώσουμε τον άκαρδο τύραννο,
τον πατριάρχη, τον βασιλιά, τον αυτοκράτορα.

Οι παρθένες έθαψαν τις αρετές τους.
Ανήμποροι γερασμένοι άντρες χάθηκαν στις γωνίες των δρόμων.
Οι τραυματισμένοι ήρωες χλόμιασαν σαν αλεπούδες
κάτω από τα ρούχα της μάνας τους.

Αυτό είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην στεναχωρείσαι
θα επιτεθείς στη Χώρα των Κυκλώπων.

Τα βρέφη κοίταξαν τα δάκρυα των άταφων μονομάχων.
Αδέσποτα σκυλιά μάζεψαν τις
τελευταίες νυχτοπεταλούδες της πόλης.

Φυλακές δεν υπήρχαν.
Στρατός δεν υπήρχε – μόνο
το όραμα της διαμαρτυρίας και αυτός ο περίφημος χορός.
Η τρέλα αντιλαλούσε ανάμεσα στα δάχτυλα της.

Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.

Οι εχθροί αφάνισαν τα καλοκαίρια.
Οι μισθοφόροι πυροβολούσαν ασταμάτητα
το φως των γιορτών.
Ο λαός προσευχόταν κρυφά σε παραιτημένους στάβλους.
Οι λεγεώνες των άλλων ίππευαν ταύρους
και αετούς πάνω από τα κεφάλια μας.

Το χρυσό εξερράγην στα χέρια των βασιλιάδων.
Μην ανησυχείς, Εκάβη μου
θα εκδικηθείς για το χαμό του γιού σου.

Ο πόλεμος έγινε όργανο του ανθρώπινου σώματος.
Η Πολυξένη παραδόθηκε στους θεούς.
Εκάβη μου, ετοιμάσου.

Μπορείς να μην αγαπήσεις την πατρίδα σου.
- βάρβαροι στη θέση των βαρβάρων -
Τα έθιμα ομολόγησαν την μυρωδιά της γης τους
περιέγραψαν την ηρωική ευγένεια
του παλιού κόσμου.

Σκορπίστηκαν σκελετοί βασιλιάδων
στις γυμνές αποθήκες των σκλάβων –
ένα πρωί που η στρίγγλα συνείδηση
αρνιόταν να το πιστέψει.

Η σιωπή αγκάλιασε τα παιδιά.
Φόνος εν ψυχρώ. Η πόλη θρηνεί τις έξι κόρες αυτού του κόσμου:
την Αγαθοεργία
την Προσήλωση
την Υπομονή και τη Διαύγεια
την Ηθική και
την Σοφία.

Η πόλη θρηνεί Εκάβη μου.






ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΜΠΑ 
εκδ. Εκάτη


Πάντα ελπιδοφόρο,  μα και πάντα ριγοφόρο το να βλέπεις να ξεπετάγονται εμπρός σου ουτοπίες. Τόποι που δεν υπήρξαν μέχρι την στιγμή που έγιναν αντικείμενο μιας υπολογισμένης περιγραφής, χώρος όπου κάποιος Μύθος εκτυλίσσεται. Ένας  Μύθος άξιος αφήγησης. Τέτοιος τόπος η Άλμπα. Ουτοπία με τα  όλα της. Ένα κατοικημένο ενδεχόμενο. Σε αυτήν ο άνθρωπος είναι μια κλωστή θαυμάτων ραμμένη σε αντίο –υπέροχος στίχος. 

Η Άλμπα είναι βγαλμένη από τα βάθη του υποσυνείδητου. Δίχως οριοθετήσεις, δίχως σχήμα, δίχως περιγράμματα. Το χρώμα είναι σχήμα. Ο ουρανός ρουφάει τα κτήρια. Οι αποστάσεις διαρκούν 10 λεπτά. Όλες οι αποστάσεις. Η βροχή μπαίνει, στα σπίτια της και το έξω χάσκει αδιάβροχο. Οι νεκροί αλλάζουν πλευρό ταυτόχρονα με αποτέλεσμα να αλλάζει θέση στον χάρτη η Ανατολή και η Δύση. Αυτά και δεκάδες ακόμα μικρά αμετάκλητα θαύματα επιχειρεί ο Αρχιτέκτονας-Οικιστής να οριοθετήσει, να σχηματοποιήσει και να ορίσει. Φτιάχνει γειτονιές, τις χωρίζει, κατονομάζει για κάθε μια ό,τι την χαρακτηρίζει. Το αναπάντεχο, το ανοίκειο και το παράλογο, χρησιμοποιούνται μαεστρικά από τον Τσαλαπάτη ώστε να δοθεί γλώσσα στο Άρρητο του Ονείρου, από το οποίο η γυναικεία τούτη πολιτεία έχει ξεπηδήσει και να περιγραφούν όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν το χώμα, τον αέρα και τους ανθρώπους της Άλμπα.

Η αποτυπωμένη Άλμπα είναι ό,τι περίσσεψε. Μας την παρουσιάζει κάποιος που μαθαίνει πώς συντάσσεται εκείνο που λιγοστεύει, ένας σιωπηλός που την προσφέρει σε εκείνους που σιώπησαν. Τέτοιος ο ποιητής. Τέτοιοι κι εμείς. Επισκέπτες ενός μουσείου στο οποίο ακίνητοι απορούμε, κι έτσι έκθετοι στη νεόκοπη απορία καταλήγουμε εκθέματα- η αλληγορία της σημερινής εποχής σε μια από τις πιο ευφυείς της εξεικονίσεις. Κι ο χρόνος πάντα κυκλικός και αιώνια αυτοτροφοδοτούμενος είναι εκείνος που μας σπρώχνει να γαντζωνόμαστε στα κλαδιά, όχι για να μην πέσουμε, αλλά για να σφίξουμε όλο το πέταγμα που περίσσεψε από τη μέρα μας. Αυτό το ιερό υπόλοιπο που τροφοδοτεί την υπόγεια κι ονειρική ζωή μας. Τέτοια η Άλμπα. 

Ως εκ τούτου έχει γειτονιές, όπου κυριαρχεί το κομμάτι μας το εφιαλτικό. Εκείνο που κουβαλά το αίμα το φερμένο από τα σπλάχνα της γης ως το κατώφλι της πόρτας μας. Οι βρύσες τότε μένουν ανοιχτές να τρέχουν όλη μέρα –εξιλέωση;- κι έπειτα με βόλτες και ακατανόητα μουρμουρητά η υπόλοιπη μέρα κυλά –άλλη μια κοφτερή αλληγορία για την υπόγεια σχέση όλων μας με αυτό που θα γίνει Ιστορία. Άλλωστε όσο μεταφυσικό κι αν είναι το ένδυμα της Άλμπα, δεν παύει ταυτόχρονα να προσφέρει μια υπερρεαλιστική αναπαράσταση της Ιστορίας: Παλιότερα τα ασανσέρ δεν γνώριζαν πώς να μετακινηθούν προς τα κάτω και ολόκληρη η πόλη μοιραζόταν ένα και μόνο φακό και την πίσσα που αφήνει στο βήμα το μαύρο. Πλέον   άνθρωποι ξεχύνονται με απόχες και κλούβες κυνηγώντας το λίγο που γίνεται πολύ, όταν το πολύ δεν φτάνει. Δίπλα σε αυτούς, τους τόσους πολλούς, άνθρωποι χάνουν την σκιά τους στη φλόγα ενός σπίρτου και η ηλικία ενός κοριτσιού είναι άντρες γεμάτοι σώμα, ηλικία και ύψος.

Μιλώντας πιο αποστασιοποιημένα και κάπως ψυχρότερα θα μπορούσα να υποστηρίξω πως ο Τσαλαπάτης κατορθώνει το πλέον δυσχερές στους καιρούς μας: την ανοικείωση, το σμπαράλιασμα των νοητικών αυτοματισμών του αναγνώστη . Ο τελευταίος ξεβολεύεται από τον ορίζοντα των προσδοκιών που του γεννά σε γενικές  γραμμές η νεωτερικότητα του παρόντος ποιητικού τρόπου. Ναι, η Άλμπα ξεβολεύει, θέλει αναγνώστες τροχισμένους από τα δόντια του Ονείρου. Η περιπαιχτικότητα της μορφής, με τις κοφτές πεζολογικές φράσεις τοποθετημένες έτσι ώστε να ξαφνιάζουν, υπηρετούν μια μεταφυσική που συνήθως μετέρχεται άλλους πιο πυκνούς τρόπους. Την ίδια στιγμή η παιγνιώδης καταβολή της γραφής του δεν φείδεται φιλοσοφικού βάθους. Θα έλεγε κανείς πως είναι αποτέλεσμα του τελευταίου. Η Πέμπτη γειτονιά της Άλμπα με τους τρεις δολοφονημένους Νίτσε έρχεται να αποδώσει με τον γλαφυρότερο τρόπο το πώς ο ποιητής ενσωματώνει στο ποιητικό του Σύμπαν τις προσωπικές προσλαμβάνουσες από τις κλασσικές και παραδοσιακές δεξαμενές Πνεύματος. Το χιούμορ γίνεται κλειδί εμβάθυνσης. 

Στην έβδομη γειτονιά της Άλμπα θαρρώ πως ο Αρχιτέκτονας, τοποθέτησε την πυρηνική ιδέα ολόκληρου του ποιητικού του αποτελέσματος. Αυτή εκφράζεται μέσω εκείνων που αφηγούνται για να καθησυχάσουν τον εαυτό τους πως αυτοί οι ίδιοι είναι αληθινοί., έχοντας οικοδομήσει μια εντελώς προσωπική γλώσσα, ακατάληπτη στο πρώτο άκουσμα, οικεία στην συνέχεια. Κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε παύση είναι επιβεβαιωμένα αληθινή. Αυτή η σύμβαση είναι ο μοναδικός τρόπος για να πάρει υπόσταση το «αφηγούμαι, άρα υπάρχω».

Ο Πεσσόα θέλοντας να μιλήσει για τον Χρόνο, είχε αναρωτηθεί, αν κάποιος που αυτοκτονεί και κάποιος που τυχαία γλιστρά από τον ίδιο γκρεμό, έχουν την ίδια ταχύτητα πτώσης. Θα διανύσουν την απόσταση στον ίδιο χρόνο; Όσοι σε αυτή τη ζωή απαντούμε αρνητικά, μπορούμε να θεωρηθούμε κάτοικοι της Άλμπα. Καθένας μας είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να υπάρξει από πού δεν υπάρχει και αυτό που κάποτε υπήρξε…. Γιατί  το παρόν είναι ο χρόνος και η στιγμή ηλικία.

Ναι, η Άλμπα, αυτή η γυναικεία πολιτεία που ο αναγνώστης, -ή περπατητής του ονείρου του- σε εφτά ημέρες –όσες χρειάζεται κάθε δημιουργία που σέβεται τον εαυτό της- μπορεί να περιδιαβεί, είναι απόλυτα βίωμα του Ποιητή της. Είναι όμως ταυτόχρονα μια Πόρτα για όλους μας, φτιαγμένη ώστε να χωρά του καθενός το μέτρο και το βλέμμα. Γεμάτος γλυκιά σαστιμάρα κάθε τόσο την διαβαίνω και ενεός περιδιαβαίνω σε ό,τι πίσω της ξετυλίγεται. Γιατί η Άλμπα είναι μια πόλη που λατρεύω να επιστρέφω –αναγνωστικά, γιατί υπαρξιακά αγνοώ αν έχω φύγει ποτέ. 

εκδ. θράκα


τα χρώματα είναι
μπλε είναι
η θάλασσα
τα ματόχαντρα
η επιθυμία
το ξημέρωμα
κόκκινο είναι
το αίμα
η μητέρα
το κόκκινο χώμα όταν το λέει κοκκινόχωμα
το ξαναμμένο κίτρινο
μαύρο είναι
οι ψαράδες
οι πενθούντες
οι νεκροί
λευκό είναι
όχι το χαρτί
όχι


*

αυτός ο κόλπος έχει κάτι το γνώριμο
η θάλασσα είναι κοριτσάκι
ευπειθής κι αναποφάσιστη
υγραίνεσαι χωρίς επίπτωση
ξέρεις όμως πως θα έρθει δειλά
κι έρχεται δειλινό
ο κόλπος γίνεται κλοιός
αγνώριστος εσύ
γρυλίζεις χωρίς επίπτωση
κι η θάλασσα πηχτό φαρμάκι
και μαύρη γριά μάγισσα
έχει γεράσει εν ριπή το κοριτσάκι
έχει κρατήσει το άρωμά σου
φτιάχνει πάνω του αντίδοτό σου
μέχρι το πρωί
θα σωθείς
θα έχεις γίνει ομίχλη


*

η σκέψη τους ήταν
σε προχωρημένη σήψη
κι ο θεός τούς έμοιαζε
αλλά δεν τους μιλούσε
αυτά μιλούσαν πολύ
και πονούσαν
είχαν σπίτια κι εργαλεία
άνοιγαν το στόμα
πίστευαν πως τραγουδούσαν
έτσι φρικτά είδα να ζουν
τα πλάσματα που θάβουν τους νεκρούς τους


*

ψίθυρέ μου
αποψινέ
παντοτινά ξένη
γλώσσα μου
είσαι η λέξη που δεν άκουσα
είσαι η λέξη που μόνο άκουσα



δεν απαντάς
ισμαήλ
ξέρεις είσαι
η απάντηση


---


Παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα :

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου και ώρα 19:30, 
στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, Ακαδημίας 32

Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν οι ποιητές: 
Ορφέας Απέργης, Γιάννα Μπούκοβα, Σταμάτης Πολενάκης
εκδ θράκα


ΙΙΙ
Μια λέξη εσύ
Μια λέξη εγώ
Τέσσερα χέρια βυθισμένα
στο ελάχιστο


Δεν

Δεν είμαστε ποιητές του Κέντρου
Είμαστε φυλλωσιές
του πυρπολημένου δέντρου
Παιδιά των νεκρών.


Savoir vivre
Ι
Καθάρματα!
Θάβουμε τους νεκρούς
κι ύστερα τρώμε


ΙΙ
Δεν ξεχνούμε να ξεχνάμε ότι ξεχάσαμε
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA