Ένα ανέκδοτο ποίημα της Βίκυς Κατσαρού

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για το Ντάλιτ (Θράκα, 2017) της Εύας Σπαθάρα

Στα "Ποιητικά" που κυκλοφορούν, κριτικές από τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου για τα βιβλία "Φόνος του λευκού" και "28 μέρες κάτω από τη γη" των Παναγιώτη Δημητριάδη και Σάντις Βασιλείου αντίστοιχα, όπως επίσης και κριτικό σημείωμα του Γ. Βέη για τον "Κούκο" της Πελαγίας Φυτοπούλου.

Επανακυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο της σειράς "Αργεντίνοι ποιητές", "Ποιήματα" του Ούγκο Μουχίκα


Μια φορά κι έναν καιρό…


Μια φορά κι έναν καιρό
Ήταν ο τρόπος να λέμε παραμύθια στα παιδιά
Δίχως να βάζουνε τα κλάματα.
Ξυπόλυτος και άπλυτος
Μα ήταν ντελικάτης, μπεσαλής.
Ενίοτε γυρνούσε με τον λύκο μες στο δάσος
Κάθε φορά παίζανε ‘θα με φας δεν θα με φας’
Και ολοένα ξέφευγε απ’ τα κοφτερά του σχέδια.
Ύστερα χάλασε το παραμύθι, ξεχείλωσε
Ο λύκος εγέρασε, μαζί κι ο τρόπος μας
Να λέμε παραμύθια στα παιδιά.
Μόνο η ανέμη ξέμεινε αχάλαστη στο χρόνο
πνιγμένη στα ξερόχορτα της ανάγκης
κλώτσους να της δίνουμε να γυρίζει
κι όποιον πάρει ο Χάρος.



Ο θρύλος

Θρυλείται πως η άλωση της ιστορίας
όπως την ξέρουμε
ξεκίνησε από μνήμη του Μωάμεθ παιδική
που γνώριζε από κερκόπορτες
κι άλλες γνωστές δεύτερες αναγνώσεις

Κι από τότε σφραγισμένη μνήμη

Μα στην Πόλη δεν κατέφθασε ποτέ
Κι ας είχε ισχυρά διαπιστευτήρια

Δεν έριξε καμία μπάλα το κανόνι της
Ποτέ δεν ήχησε εκσφενδόνιση
Παραδόθηκε εν ειρήνη το δικαίωμα της μνήμης
Στης έρευνας τα όμματα τα ασεβή.

Να γιατί
πίσω από κάθε αληθινή ιστορία
Κρύβεται σαν το σκουλήκι
Ένας τρόπος βλάσφημος
Να την αφηγηθείς.



Στον φυσικό κόσμο δεν υπάρχει τελεολογία. Δεν υπάρχει σκοπός και για τούτο δεν υπάρχει πράξη. Ένα δέντρο που ρίχνει τα φύλλα του, ένα ζώο που τρώει ή μεταναστεύει για να αναπαραχθεί δεν πράττει. Λειτουργεί αιτιοκρατικά. Τα πάντα στην Φύση κινούνται ως φαινόμενα στην βάση της σχέσης αιτίας και αποτελέσματος. Ακόμα και αν δεχθούμε τις θεωρίες περί αισθημάτων όλων των έμβιων όντων, κανένα δεν αυτενεργεί και δεν δρα με κάποιο αυτοεπιβαλλόμενο σκοπό. Ακόμα και αν ένα φυτό μαραίνεται δεχόμενο βρισιές, ακόμα κι αν η σύσταση του νερού αλλοιώνεται αν το προσβάλλεις, ακόμα κι αν ένας σκύλος επιτεθεί δίχως προφανή λόγο, οι ενέργειες  όλων των όντων αποτελούν ενστικτώδη απάντηση σε κάποιο ερέθισμα. Όλων πλην του Ανθρώπου.
Για τον άνθρωπο η συνειδητοποίηση και η επίγνωση της θνητότητάς του, θα έλεγε κανείς πως λειτουργεί ως ο καταλύτης προκειμένου να πάρει εμπρός η μηχανή του "τέλους": του σκοπού σε μια πεπερασμένη υλική ύπαρξη. Ο άνθρωπος έτσι βρίσκεται διαρκώς  σε μια προσπάθεια να αναλύσει τον εαυτό του, να τον αποδομήσει και τον επανασυνθέσει φαντασιακά σε νέες βάσεις. Διαδικασία νοηματοδότησης μιας Ζωής, της οποίας τα ίχνη θα τα βρουν οι αγέννητοι. Ο Λόγος και η Φαντασία, ακόμα κι αν αποτελούν αποτέλεσμα της μακραίωνης διαμόρφωσης εγκεφαλικών νευρώνων, στις ποικίλες εφαρμογές τους καθιστούν τον άνθρωπο διαμορφωτή καταστάσεων, φορέα πρωτοβουλιών και δημιουργό ουτοπιών ή δυστοπιών. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος είναι η μόνη ζωική ύπαρξη που οι δράσεις της μπορούν να σπάνε τα καλούπια της αιτιοκρατίας και να γίνουν πράξεις με σκοπό και νόημα. Είναι το μόνο έμβιο ον που πέραν της πραγματικότητας, όπως αυτή προκύπτει από το βιολογικό και αιτιοκρατούμενο φαινόμενο της ζωής, μπορεί να δημιουργεί Ζωή με βάση την οραματική του πρωτοβουλία. Ζωή άυλη, φτιαγμένη από ιδέες και αγωνίες για ένα καλύτερο και δικαιότερο μέλλον, που ζητά να γίνει πραγματικότητα.
Δυστυχώς νιώθω το ακόλουθο δίπολο: από την μία υπάρχει ο άνθρωπος που έχει αλωθεί από την εξουσία, κι από την άλλη υπάρχει ο ανυπόταχτος άνθρωπος. Ο πρώτος, αν και τελεολογικό ον, δρα αιτιοκρατικά, με ευνουχισμένη ή αλλοτριωμένη την όποια προδιάθεση προς την ελευθερία. Άγεται και φέρεται ως άβουλος κρίκος σε μια αλυσίδα ολέθριας αιτιοκρατίας η οποία έχει στηθεί για να υπηρετεί κοντόφθαλμους σκοπούς τους οποίους θέτουν ένστικτα και φανατισμοί. Αυτήν καλώ Πραγματικότητα. Από την άλλη ο ανυπόταχτος άνθρωπος, φορέας πρωτοβουλιών, δημιουργός ασυνεχειών, διαρρηγνύει τα εντέχνως στημένα γαϊτανάκια των γεγονότων και εκπυρσοκροτεί νέες εξελίξεις υπηρετώντας σκοπούς άχρονους, και ακατάλυτους, σύμφυτους με τον Άνθρωπο ως πνευματική και όχι ενστικτώδη ύπαρξη. Αυτό καλώ Ζωή.
Γάζα 2018. Ένοπλοι ισραηλινοί στρατιώτες υπακούοντας με φυσική νομοτέλεια εντολές ανωτέρων τους -πλησίασες την απαγορευμένη ζώνη; πυρ!- πεπεισμένοι πολλοί εξ' αυτών για το "δίκαιο' και "ηθικό" της εντολής, σκοτώνουν δεκάδες άμαχους παλαιστίνιους που επιτελούν το ανθρώπινο: υπερβαίνουν τις νομοτέλειες της βιολογικής τους ύπαρξης, του φόβου και του κινδύνου, της απόγνωσης και της περιθωριοποίησης και κινούν  προς τα σπίτια από όπου εκδιώχθησαν παράνομα, σε μια μεγάλη ειρηνική πορεία που συμβολίζει την σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση έννοια του Δικαίου και της Ελευθερίας. Δυο λέξεις που στις μηχανοποιημένες συνειδήσεις των πολλών ακούγονται τουλάχιστον αμήχανα. Με αυτές τις λέξεις σαν ανάσα και κραυγή τα νέα θύματα ενός ατέλειωτου και συνεχούς ολοκαυτώματος δεν σταματούν. Εφορμούν προς τα "έλλογα" συρματοπλέγματα, τα  "νόμιμα" τείχη, τα αιτιοκρατικώς δρώντα οπλοπολυβόλα, σε μιαν άλογη, παράνομη, τελολογική ΠΡΑΞΗ! Ιδού λοιπόν! Από την μια η Ζωή σε όλο της το μεγαλείο -όταν αψηφά τον θάνατο κόντρα σε όλους τους αιτιοκρατικούς μηχανισμούς της Φύσης- και από την άλλη η Πραγματικότητα σε όλο της τον ολοκληρωτισμό -όταν λειτουργεί αιτιοκρατικά για να εξυπηρετήσει ένστικτα, συντήρηση, επιβολή. Από την μια το όραμα, η ουτοπία, το πάθος, η αντιηρωική σφεντόνα ενός Δαυίδ,  κι από την άλλη η άτεγκτη, φοβική και ολοκληρωτική επιβολή ενός Γολιάθ. Απο την μια η Ζωή κι από την άλλη η Πραγματικότητα. Ανάμεσά τους... ιδού ο Άνθρωπος!
ΥΓ. Άνθρωπος: Δηλαδή Fadi Abuh Saleh. Θα μείνει για πάντα συνώνυμο του θριάμβου της Ζωής πάνω στην Πραγματικότητα του θανάτου. Με την προϋπόθεση να καθοδηγεί ως σύμβολο την σκέψη και τις πράξεις μας. Αν  μπορούμε ακόμα να ανατριχιάζουμε με μια στάση και ένα σκοπό Ζωής  σαν αυτά που είχε όσο ζούσε βιολογικά ο Fadi Abuh Saleh.




Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

Ω ιερή αναρχία
που βάζεις σε πρωτοκαθεδρία
πόρνες και τελώνες και κάθε λογής
ταπεινωμένο και φτωχό.
κι αυτοί που νιώθουν φρόνιμοι και ευλαβείς
δεν έχουν θέση πια κοντά σου
είναι πιο κάτω κι απ τους λεπρούς, τους πεθαμένους
που αναστήθηκαν και γλύκανε η καρδιά τους .

Ω ιερή αναρχία
συναντηθήκαμε στα μέρη των φτωχών,
στα σκοτεινά σοκάκια
στις ζωντανές αγίες τράπεζες
που είναι πιο βαρύτιμες
κι από τον ναό που ήρθα να προσκυνήσω

Ω ιερή αναρχία
που η φιλανθρωπία σου πολύτιμη
κι απ το χρυσό όλου του κόσμου
σκοπό σου η ανελέητη εκμετάλλευση
να τσακιστεί από τη ρίζα
να εκβληθούν οι χρόνιοι «ευεργέτες» μας
που όπιο κάνανε την πίστη


Ω ιερή αναρχία
στερέωσε τα μέλη μας
στο θάρρος της αγάπης
που δεν τρομάζει από απειλές και θάνατο
που δεν υπολογίζει τα χτυπήματα
που δεν αντέχει την υποκρισία

Ω ιερή αναρχία
δώσε μαστίγιο στο λόγο μας
να δικαιώνουμε άλλους όχι ομοίους
αντί να λέμε για φτωχούς
την εκκλησία μας να σύρουμε στη φτώχια
τα αυτοκίνητα, τα σπίτια μας και τα άμφια
εμπυρισμός στο έργο της αγάπης

Ω ιερή αναρχία
όλοι μαζεύουν σπίτια και αγρούς
και τόπο πια δεν έχει ο ταπεινός
και τη μπουκιά στερήθηκε και σύρθηκε στη βία
σαπίζει ο πλούσιος και θάνατο μυρίζει
ήρθε ο καιρός να κλάψει γοερά
γιατί με τη ζωή του
καταδίκασε κάθε αθώο



Ω ιερή αναρχία
δεν τους ζητάμε να θρέψουν τους φτωχούς
μονάχα να μας πουν γιατί πληθαίνουν





ΔΙΑΦΑΝΗ

Η βρύση της κουζίνας έσταζε κι ο ήχος εισχωρούσε στο δωμάτιο, τύμπανο που συνόδευε τα βήματά της προς την αγχόνη. Τριγύρω το πλήθος ούρλιαζε σε έκσταση επιδοκιμάζοντας την καταδίκη. Tους κοίταξε έναν-έναν, ήταν όλοι παρόντες. Εκείνος, ο τελευταίος εξ αυτών, στεκόταν στο ικρίωμα και τη περίμενε, φορούσε κουκούλα, από τα μάτια τον αναγνώρισε, αυτά τα μάτια του τα διάφανα, τα θρασύδειλα. «Στην κρεμάλα» ακούστηκε η φωνή του συμμαθητή της που την είχε πρωτοφιλήσει στο δημοτικό, «πάρε κι αυτό» της φώναξε εκείνος ο ρομαντικός και συνεσταλμένος φοιτητής, που την είχε αφήσει να κοιμηθεί μόνη μετά την πρώτη της φορά, και της πέταξε στο πρόσωπο μια μαργαρίτα χωρίς πέταλα.
Η βρύση έσταζε. Αν μπορούσε να σηκωθεί από αυτή τη βαριά πολυθρόνα θα πήγαινε στην κουζίνα, θα έπαιρνε ένα μαχαίρι, θα χάραζε τη φλέβα της κι ύστερα θα έφερνε την ανοιχτή σάρκα κάτω από τη βρύση, να στάξει το νερό, να μπερδευτεί με το αίμα της, να αραιώσει η μνήμη. Αν χτυπούσε το τηλέφωνο ή το κουδούνι, τότε σίγουρα θα σηκωνόταν από αυτή τη βαριά πολυθρόνα. Ίσως και όχι. Αν ήταν εκείνος, τι να του πει. Ας ήταν εκείνος και κάτι θα έβρισκε. Όχι όμως το κουδούνι, δεν θέλει να αντιμετωπίσει αυτά τα διάφανα μάτια του, προτιμά το τηλέφωνο.
Η βρύση δεν ακούγεται καθαρά, μπερδεύεται ο ήχος με αυτόν στα μηνίγγια της. Στα χέρια της κρατά ένα φακό και τον αναβοσβήνει, δε θυμάται πόσες ώρες. Ρίχνει τη φωτεινή δέσμη στον απέναντι τοίχο, πάνω στη θαλασσογραφία με το καράβι, ο φωτεινός κύκλος μοιάζει με προβολή ταινίας, από εκείνες τις οικογενειακές με χαρούμενες στιγμές γενεθλίων και διακοπών, που ο σκύλος προσπαθεί να φάει την κάμερα και όλοι χαμογελούν ανέμελα, τους βλέπει να τρέχουν πάνω στο τσακισμένο καράβι, ο σκύλος κολυμπά στα κύματα, ο συμμαθητής της, κι εκείνος ο ρομαντικός, κι άλλοι που τη πόνεσαν πολύ, προβάλλονται έξω απ’ τον πίνακα στον γυμνό τοίχο, εκείνος φοράει κουκούλα. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα μάτια του.
Οι σταγόνες χτυπούν ανάλγητα στο μεταλλικό σκεύος. Θα του έχουν προκαλέσει μια μικρή πληγή κι όταν αργότερα το πλύνει θα πονέσει πολύ. Θα το πλύνει με προσοχή, τρυφερά, και θα το σκουπίσει με μια απαλή πετσέτα. Η μπαταρία του φακού τελείωσε. Όταν σηκωθεί από αυτή την πολυθρόνα θα πεταχτεί μέχρι το περίπτερο να πάρει μπαταρίες και τσιγάρα. Η ίδια δεν καπνίζει. Θα πάρει τη μάρκα του και θα τα αφήσει στο τραπεζάκι. Λατρεύει να βλέπει τον καπνό να μουτζουρώνει τα διάφανα μάτια του.
Η βρύση στάζει. Δεν αντέχει άλλο σ’ αυτή την πολυθρόνα. Το τηλέφωνο δεν χτυπά, ούτε το κουδούνι. Η μπαταρία του φακού τελείωσε. Ο σκύλος πνίγηκε και το καράβι βυθίστηκε αύτανδρο. Ο περιπτεράς τής θυμίζει τον συμμαθητή της. Το μεταλλικό σκεύος γλύφει την πληγή του.
Σηκώθηκε. Πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα μαχαίρι. Χάραξε βαθιά την επιδερμίδα ενός κατακόκκινου μήλου και έκλεισε τη βρύση.


1η δημοσίευση περιοδικό θράκα, τεύχος 7


Λουίζα Πέτερσον στην Πανόρμου  

Γνώρισα ένα κορίτσι εχθές, την Λουίζα Πέτερσον έκλαιγε εχθές το βράδυ και μου είπε:

"Από εσένα είναι κρυμμένο κάθε βράδυ  
  για εσένα που είναι δικό μου και χάνεται κάθε πρωί"

Δεν καταλαβαίνω της λέω και συνεχίζει: 

για εσένα - για όλες τις βόλτες που δεν πήγαμε μαζί
για όλα αυτά τα ευγενή δέντρα
τα τυρκουάζ φυλλώματα
που δεν κοιτάξαμε μαζί
όλες αυτές οι βόλτες όλα αυτά τα πρωινά που ήθελα πάντα να είμαστε μαζί
και τελικά νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
ήθελα μαζί να κοιτάμε αυτά τα σύννεφα απόψε.
Δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα ερωτικής απογοήτευσης
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα για όλη αυτή τη 
λύπη που εξαπλώνεται μέσα μου σαν καρκίνος
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα με τίτλο Δράμα ή Πόνος
δεν θέλω να γράψω ένα ποίημα επειδή οι ρόγες μου άρχισαν να οικτίρουν το χάδι σου.
Ρε, υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι που είναι μόνοι τους
υπάρχουν κάποιοι μεγάλοι εξηντάρηδες με σφιγμένες τις γροθιές τους 
που περπατάνε μέσα σε πεζόδρομους στην Αθήνα
από αυτούς τους γνωστούς πεζόδρομους που είναι γκρι και πορτοκαλί
και είναι σταθμευμένα πολλά μηχανάκια δίτροχα
από αυτούς τους πεζόδρομους που κρέμονται τα air-condition 
στους εξωτερικούς τοίχους των ισογείων
αυτά τα ισόγεια στην Αττική, ξέρεις
αυτά τα ισόγεια που είναι δίπλα στα μπλε προποτζίδικα
και δίπλα στα μεσιτικά γραφεία
δίπλα στις κομμώσεις -  τις γνωστές κομμώσεις
Βούλα, Βάσω, Νίκος, Billy
και απέναντι είναι η εθνική τράπεζα
την έχουν σφραγίσει πλέον τόσο καλά
και έχει χρονοκαθυστέρηση το χρηματοκιβώτιο
έξω από την εθνική τράπεζα περιμένουν
Σύριοι, Έλληνες, Αφγανοί, Νιγεριανοί
δεν ξέρω τι κρατάνε στο χέρι τους
ένα ορθογώνιο με κίτρινο χρώμα
πλαστικό χρήμα - δεν θέλω τίποτα
προσπαθώ να βρω ένα καφενείο να πιω ένα ελληνικό καφέ με 30 λεπτά
ναι 30 λεπτά διαθέτω
ξέρεις από αυτά τα καφενεία που παλιά πούλαγαν καραμέλες με 2 δραχμές 
και τσίχλες με 2 δραχμές 
όχι δεν νοσταλγώ ηλίθιε καμία δραχμή, καμία αγγλική λίρα, καμία ουγγιά, καμία λίβρα, καμία μονάδα μέτρησης βάρους ή μάζας
αλλά θέλω αυτά τα καφενεία που ήτανε δίπλα από κάτι μικρά μπακάλικα
μπορούσαν όλοι να πιούνε ένα καφέ ή ένα γλυκό του κουταλιού, μια μαστίχα
ξέρεις από αυτά τα μουσκεμένα απογεύματα στην Αττική
από αυτά τα σταυροδρόμια που αλλάζουν χρώματα συνέχεια
πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο 
αυτά τα πορτοκαλί λεωφορεία
κτελ νομός αττικής 
στεναχωριέμαι όταν τα βλέπω
θυμάμαι τη Σαρωνίδα και την Ανάβυσσο και εκείνη τη μικρή παραλία 
που είχαμε πάει οι δύο μας όταν σε είχα πρωτογνωρίσει
στενοχωριέμαι
ένα ξανθό κορίτσι προχωράει μπροστά μου
φοράει μικρά κόκκινα γυαλιστερά μποτάκια περπατάει γρήγορα 
βιάζεται και αυτό
προχωράει μπροστά από το σινεμά
το σινεμά στην παλιά γειτονιά μου, 
τώρα έχει κλείσει 
δεν παίζει ταινίες πια 
θα ήθελα πολύ να καταλαμβάναμε αυτό το σινεμά και να παίζαμε ταινίες κανονικά
9 με 11, όχι δεν θέλω ξενύχτι, ούτε μεγάλες εκδηλώσεις που να κρατάνε μέχρι το ξημέρωμα 
9 με 11 δεν πειράζει
ας λειτουργούσε το σινεμά όπως λειτουργούσε παλιά αλλά
να το είχαμε εμείς και να διαλέγαμε εμείς τις ταινίες.
Φτάνω στο σταθμό Λαρίσης, άλλο ένα δημόσιο κτήριο
οι ράγες λέει των ελληνικών τρένων δεν πουλήθηκαν - πουλήθηκαν μόνο τα βαγόνια 
ο αέρας είναι πολύ πηχτός σήμερα
και αυτή η ηχορύπανση 
επιδιορθώσεις ρούχων 6951478845
ξέρεις
τώρα μπορούμε να πηγαίνουμε πάλι να ράβουμε τα ρούχα μας όπως παλιά 
δεν χρειάζεται κάποιο καινούργιο μπουφάν ή κάποιο καινούργιο παντελόνι
επιτέλους
μπορούμε να φτιάξουμε κάτι από την αρχή δεν χρειάζεται 
να το πετάξουμε για πάντα ή να πάρουμε καινούργιο.
Υπάρχουν ακόμα πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι από εμάς 
από τη χώρα μας και από άλλες χώρες και σε άλλες χώρες - 
κάθε άνθρωπος κρύβει τη δική του δυστυχία, τη δική του χαρμολύπη
χρώματα και χρωμοσυνθέσεις
θα ήθελα να αγοράσω πολλά εργαλεία, θα ήθελα να φτιάξω την ταράτσα μου 
τον κήπο, την βεράντα που δεν έχω να τη γεμίσω με γλάστρες, 
να βάψω τους τοίχους του σπιτιού μου 
θα ήθελα
αυτά τα πολωνέζικα μπακάλικα που είναι μονάχα ράφια και φτηνά αλλαντικά
έχει έρθει το Πάσχα και ακόμα κρέμονται τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια 
στη ταμειακή μηχανή 
αυτό το πολωνέζικο μπακάλικο με τα μπαγιάτικα σαλάμια και τα ξινισμένα τυριά 
δεν ξέρω
αλλά δεν μου αρέσουν καθόλου τα βαλκάνια, ούτε η Ευρώπη 
δεν ξέρω
μου αρέσει μόνο εκεί που έζησα όταν ήμουνα παιδί
πριν μεγαλώσω 
πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι αν δεν θέλαμε τίποτα, 
αν δεν θέλουμε να αγοράσουμε τίποτα 
να είμαστε ικανοποιημένοι με τα λίγα αυτά που φοράμε 
με τα λίγα αυτά που έχουμε
τότε δεν θα ήμασταν ευτυχισμένοι;
Δεν ξέρω
πάντως όσο μεγαλώνει μια γυναίκα
καταλαβαίνει πως οι άντρες μπορεί να τη βιάσουν εύκολα
ακόμα και αν αυτή το θέλει
ξέρεις όταν αποχαιρετιζόμαστε και είναι να σε δω σε 1 - 2 ώρες 
στενοχωριέμαι
και μετά κλαίω στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Δεν θέλω να μπαίνεις μέσα σε ένα λεωφορείο να μου φωνάζεις  «έλα» να μην 
προλαβαίνω να ανέβω και εσύ απλά να με κοιτάζεις 
εκείνα τα μάτια σου, τα μικρά μάτια σου
όταν τα βλέπω για τελευταία στιγμή 
πόσο με στεναχωρούν
στενοχωριέμαι όταν κοιτάζω τα μάτια σου
γιατί δεν θέλω να υπάρξει αυτή η τελευταία φορά
που να κοιτάξω τα μάτια σου
σε αγαπώ τόσο πολύ
πως είναι δυνατόν αυτή η ζωή να είναι πόνος
μα πως είναι δυνατόν ο έρωτας να είναι πόνος 
μα πως είναι δυνατόν να σε αγαπώ και να πονάω
δεν ξέρω
δεν ξέρω
είναι χειμώνας και το ηλιοβασίλεμα ήρθε πιο νωρίς
θέλω να είναι γιορτές κάθε μέρα
όταν τελειώνουν οι γιορτές με πιάνει  φρίκη 
γιορτάσαμε τελειώσαμε
επιστροφή στη κανονικότητα
τυπολατρεία, ορθοδοξία, κομφορμισμός, ευπρέπεια
και δεν θέλω να μεθύσω -  δεν με νοιάζει 
θέλω να είμαστε απλά όλοι μαζί και να παίζουμε
να μην χρειάζεται να ξυπνήσουμε νωρίς 
να μην χρειάζεται να κάνουμε οτιδήποτε για να βγάλουμε χρήματα σήμερα.
Έλα όμως και εσύ μια φορά
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα και να με ακούσεις
να σε ακούσω 
ίσως μιλάω πολύ για τον εαυτό μου
σου λέω πάλι τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες
όταν ήμουν μικρή που μου άρεσε να παίζω εφτάπετρο
σου λέω συνέχεια τις ιστορίες που με έκαναν και ξεχώριζα από τα άλλα παιδιά 
μπορούμε όμως να μείνουμε σιωπηλοί
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα
δεν ξέρω 
εκεί κοντά στο ακρωτήρι 
δεν ξέρω έτσι δεν το λένε;
Eκεί που κρύβεται ο ναός της Αφροδίτης, εσύ μου το έχεις πει
εκεί θέλω να πάμε.
Έλα και εσύ να με πάρεις μια βόλτα μαζί 
να μη σκεφτόμαστε τίποτα άλλο παρά μόνο αυτή τη βόλτα.
Να ντυθώ και εσύ να με περιμένεις κάπου και να έρθω
δεν μου λείπει που δεν είμαι ερωτευμένη όπως όταν σε πρωτογνώρισα 
μου λείπει περισσότερο η φιλία μεταξύ μας 
γίναμε υπάλληλοι στην ερωτική μας ζωή 
η φιλία μου λείπει 
και δεν θέλω να είμαι φίλη σου όπως παλιά
κάτι καινούργιο κάτι νέο.
Ωχ πάλι τα αυτοκίνητα γέμισαν το δρόμο
πουλιούνται κρέατα ελληνικά χαραγμένα σε ένα φορτηγό επάνω του 
δίπλα από την κεντρική  δημοτική βιβλιοθήκη στοιβάζονται χαρταετοί 
και κανένα παιδί δεν θέλει να τους αγοράσει 
καμία μάνα δεν μαζεύει λεφτά να αγοράσει χαρταετό στην κόρη της. 
Ο ουρανός γέμισε με αυτά τα τεράστια καλώδια 
γραμμές τραμ, γραμμές τηλεφώνου, ηλεκτρικές κολώνες της ΔΕΗ 
δεν μπορείς να δεις τον ουρανό πια καθαρά 
πρέπει να φύγεις από την πρωτεύουσα πολύ μακριά. 
Ζώα -  ρομπότ και ζώα
με θλίβει που υπάρχουν όνειρα
σε ένα μπορυρδέλο 
έτοιμα για γαμήσι

δεν θέλω πάλι 
δεν θέλω πάλι να γράψω ένα ποίημα για ένα άντρα και μια γυναίκα
τεστοστερόνη.
Τις υπόγειες διαβάσεις τις πλένουν με ξινισμένες χλωρίνες 
πεντακάθαρες αλλά βρωμάνε 
αυτά τα νέον τα φώτα
αυτό είναι που λένε το ψυχρό φως της πρωτεύουσας
τελειώνει ο χρόνος
θα συναντήσω την αδερφή μου επιτέλους
θα καπνίσω ένα τσιγάρο, θα πιω λίγη κόκα κόλα 
40 ολόκληρα λεπτά
Πανόρμου
ακαδημία Πλάτωνος.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA