πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.
Οι «Φίλοι στο Φίλιον» 
σας προσκαλούν την Τετάρτη 22 Ιανουαρίου, στις 20:30

σε μια μουσικοποιητική βραδιά  με 
8 ποιητές 
και έναν φλαουτίστα

Συμμετέχουν οι ποιητές: 
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Άννα Γρίβα, Ανδρέας Κεντζός, Δήμητρα Κωτούλα, Αλέξιος Μάινας, Δημήτρης Πέτρου, Σταμάτης Πολενάκης, Νίκος Φιλντίσης.

Την βραδιά πλαισιώνει μουσικά ο Νίκος (Νικόλας) Χαλκιάς 
Προλογίζει ο Θέμης Ροδαμίτης

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020
Ώρα έναρξης 20:30
Καφέ ΦίλιονΣκουφά 34
-Είσοδος ελεύθερη-

Η έννοια της δημιουργίας στο Ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα





[...]
Το σώμα μου σιδηροπαγές και άκαμπτο
προτιμά το θέατρο απ’ τη διχασμένη ζωή του.
(Δέκα μαδέρια, μια κουρτίνα, λίγο δόλο)
Ποιος μπορεί να πει εγώ και να εννοεί εμένα;

Υπαισθησία της διπλανής θέσης
στην οποία κατακάθομαι.
Ένα σακί σε σιτοβολώνα
Ένα σκουριασμένο άλογο.
Ένα βιβλίο στο ράφι με τα αστυνομικά.
(σ. 55)

Το Ξυράφι του Όκαμ του Αλέξιου Μάινα (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014, σ. 79) είναι μια ποιητική αφήγηση από το εικοσιτετράωρο πρόγραμμα (από αυγή σε αυγή) του υποκειμένου που γράφει. Μία ημέρα στη συνείδηση του ποιητικού εγώ, το οποίο καταγράφει την πάλη του ανάμεσα στην ποιητική δημιουργία από τη μία μεριά, και στην τριβή με τις καθημερινές ασχολίες και συναναστροφές από την άλλη.
Το πλαίσιο είναι μοντερνιστικό. Έχουμε ποίηση με εσωτερικό μονόλογο, σύμφωνη με τη ροή της συνείδηση. Το ποιητικό εγώ έχει οξυδέρκεια, σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, αλλά καθετί είναι φευγαλέο στη σκέψη του, επομένως αδυνατεί να συνδεθεί με ένα βαθύτερο συναίσθημα ή να δώσει μια εξέχουσα οπτική εικόνα. Η ματιά είναι αποσπασματική, κυνική και εγωκεντρική -παθογένειες της υποκειμενικότητας.
Όσο προχωρά η αφήγηση το σκηνικό αλλάζει: Στο σπίτι, επισκέψεις σε φίλους, Αθήνα κέντρο, στο θέατρο, Πέραμα, π.χ. «Με μια πιρόγα από φελλό πλησιάζω την κουζίνα./Κουπί που σπρώχνει τα νερόφιδα/στα κόκκινα κηρύγματα του ιβίσκου» (σ.18) ή «Ξαφνικά το Πέραμα και ο Πειραιάς/με πλησίασαν μέσα στην ήρεμη βουή τους/που προδίδει νυχτερινή ζωή με ζαρωμένα τραπεζομάντιλα/κι άγραφες ιστορίες λίγων τετραγωνικών» (σ. 66). Ο αναγνώστης ακολουθεί την flânerie του ποιητή.
Τα ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο με λίγες ομοιοκαταληξίες συνήθως εσωτερικές. Περιλαμβάνουν ακόμη μακρές φράσεις-περιόδους σαν κανονική ομιλία. Κάποιες παρομοιώσεις είναι εξεζητημένες π.χ. «έξω ένα πρωινό σαν πεταμένη φλοκάτη» (σ. 16), αλλά ο ποιητής έχει συνείδηση της ευκολίας και υπονομεύει την εργασία του: «Τίποτα πρωτόλειο, τίποτα λευκό./Ό,τι και να πεις είναι τσιτάτο.» (σ. 20).
Συχνά ολόκληρες στροφές μοιάζουν με απόφθεγμα («Δεν υπάρχει τέχνη/υπάρχουν μόνο καλλιτέχνες./Τους αναγνωρίζεις απ’ τον τρόπο/που περιφρονούν/τις πλαστικές καρέκλες μπαλκονιού.», σ. 23). Αποτυπώνουν ένα συμπέρασμα ή είναι απλά μια κατακλείδα. Ίσως, όμως, αυτή η επιλογή να μην αφήνει την απαραίτητη ελευθερία που χρειάζεται το ποίημα για να αναπτυχθεί και να αναδυθεί μια καινούρια γλώσσα. Ίσως το υλικό χρειάζεται λιγότερες συμπερασματικές διατυπώσεις, λιγότερες τοποθετήσεις του ομιλούντος/σκεπτόμενου προσώπου, δηλαδή λιγότερο έλεγχο.
Στο βιβλίο χτυπάει ένας βορειοευρωπαϊκός παλμός. Σκέφτομαι έναν Μπέρνχαρντ στη Ρωσία: «Υποτίθεται πως πρέπει να κάνω μια εντυπωσιακή είσοδο αλλά μπαίνω και κάθομαι στην πολυθρόνα» (σ.11). Υπάρχει μια υπόγεια ροή που επιβάλλει η συνείδηση και είναι πάντα γοητευτική γιατί σε αφήνει να κοιτάς στον πολύ προσωπικό χώρο του αφηγητή-πρωταγωνιστή, στο μυαλό του.
Η κεντρική ιδέα του βιβλίου δομείται πάνω σε ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό υπόστρωμα που αφορά την έννοια της δημιουργίας, π.χ.:

«Πιθανότητα Α΄ (ψυχολογική):
Ένας εσωτερικός οίστρος που φτιάχνει τις αιτίες του
για να δικαιολογηθεί. (Να βλέπεις σημαίνει να προβάλλεις.)
Πιθανότητα Β΄ (γνωσιολογική):
Η ομορφιά ως εργαλείο πρόσληψης, ως δεκανίκι του υποκειμένου
κατά την έξοδό του στον κόσμο. (Ένα γλυκάκι, ένα διεγερτικό.)
Πιθανότητα Γ΄ (ποιητές όλων των χωρών ενωθείτε):
Το όμορφο σε καλή τιμή ως παρηγοριά
-το κεφάλαιο των φτωχών.
[...], (σ. 17)

Ο ποιητής ανατρέχει σε θεωρίες της λογοτεχνίας, αναζητώντας το δικό του εγχειρίδιο γραφής. Χωρίς να αναφέρονται ρητά, σχολιάζονται κριτικά στο βιβλίο συμβάσεις, όπως η επίκληση στη μούσα, πεποιθήσεις, όπως η ιδέα ότι υπάρχουν “όμορφα” ή “υψηλά” θέματα, θεωρίες, όπως είναι η ποίηση ως μίμηση (Αριστοτέλης), η ποίηση ως καθρέφτης της κοινωνίας (ρεαλισμός), ως προσωπικό ταλέντο (ρομαντισμός), η ποίηση ως σύμβολο ή μυθική μέθοδος (μοντερνισμός), η ποίηση-γραφή ως κόσμος της συνείδησης (φαινομενολογία). Δεν απαιτείται εξειδικευμένη γνώση και ο αναγνώστης μπορεί ακόμη να δει από Σαίξπηρ και γερμανικό ιδεαλισμό μέχρι γραφές του 20ου αιώνα.
Όμως, θέτουμε το εξής ερώτημα: Αυτό που διαβάζουμε είναι κοντά στον σύγχρονο τρόπο ζωής; Είναι η σκέψη ενός μετανεωτερικού ανθρώπου του 21ου αιώνα; Μας αφορά; Και εάν ναι με ποιον τρόπο; Εάν όχι, γιατί όχι πια; Εφόσον το θέμα του βιβλίου είναι η ποιητική δημιουργία οφείλουμε να σκεφτούμε με ποιους όρους (πολιτικούς-κοινωνικούς) αυτή συμβαίνει, διότι στο Ξυράφι το ποιητικό υποκείμενο έχει απορροφηθεί από τη θεωρητική του κατάρτιση και την εσωστρέφεια. Κάνει μία κριτική επισκόπηση των ιδεών αλλά η γραφή του δεν ανατρέπει ούτε κοιτά λοξά την παράδοση.
Το βιβλίο αφορά την αισθητική της δημιουργίας και πώς η αισθητική παράγει γνώση. Τι αναπαριστά ένα ποίημα; Ας σκεφτούμε τον στίχο με τις πλαστικές καρέκλες που παραθέσαμε προηγουμένως. Πώς αλληλεπιδρά η συνείδηση και η εμπειρία; Το μότο του βιβλίου είναι από τον Νοβάλις: «Αναζητούμε παντού το απόλυτο/και δεν βρίσκουμε παρά μονάχα πράγματα». Είναι μια πάλη μεταξύ νοησιαρχίας και εμπειρισμού. Ο ποιητής διερευνά εάν η ιδέα των πραγμάτων είναι ταυτόσημη με τα πράγματα. Έχουμε μία -την ίδια- λέξη και για τα δύο; Μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή τη αυθαίρετη σύμβαση και ποιος είναι ο ρόλος της ποίησης σε αυτό το φιλοσοφικό πρόβλημα;
Ο Μάινας βρίσκει την αρχή της οικονομίας (η θεωρία του ξυραφιού του Γουλιέλμου του Όκαμ, 1287-1347), δηλαδή να επικεντρώνουμε την προσοχή μας στα υπαρκτά και απολύτως απαραίτητα. Επικαλείται την ολιγάρκεια και την εξάσκηση του βλέμματος όχι στα ιδεατά πράγματα αλλά στη γειωμένη εμπειρία. Κοιτάζουμε στο εξώφυλλο το φορτηγό πλοίο, δεμένο στην προβλήτα, αλλά σε πρώτο πλάνο είναι τα στάσιμα νερά και οι αντανακλάσεις τους. Αντανακλούν μορφές και λίγο ουρανό. Αυτό είναι όλο, μια κατακερματισμένη αντανάκλαση όσων συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και τη νόηση ακόμη και μέσα σε λιμνάζοντα νερά.






Το Κουτσό


Στέκομαι ακριβώς μέσα στο τετράγωνο, σκούρο πλακάκι πεζοδρομίου, μετράω άλλα δώδεκα ακόμα στη σειρά ακριβώς μπροστά μου, όλα μαζί οδηγούν στη βιτρίνα μαγαζιού με κινητά. Το δεξί μου πόδι ακουμπάει την πλαστική, σφιχτοδεμένη σακούλα με τα ψώνια μου, και θυμάμαι το χωριό, όταν ακουμπούσαμε με τις μύτες των παπουτσιών μας το βοτσαλάκι που χρησιμοποιούσαμε για αμάδα, στην προσπάθειά μας να το φτάσουμε στο τελευταίο πλακάκι που είχαμε ζωγραφίσει στην αυλή της Μίνας με κιμωλία, χωρίς να ξεφύγει έξω απ’ τα πλαίσια. Είχαμε βάλει και κανόνες, όποιος νικήσει, θα δώσει δυο φιλιά στο στόμα στον άλλον κι αυτός έπρεπε να παραμείνει ανέκφραστος, αγαλματάκι ακίνητο, αμίλητο, αγέλαστο, αλλιώς, αν ανταποκρινόταν, έχανε τη σειρά του. Είτε νικούσα είτε κέρδιζα, ήμουν τρισευτυχισμένος. Ούτως ή άλλως, ανταποκρινόμουν από μέσα μου, έβραζα.
            Αριστερά μου ένας πάγκος που διαφημίζει αρώματα. Πού πάνε οι καστανάδες; Ακόμα μυρίζω ψημένα κάστανα όποτε περνάω από τέτοιες γωνιές της Αθήνας, κι ας είναι πια άφαντοι. Η κολώνα από μπετόν στα δεξιά μου μυρίζει κάτουρο και φτηνή μπογιά. Παραπονιάρικα, αγανακτισμένα λόγια γραμμένα με σπρέι και μια κόκκινη καρδιά με φατσούλα ζωγραφισμένη. Εμείς τις χαράζαμε τότε στους κορμούς των ευτκαλύπτων στο δασάκι δίπλα στη θάλασσα. Με σουγιαδάκι, κλειδί, στυλό, ό,τι είχαμε στις τσέπες μας. Καρδούλες και τ’ ονόματά μας: Νίκος – Μίνα. Ευωδίαζε ο ευκάλυπτος όσο εμείς τον χαράζαμε, βαριανάσαινε όσο τον πληγώναμε.
            Εδώ βρωμάει καυσαέριο, μούχλα, μοναξιά. Έμαθα ότι το δασάκι αυτό μετετράπη σε οικοδομικό τετράγωνο. Να πόνεσαν πολύ άραγε τα σημαδεμένα δέντρα μας όταν τα πετσόκοβαν;
            Λυγίζω το αριστερό μου πόδι προς τα πίσω και σπρώχνω με τη μύτη του δεξιού μου παπουτσιού τη σακούλα ένα τετράγωνο μπροστά, προς τη βιτρίνα του μοντέρνου μαγαζιού με τα κινητά, μέσα στα πλαίσια απ’ το πλακάκι πάντα, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα. Έτσι δεν βλέπω πια την κατακόκκινη καρδιά, όσο κι αν αυτή ακόμα μου νεύει πίσω απ’ την πλάτη μου.






 *



Έκαστος εφ’ ω Ετάχθη


Τα βλέπω απ’ το παράθυρο στην κερασιά απάνω, πετάνε από κλαδί σε κλαδί, ανταγωνίζονται ποιο θα φτάσει ψηλότερα, ποιο θα φάει τους περισσότερους καρπούς. Τσιμπιούνται, αρπάζονται για το ίδιο κεράσι και μετά το παρατάνε και πάνε σ’ άλλο. Κι ας είναι μισοφαγωμένο. Δεν τους νοιάζει. Το τσιμπάνε κι αυτό. Δε χορταίνουν ποτέ.
            Όταν βρέχει κουρνιάζουν κάτω απ’ το παράθυρό μου. Η βροχή πέφτει στο τζάμι λες και με φτύνουν, επειδή εγώ δεν κρυώνω, δεν βρέχομαι, δεν πεινάω. Αλλά δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να μάθουν.
Μια φορά μου ‘ πε ένα: «Δε θες να βγεις έξω γατούλα, να σκαρφαλώσεις κι εσύ εκεί ψηλά;»
            «Έκαστος εφ’ ω ετάχθη», είπα.
Κι ένα άλλο: «Όταν το πατζούρι σου κλείνει, τι βλέπεις;»
             «Κάθε φορά που πέφτει το πατζούρι, κι εσείς πετάτε ολόγυρα με μουσκεμένα φτερά, εγώ βλέπω πράγματα στο διάφανο σκοτάδι, ακούω τα όνειρα της κυράς και του κυρίου μου, που κροταλίζουν σαν το χαλάζι στο πατζούρι, ενώ σερνόμαστε όλοι στο σκοτάδι μ’ αλυσίδες φτιαγμένες με κουκούτσια και μαδημένα φτερά, και πρέπει να γλύψω με τη γλώσσα μου τις χαρακιές στο πάτωμα και να σκουπίσω με τις πατουσίτσες μου τα δάκρυά τους και τη βροχή που μπαίνει απ’ τις χαραμάδες. Έκαστος εφ’ ω ετάχθη».


"Στην κατοχή" 

Νίκη Μπλούτη

Στη κατοχή μανούλα μου λέγαμε το ψωμί ψωμάκι. Εφτά χρονώ παιδάκι ήμουνα, όσο είσαι εσύ τώρα. Θέριζε η πείνα κι η φτώχεια. Μερικοί στεκόντουσαν πιο καλά. Είχαν τα κουμάντα τους. Η θεία μου η Λάμπραινα είχε γιομάτα τ’ αμπάρια με στάρι και με λάδι στα κούπια. Είχανε και κότες και γίδες. Άρμεγε θυμάμαι απ’ τη γίδα κάθε πρωί μια καραβάνα γάλα για να φάνε τα παιδιά της με μπόλικο ψωμί μέσα. Αυτά καθόντουσαν στην αυλή στη σειρά και τρώγανε. Ζήλευα πολύ. Τα τέραγα από μακριά και μου τρέχανε τα σάλια. Ο Βαγγέλης, που ήμασταν ίσα στα χρόνια, με λυπόταν και μου κράταγε μια στάλα γάλα στο τέλος, κι άμα έμπαινε ο πατέρας του μέσα, μου ’γνεφε από μακριά να πάω. Κι εγώ έτρεχα με λαχτάρα αλλά φοβόμουνα κιόλας να μη μας πάρει χαμπάρι ο μπαρμπα-Λάμπρος.
Θυμάμαι ρώταγα συνέχεια τη μάνα μου... ‘’Γιατί μαρή εμείς δεν έχουμε αμπάρι και κούπια; Γιατί δεν έχουμε ούτε μια γίδα για το γάλα μας;’’ Κι αυτή η φουκαριάρα έλεγε... ‘’τι να κάνουμε μάνα μ’ δε μας έκανε όλους ίσα ο Θεός.’’ Μου κακοφαινότανε πολύ που εμείς δεν είχαμε τίποτα και άλλοι τα είχαν όλα. Ήμουνα όμως μικρός για να καταλάβω γιατί ο Θεός δεν μας έκανε όλους ίσους, όπως έλεγε η μάνα μου.
Η θειά Λάμπραινα μας πόναγε πάντως κι όλο μας φίλευε κρυφά απ’ τον άντρα της. Μας είχε ανίψια. Ήταν αδερφή του πατέρα μας. Εμείς δεν είχαμε ούτε γάλα, ούτε ψωμί, ούτε αβγά. Πικραλίδες μάζευε η μάνα μου και τις έβραζε να φάμε εφτά στόματα, μαζί με λίγο μπομπότα. Χορταίνεις με τα λάχανα; Τώρα τα τρώνε για σαλάτα. Με τη μπομπότα δε λέω, στεκόταν λιγάκι η καρδούλα μας.
Ξέρεις τι ’ναι η μπομπότα; Το ψωμί των φτωχών το λέγανε τότε. Αυτό το ψωμί το φτιάχνανε από καλαμπόκι. Δένανε πίσω στ’ άλογο το αλέτρι κι όργωναν την άνοιξη για να σπείρουνε καλαμπόκι. Το καλοκαίρι το ποτίζανε με νερό απ’ το ποτάμι. Μετά το χινόπωρο το θερίζανε και το πηγαίνανε με τ’ άλογα στο μύλο για να κάνουνε τη μπομπότα. Απ’ το μύλο φορτώνανε τα σακιά στ’ άλογα και τα πήγαινε ο καθένας στη φαμελιά του. Η νοικοκυρά έπαιρνε τη μπομπότα, τη κοσκίναγε μέσα σε μια ξύλινη σκάφη, κι εκεί χώριζε το αλεύρι που έπεφτε στη σκάφη απ’ το χοντρό που το μαζεύανε και το δίνανε στα ζωντανά τους. Στη σκάφη με το αλεύρι ρίχνανε λίγο ζεστό νερό, το ανακατεύανε με μια κουτάλα, το ζυμώνανε και το βάζανε σε ταψιά. Είχανε έτοιμο το φούρνο με τα ξύλα, το βάζανε μέσα και το ψήνανε. Πώς αλλιώς να χορτάσουνε τόσοι νοματαίοι;
Κάνανε και πολλά παιδιά ο κόσμος τότε. Δε λογαριάζανε τη φτώχεια. Εμείς ήμασταν τρία αγόρια και δυο κορίτσια. Ο Βαγγέλης είχε κι αυτός τρεις αδερφές. Άμα έλειπε ο μπαρμπα-Λάμπρος μας φώναζε η θειά μου και μας έφτιαχνε από μια φέτα ψωμί με λάδι και ρίγανη για να ρουπώσουμε. Καμιά φορά μας έβαζε και ψωμί βρεγμένο με ζάχαρη. Κάναμε σα λιμασμένα απ’ τη πείνα.
Από τότε, σ’ όλη μου τη ζωή φρόντιζα για το λάδι και το ψωμί μας πρώτα και μετά για όλα τ’ άλλα. Ξέρεις πόσα λιόδεντρα φυτέψανε τούτα τα χεράκια; Για να μη μας λείψει το λάδι απ’ τη λαδίκα. Είχα κι ένα όμορφο αμπελάκι λίγο έξω απ’ το χωριό και το πρόσεχα σαν τα μάτια μου. Μας έκανε κρασί για όλη τη χρονιά. Γιομίζανε πάντα τα βαρέλια κι οι λαδίκες... Τώρα ρημάξανε όλα. Θέλουνε κι αυτά φροντίδα και χρόνο. Σήμερα δεν περισσεύει φαίνεται χρόνος για τέτοια πράγματα... Στον ύπνο μου κάθε βράδυ βλέπω πως σεργιανάω πότε στ’ αμπελάκι μου, πότε στς ελιές, πότε στα χωράφια με τα στάρια και τα βαμπάκια. Εψές είδα πως ήμουνα στ’ αμπέλι μου και το ξεφύλλιζα, κι είχα λέει ο δόλιος μια χαρά!


ΑΥΤΑΠΑΤΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ
Γυρνάω σπίτι ρημαγμένη.
Θέλει αφοσίωση αυτό που κάνω
να φροντίζω την πληγή να μην την κλείσεις.
Βλέπεις;
Θέλω να ξανάρθεις να προσποιηθούμε τους ερωτευμένους
και ας μην είναι κανείς μας.
Επιλέγω φως μοναχικό.
Θα ρθεις;
Μην ξεχνάς ότι δεν γοητεύεσαι απ’ όλα αυτά.
Γυρνάω πλευρό μια προς το δικό σου ανεξάντλητο
μία προς το δικό μου τίποτα.
Ξέχασα την ανάγκη μου
με πείθω ολημερίς
ότι είμαι κάτι άλλο από μια απλή ύπαρξη.
Δεν είναι αυτή
η συνηθισμένη μου παραίσθηση
παίρνω τις πιο σκληρές μου αποφάσεις της μοναξιάς.

Θα μείνεις;
Θα φύγεις;
Στον κόσμο που έχω φτιάξει
είναι αδύνατο να πληγωθείς.


ΜΑΤΑΙΩΣΗ

Όπως και να ξέρεις ν’ αγαπάς
η απόλυτη ηδονή είναι
το να μετατρέπεις τον χειμώνα
σε κάτι ακίνδυνο.
Και εγώ πεθαίνω ορχηστικά
εκείνη την εποχή.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA