«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Durs Grünbein, Ποιήματα

Η Άννα Γρίβα γράφει για το «Εωθινά βαλς ενός μόνου» (Γαβριηλίδης, 2016) του Μάξιμου Τρεκλίδη

“Η Κόκκινη Χελώνα” (La Tortue Rouge), γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

Θάνος Γώγος, Δέκα ποιήματα για το Ντακάρ

Jacobo Regen, Λέω με ψυχραιμία... (μετάφραση: Στάθης Ιντζές)

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Ποιητικά βρομόλογα

«Σήματα καπνού»: Φωτεινή Βασιλοπούλου, Πρωσικό Μπλε (Οι εκδόσεις των φίλων, 2016)

Καθημερινότητα

Η Χριστίνα γυρίζει από τη δουλειά, εντεκάμιση ώρες στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, παραμονές τριήμερου Καθαρά Δευτέρας. Έχει μαζί της τα απαραίτητα για να ετοιμάσει του Νίκου βραδινό αλλά δεν βιάζεται. Εκείνος γυρνάει μεσάνυχτα. Να τελειώσει πρώτα το ντελίβερι στην κρεπερί που δουλεύει.
Η Χριστίνα έχει χρόνο για ένα τσιγάρο και για ένα γρήγορο ντους μέχρι να έρθει ο άντρας της. Βάζει σε ένα ποτήρι νερό απ΄ τη βρύση και κάθεται στον καναπέ αντανακλώντας την όραση της στο μπεζαρισμένο τοίχο απέναντι της. Σκούρες κηλίδες από υγρασία, λεκέδες από την κάπνα, σκιές από τσακωμούς, δίνουν μία εικόνα βρώμικου μωσαϊκού. Λες και κάποιος πέταξε με βία μία σκακιέρα και κόλλησαν εκεί πάνω τα τετράγωνά της σκορπώντας μαύρες κι άσπρες κηλίδες πανικού στον τοίχο. Λευκά-μαύρα, μαύρα-λευκά, μια αδιάλειπτη μάχη που κανείς ως τώρα δεν έχει κερδίσει. Οι αιώνιοι εχθροί δίνουν τα χέρια λίγο πριν το τέλος της παρτίδας και μετά στήνουν ξανά τα πιόνια.
Τίποτα δεν σκέφτεται η Χριστίνα. Το μυαλό της έχει στραγγίξει σα γιαούρτι. Σε πέντε λεπτά τα βλέφαρά της σφραγίζουν σαν πόρτες σε κελιά φυλακής που δεν έχουν ανοίξει ποτέ από μέσα. Τώρα η γυναίκα κοιμάται βαριά. Την άχαρη καθημερινότητα την τυλίγει η σκοτεινή αγκαλιά ενός ονείρου.
Στο όνειρο είναι εκείνη πάνω σε μια σκακιέρα. Οχτώ στρατιώτες ντυμένοι στα μαύρα τη σέρνουν γυμνή πάνω στη λεία σα γυαλί επιφάνεια του παιχνιδιού. Γύρω της άλλοι στρατιώτες-πιόνια πεταμένα κάτω βογκούν λαβωμένα κοιτώντας τη με οίκτο. Τα νιώθει γύρω της να ξεψυχούν κλαίγοντας πιο πολύ για την ίδια παρά για τη ζωή τους που χάσανε στη μάχη. Μόλις οι δεσμώτες της τη φτάνουν στην άκρη της σκακιέρας, τη χτυπούν λυσσασμένα και την πετούν κάτω στο τελευταίο τετράγωνο. Την ατιμάζουν όλοι ένας ένας κάνοντας μεταξύ τους σχόλια χλευαστικά.
Μερικά τετράγωνα παραπέρα, ο βασιλιάς κοιτάει αγέρωχος το μαρτύριο της μύησης. Με ένα νεύμα του οι στρατιώτες σταματούν, σηκώνουν ευλαβικά το κομματιασμένο της σώμα και το μεταφέρουν κοντά του. Καθαρίζουν τα τραύματά της ενώ της φέρνουν ένα ολόλευκο μανδύα κι ένα χρυσό στέμμα. Τη σηκώνουν όρθια, εκείνη στέκεται τρέμοντας καθώς τους βλέπει να τη ντύνουν βασίλισσα. Τότε οι στρατιώτες μπροστά της χαμηλώνουν το βλέμμα τους και με αργά βήματα οπισθοχωρούν δύο τετράγωνα πίσω. Εκείνη, μία μεγαλοπρεπής πληγή είναι σκυφτή και με δυσκολία αναπνέει.
Ο βασιλιάς έρχεται δίπλα της. Με το χέρι του, της σηκώνει ευθεία το κεφάλι και της δίνει το σπαθί του. Χωρίς να κουνήσει τα χείλη του, ούτε να την κοιτάξει, τα λόγια του αντηχούν στη σκέψη της. «Ορίστε το ξίφος σου Βασίλισσα», της λέει. «Πάρ’ το κι εκδικήσου».

Ο ήχος από το κλειδί στην πόρτα την ξυπνάει. Ανοίγει τα μάτια ριγώντας ακόμα από αγωνία και πόνο και βλέπει τον Νίκο να της χαμογελάει κρατώντας μια βιολέτα, ποιος ξέρει από ποιον κήπο κλεμμένη. «Για σένα γλυκιά μου», της λέει. «Σήκω να φάμε, έφερα κρέπες».

Ζαχαρίας στουφής

Το αποκριάτικο μοιρολόι της πουτάνας1

Ως γνωστόν, μοιρολόγια δεν έχουν ειπωθεί μονάχα σε νεκρούς. Οι σκλάβοι είχαν τα δικά τους μοιρολόγια και αργότερα απέκτησαν μοιρολόγια οι ξενιτεμένοι στην άλλη άκρη της γης· οι φυλακισμένοι, ιδιαίτερα οι ισοβίτες, αλλά και η νύφη που αποχωριζόταν τη μάνα της και πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού. Όσο για το σώγαμπρο, όπως παρατηρεί ο Γ. Μότσιος,2 σε κανένα μέρος της Ελλάδας δεν μοιρολογείται.

Η Ζάκυνθος είναι το νησί που μπορεί να μη φημίζεται για τα μοιρολόγια του, αλλά φημίζεται για τη σάτιρά του. Λαϊκή και λόγια η σάτιρα, με το πέρασμα του χρόνου έγινε μέρος της ζακυνθινής κουλτούρας. Δύο είναι οι χαρακτηριστικές περιπτώσεις που η σάτιρα εισχωρεί στον τελετουργικό θρήνο. Η μία περίπτωση, που είναι και ξεκαρδιστική, είναι η κηδεία του βασιλιά Καρνάβαλου στις Απόκριες. Ένας άντρας υποδύεται τη χήρα του Καρνάβαλου και δίνει κάθε χρόνο ρεσιτάλ αυτοσχέδιων μοιρολογιών (πολλές φορές με σεξουαλικά υπονοούμενα), αλαλάζοντας και λιποθυμώντας ενώ ο κεντρικός δρόμος της πόλης είναι γεμάτος με κόσμο που παρακολουθεί την ξεκαρδιστική χήρα να συνοδεύει τον νεκρό Καρνάβαλο στην πυρά.

Μία άλλη περίπτωση, στην οποία ενώνεται η σάτιρα με το μοιρολόι, αποτελεί ένα «σατιρικό μοιρολόι» της Ζακύνθου που νομίζω ξεχωρίζει σε όλη τη δημοτική ποίηση. Μοναδικό το κάνει το οξύμωρο γεγονός ότι μοιρολογεί σατιρίζοντας και σατιρίζει μοιρολογώντας. Πρόκειται για το δημοτικό τραγούδι Η Άμοιρη που προέρχεται από το ορεινό χωριό Άγιος Λέοντας της Ζακύνθου. Η Άμοιρη, είναι μια γυναίκα χωρίς μοίρα, κακορίζικη. Σαν κακορίζικη – κακότυχη, είναι ένα τραγικό πρόσωπο και δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο σάτιρας των συγχωριανών της. Το γεγονός όμως ότι από τα καμώματά και την ζωή της ηρωίδας μας απουσιάζει ο τραγικός θάνατος, κάνει επιτρεπτή την σάτιρά της. Αυτή η σάτιρα επικεντρώνεται στην καταπιεσμένη γυναίκα της εποχής και δεν αποκλείεται να πρόκειται για τραγούδι αποκριάτικο, τότε δηλαδή, που οι κοινωνικοί ρόλοι αντιστρέφονται και απαγορευμένες πράξεις και σκέψεις – ταμπού, επιτρέπονται μόνο στην καρναβαλική περίοδο. Σε όλο το τραγούδι το οποίο τραγουδιέται από άντρες που μιμούνται τη γυναικεία φωνή, η Άμοιρη αυτομοιρολογείται κάνοντας ακόμα πιο αστείο το μοιρολόγισμα, αλλά και αυτόν τον τύπο της γυναίκας. Η Άμοιρη αυτό - θρηνεί, απαριθμώντας τα βάσανα που της έφερε ο γάμος της μ’ ένα παλικαράκι. Στην πραγματικότητα αυτά τα βάσανα που περιγράφει είναι λίγο πολύ το καθημερινό πρόγραμμα των αγροτών των ορεινών χωριών της Ζακύνθου. Η ίδια αρνείται να προσαρμοστεί στον έγγαμο και οικογενειακό βίο, έχοντας σαν αποτέλεσμα ακόμα και τη χρήση βίας από τον άντρα της προκειμένου να τη συνετίσει. Αντί όμως να συνετιστεί στο μοντέλο της πατριαρχικής οικογένειας, αυτή τελειώνει το τραγούδι σε ρυθμό συρτού λέγοντας: Έτσι παθαίνω πάντα μου και παρατάω τον άντρα μου.

Μέσα σε μία αντροκρατούμενη κοινωνία που θέλει τις γυναίκες δουλικά από το χωράφι μέχρι το κρεβάτι, η Άμοιρη είναι μία ανεξάρτητη γυναίκα που παρακούει την επιταγή της κοινωνίας και μπορεί να εγκαταλείψει τον άντρα της. Τολμάει δηλαδή να μην ανέχεται τη βία και τη ζήλια του νόμιμου συζύγου και να αλλάζει ερωτικούς συντρόφους όποτε νιώθει κουρασμένη από την έγγαμη σχέση της. Αυτός ο τύπος γυναίκας, για τις αγροτικές κοινωνίες των προηγούμενων αιώνων, είναι ο χαρακτηριστικός τύπος της «πουτάνας». Σε εκείνες τις κοινωνίες η κάθε γυναίκα είχε δικαίωμα μόνο σε έναν άντρα ενώ ακόμα και μια συκοφαντία ήταν αρκετή για να την κακοχαρακτηρίσει. Στα χωριά δεν υπήρχαν οίκοι ανοχής με φωτάκι και διατίμηση όπως στις μεγαλουπόλεις, υπήρχαν όμως κατά μέσο όρο δύο με τρεις γυναίκες που, είτε απατούσαν συστηματικά τους άντρες τους, είτε μέτραγαν παραπάνω από έναν διαλυμένους γάμους και συζούσαν κατά διαστήματα με μπεκιάρηδες από το χωριό τους ή από γειτονικά χωριά. Αυτή είναι λοιπόν η Άμοιρη του χωριού, που δεν υποτάχθηκε στην πατριαρχική οικογένεια. Η κοινωνία του χωριού τη σατιρίζει και τη γελοιοποιεί, ενώ τον ρόλο της σατιρικής μοιρολογίστρας τον αναλαμβάνουν συνήθως οι άντρες που κάποτε πλάγιασαν μαζί της.

Αυτό το σατιρικό μοιρολόι λοιπόν συγκεντρώνει κάποιες ιδιαιτερότητες που το κάνουν σπάνιο, αν όχι μοναδικό. Πρώτον, είναι μοιρολόι που αντί να θρηνεί, σατιρίζει, έχει δηλαδή αντίστροφη λειτουργία απ’ αυτήν που έχουν τα κανονικά μοιρολόγια. Δεύτερον, τραγουδιέται και χορεύεται με δύο ρυθμούς που εναλλάσσονται· ξεκινάει με το ρυθμό του βαριού ηπειρώτικου μοιρολογιού και εναλλάσσεται με αργό συρτό. Αυτή η εναλλαγή των δύο ρυθμών είναι κάτι που γίνεται στο δημοτικό τραγούδι αλλά ποτέ στο μοιρολόι. Τρίτον, τραγουδιέται από άντρες που υποδύονται σατιρικά γυναικείες φωνές, ενώ τα μοιρολόγια τραγουδιούνται μόνο από γυναίκες. Τέταρτον, δεν αποκλείεται μέσα σε ολόκληρη την ελληνική δημοτική ποίηση να είναι Η Άμοιρη το μοναδικό «μοιρολόι της πουτάνας».

Η παλαιότερη καταγραφή αυτού του τραγουδιού, έγινε από το Σταύρο Καρακάση1 το 1965 και την παραθέτω αυτούσια, όπως ο ίδιος τη δημοσίευσε το 1967.

Αριθμ. 4.- Η «άμοιρη» είναι χορός μιμικός, σταυρωτός. Οι χορευταί χορεύουν εις κύκλον, πιασμένοι από τα χέρια.

Εις ωρισμένον σημείον του χορού σταματούν, κτυπούν το πρόσωπον και τους μηρούς των, εκφωνούν θρηνητικά επιφωνήματα εις κωμικόν τόνον και κατόπιν συνεχίζουν τον χορόν. Τραγουδεί ενας κορυφαίος τραγουδιστής και επαναλαμβάνουν εν χορώ οι άλλοι.

Η μελωδία ανήκει εις τον τρόπον του do (do=fa) με τονικήν La b2=fa 2 αντίστοιχον του πλαγίου Δ΄ ήχου της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Το α΄ μέρος της μελωδίας καλύπτει εις 4 μέτρα και εις ρυθμόν ⅞ έναν στίχον δεκαπεντασύλλαβον. Τούτο τραγουδεί ο κορυφαίος και επαναλαμβάνει η ομάς. Το β΄ μέρος καλύπτει επίσης εις 4 μέτρα έναν δεκαπεντασύλλαβον στίχον, ο οποίος επαναλαμβάνεται από την ομάδα.

Η έκτασις της μελωδίας είναι μιας έκτης.2


Παντρεύτηκα, η άμοιρη,3 μ’ ένα παλικαράκι (δις)

Κάθε πρωί, η άμοιρη, κάθε πρωί μ’ εφόρτωνε
κάθε πρωί μ’ εφόρτωνε μ’ ένα κιλό κριθάρι
Στο μύλο να το κουβαλώ (τρις)
Να πάω να τα’ αλέσω (στο μύλο να τ’ αλέσω).
βρίσκω το μύλο κάρβαλο (κλειστό)
και τα κλειδιά παρμένα.
Να κι ο άντρας μου, την άμοιρη,
να κι ο άντρας που ερχόντανε
μ’ ένα μαχαίρι μαύρο,
να μου το βάλει στην καρδιά
να βγάλει μαύρο αίμα.


Τέλος παραθέτω τα λόγια έτσι όπως ακούγονται από την ολοκληρωμένη καταγραφή του ζακυνθινού μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Λάγιου. Λέω πως αυτή η καταγραφή είναι ολοκληρωμένη αφού εδώ γίνεται κατανοητό το σατιρικό στοιχείο, ενώ στην καταγραφή του Στ. Καρακάση, παρόλο που είναι και παλαιότερη, η μνήμη των αφηγητών δεν είχε συγκρατήσει ολόκληρο το τραγούδι.

Η ΑΜΟΙΡΗ

Παντρεύτηκα, παντρεύτηκα την άμοιρη
παντρεύτηκα την άμοιρη μ’ ένα παλικαράκι.
Κάθε πρωί…την άμοιρη, κάθε πρωί με φόρτωνε
κάθε πρωί με φόρτωνε μ’ ένα σακί κριθάρι.
Στο μύλο να…την άμοιρη, στο μύλο να το κουβαλώ
στο μύλο να το κουβαλώ, στο μύλο να τ’ αλέσω.
Βρίσκω το μυ…την άμοιρη, βρίσκω το μύλο χάρβαλο
βρίσκω το μύλο χάρβαλο και τα πανιά σκισμένα.
Και βρίσκω και…την άμοιρη, και βρίσκω και το μυλωνά
και βρίσκω και το μυλωνά κακά και πικραμένο.
Να κι ο άντρας μου…την άμοιρη, να κι ο άντρας μου κι ερχότανε
να κι ο άντρας μου κι ερχότανε μ’ ένα μαχαίρι λάζο.
Να μου το βα…την άμοιρη, να μου το βάλει στην καρδιά
να μου το βάλει στην καρδιά να στάξει μαύρο αίμα.
Έτσι παθαι…την άμοιρη, έτσι παθαίνω πάντα μου
έτσι παθαίνω πάντα μου κι απαρατάω τον άντρα μου.



-----------------------------------------------------------------------------

1 Το κείμενο αυτό προέρχεται από το βιβλίο του Ζαχαρία Στουφή, Τα Ζακυνθινά μοιρολόγια και μεταλλάξεις του θρηνητικού λόγου στο χρόνο, Πλατύφορος 2013. Αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου υπό τον τίτλο Τα σατιρικά μοιρολόγια.
2
Γιάννης Μότσιος, Το ελληνικό μοιρολόγι, Τόμος Α΄. –Εκδόσεις Κώδικας, Αθήνα 1995, του ιδίου, Το ελληνικό μοιρολόγι (ταφικά έθιμα και μοιρολόγια), Τόμος Β΄, Εκδόσεις Κώδικας. Αθήνα 2000–

1 Ακαδημία Αθηνών, Έκθεσις μουσικής αποστολής εις Ζάκυνθον (5 Αυγ. -3 Σεπτ. 1965) υπο Στ. Καρακάση, ανάτυπον εκ της επετηρίδος του κέντρου ερεύνης Ελλην. Λαογραφίας. Τομ. ΙΗ΄/ΙΘ (1965/1966) εν Αθήναις 1967. Τα σχόλια και η παρτιτούρα που συνοδεύουν το μοιρολόγι ανήκουν στον συγγραφέα και προέρχονται από το ίδιο βιβλίο.
2 Κ. Λ. αρ. 2958, σ. 239, αρ. εις. μους. 13.117 (ταιν. 965 Α3). Τραγ. Γ. Μπάστας και ομάς ανδρών εκ του χωρίου Άγιος Λέων.
3 Ο τραγουδιστής είπε: την άμοιρη.




ενοικιαστής ήθους

πλάτη στον τοίχο κι ανάσα φυλαγμένου πανικού
σε σηκωμένους ώμους ανάμεσα –κεφάλι βυθισμένο
και σάρκα εξέχουσα των άκρων

όπως κουνιέται αντιλαμβάνεσαι το ρυθμό του τραγουδιού
εκείνος φορά ακουστικά στο διπλανό τραπέζι
όσο μπροστά στη σκηνή το πλήθος, α! στοχάζεται
και...

επαίτης ζωής: βοηθήστε με παρακαλώ που...
α! που μαγαζί αμαγάριστο πατήθηκε από λουβιάρη!
πετά τ’ ακουστικά και με βιά αναλαμβάνει
να καθαρίσει ευθύς κι ας πούμε, κοντολογίς
μη καθυστερήσουν αι σκέψεις των ποιητών
επί θεμάτων όπως: η ανέχεια των καιρών κι η
χρεία της αντίδρασης, η αντιμετώπισις της και λοιπά
μ' ενδιάμεσους ποτά και ύφη πλανοδίων αρνητών·
θα φύλαξε ο τοίχος υποθέτω, καλά την άρνηση
στη σκηνή αλλά και το μέλημα να κρυφτεί·
δε ξέρω ποιον απ' τους δυο να λυπηθώ καθώς
μπροστά τους έχω
τον επαίτη της ζωής ή την ποίησιν θρηνούσα
γυναίκα ηλικίας διακορευμένη από ποιητών προθέσεις
να τη βγάλουν –όπως λένε– στο σφυρί
σύστημα άξιο αξιών χρηματιστηρίου
καημένη! πας κι εσύ! γριά και ξεδοντιάρα μ' ατροφικό μουνί
στα δάχτυλα διαχειριστών του ήθους και του χρήματος!
για μιας δεκάρας ψωμί και όχι τη δόξα. ακούς; ακούς;

δυο χρόνια παρά μετά – Θεμιστοκλέους ογδόντα
οι επενδυτές ._

Το μαύρο δεν είναι χρώμα. Είναι έλλειψη φωτός και κατ’ επέκταση έλλειψη κάθε χρώματος. Αποτελεί, ωστόσο, την συνθήκη εκείνη χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε προοπτική φωτός και χρώματος.

Το θεατρικό Αυγά Μαύρα του Διονύση Χαριτόπουλου δεν είναι ένα λογοπαίγνιο, ένα σχήμα λόγου με τη μορφή θεατρικού κειμένου. Τίποτα στο έργο αυτό δεν είναι μεταφορικό. Τα Αυγά Μαύρα είναι ένα κείμενο βουτηγμένο στην κυριολεξία και την ωμότητα της κρισιμότερης ιστορικής φάσης του νέου ελληνισμού.

Από το περασμένο Σάββατο 18 Φεβρουαρίου παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη το έργο του Χαριτόπουλου, σε σκηνοθεσία Κώστα Αβραμίδη στο θέατρο Άρατος για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Η Μαρία Ανθίδου, ενσαρκώνεται την ομώνυμη ευθραυστότητα μιας ύπαρξης χωρίς παιδική ηλικία, παρελθόν και πατρίδα. Χαμένη από βρέφος στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης. Άρτια απόδοση του ρόλου, με διαυγή, πλήρως ιδιόφωνη άρθρωση που ακόμα και στις σκληρότερες εντάσεις, αγγίζει χορδές τόσο λεπτές, κάνοντας την αναπνοή του θεατή να σαστίζει.

Ο Κώστας Αβραμίδης σκηνοθετεί και υποδύεται τον Σπύρο, τον μεγαλύτερο αδερφό της Μαρίας. Ένας χαρακτήρας δυνατός μες στην αδυναμία του, καταγγελτικός μες στο διηνεκές της ανθρώπινης αδικίας. Δύο ρόλοι σαν ένας. Ο Σπύρος και η Μαρία ένα και το αυτό πρόσωπο, συνθέτουν με τα λόγια τους το χρονικό του εμφυλίου.


Τα Αυγά Μαύρα δεν κρύβουν λόγια, δεν ωραιοποιούν, δεν παραβλέπουν. Μιλούν ταυτόχρονα στο μυαλό και την καρδιά του θεατή, ακόμα και του πλέον ανυποψίαστου. Η σκηνοθεσία του Αβραμίδη απλή, χωρίς ίχνος υπερβολής. Μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Δύο σώματα επί σκηνής και λόγος καταιγιστικός. Καμία φιοριτούρα, καμία απόπειρα εντυπωσιασμού. Ένας «διπρόσωπος» μονόλογος, μία ιστορική μαρτυρία σε δύο φωνές, ένα ντοκουμέντο ανασυρμένο από της αμαυρότερες σελίδες της νεοελληνικής αποσύνθεσης.

Υποψιάζομαι τα Αυγά Μαύρα δεν είναι μία «εύκολη» υπόθεση για τους συντελεστές. Δεν είναι εύκολη όμως και για τους θεατές. Μία σκληρή εξομολόγηση που συντελείται μπροστά τους σε πραγματικό χρόνο. Οι μεγάλες δυνάμεις, ο ξεριζωμός και τα θύματα αποφάσεων με διεκπεραιωτές πάντα τους εντός τειχών προδότες. Η υπαρξιακή μοναξιά, η απόγνωση, το προσωπικό και συλλογικό τέλμα ως αποτέλεσμα κάθε πολέμου, κάθε ξεριζωμού, κάθε ανθρώπινης κτηνωδίας.


Και είδα θεατές αμήχανους, μάτια να συγκρατούν με δυσκολία τα δάκρυα. Είδα αυθόρμητα χαμόγελα, νεύματα αποδοκιμασίας, σφιγμένα χείλη, μπορεί και στομάχια. Είδα όμως και την εξιλέωση, ως άλλη κάθαρση αρχαίας τραγωδίας, να διαγράφεται στα πρόσωπα λίγο πριν το λυτρωτικό φινάλε.

Αν υπάρχει ένας λόγος για να δει κανείς την παράσταση είναι ίσως γιατί αναζητά μία απάντηση για την σημερινή κοινωνική, αλλά πρωτίστως πολιτική παρακμή. Να εντοπίσει κανείς τις ρίζες της διαστροφής και να έρθει πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια. Εκείνη που εντέχνως βιβλία και καθεστωτικοί συγγραφείς και ιστορικοί αποκρύπτουν ή παραποιούν. Να εννοήσει πόση ειλικρίνεια μπορεί να φέρει μέσα της η τέχνη. Και τελικά, να δακρύσει για όσα κατόρθωσε να κερδίσει, να χάσει, να μάθει ή για όσα ποτέ του δεν έμαθε ή δεν του δίδαξαν συγγενείς, δάσκαλοι, πολιτικοί.

Info:

Αυγά Μαύρα του Διονύση Χαριτόπουλου
Σκηνοθεσία: Κώστας Αβραμίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Σοφιαλίδης
Κοστούμια: Αγγελική Τσαβέλη
Σκηνικά - Φωτισμοί: Θέατρο Άρατος
Παίζουν: Κώστας Αβραμίδης, Μαρία Ανθίδου

Θέατρο Άρατος (Μοσκώφ 12, τηλ. 2315312487)
Μόνο για 8 παραστάσεις: Σάββατο & Κυριακή, ώρα 21.00
Κόστος εισιτηρίου: 8 ευρώ, 5 ευρώ (φοιτητών-ανέργων)
Τηλέφωνα κρατήσεων: 6944204564 - 6977542143


Εγώ ο Νεστόρ Μάχνο
Αγρότης
Σχεδόν πάντα μελλοθάνατος
Κρυμμένος σε μια κρεβατοκάμαρα
Φωτογραφίζω
τις διαστάσεις
μου

Κοιμάμαι παραπάνω ή
λιγότερο
Σκέφτομαι τα μαλλιά τους
Την επανάσταση που άλλοι θα κάνουν
Να χα άλλη μια ευκαιρία
Σκέφτομαι
Τον μαύρο στρατό των ανταρτών
καθώς συντρίβει
τη ζωή μου

Το δεξί χέρι
να
κόβει τ' αριστερό

Εδώ στο Παρίσι

Στη Βαρκελώνη
Στη Λάρισα

με λυπούνται περισσότερο απ' ότι με σέβονται
Τους λυπάμαι εξίσου.

 Στον χρόνο
έχω
αρχίσει να γερνάω άσχημα

Tο 2017
μοιάζω για αυτούς
που αγαπώ
κάτι άλλο.

Το Άξιον Εστί’ μέσα στον χρόνο της ποίησης

«ΑΥΤΟΣ αυτός ο κόσμος ο ίδιος κόσμος είναι Των ήλιων και του κονιορτού της τύρβης και του απόδειπνου Ο υφάντης των αστερισμών ο ασημωτής των βρύων Στη χάση του θυμητικού στο έβγα των ονείρων Αυτός ο ίδιος κόσμος αυτός ο κόσμος είναι Κύμβαλο κύμβαλο και μάταιο γέλιο μακρινό»! (Οδυσσέας Ελύτης ‘Το Άξιον Εστί’).

Η ποιητική συλλογή ‘Άξιον Εστί’ του Οδυσσέα Ελύτη κανοναρχεί προτεραιότητες, σήματα & σημάνσεις, την ιστορία ως παλινδρόμηση του υποκειμένου στη ζωή και στο θάνατο. Ο ποιητής συν-διαλέγεται με την κοινωνική ‘ορατότητα’, με τις πολύσημες συνθήκες, αρθρώνοντας μία ποίηση των μικρών και των μεγάλων συμβάντων, όντας γλωσσικά εικονοκλαστικός, καινοτόμος & ριζοσπαστικός.
Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στο ‘Άξιον Εστί’ τα χαρακτηριστικά μίας εικόνας, εικόνας που προβάλλει έναν τόπο και έναν χώρο: αναπαραγόμενων ταυτοτήτων (που ανασημαίνονται), κινήσεων, λόγων, σιωπών και παράλληλα, ελλείψεων. Μία εικόνα, των συν-ακροάσεων και των συν-αφηγήσεων.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης εναλλάσσει τεχνικές, κινούμενος μεταξύ πολυδιάστατου ποιητικού λόγου και μίας ανάλυσης ιδιαίτερης, η οποία λειτουργεί ως νόημα ή αλλιώς ως νοηματοδοτική συνθήκη: «ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών πληρώνοντας η Χτίσις θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις; - Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο. – Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών. – Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων. – Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων».1
Ο ποιητής διαβλέπει την ιστορική αλληλουχία, τους κρίκους της αλυσίδας της ανθρώπινης αποϋποκειμενοποίησης, τη συνέχεια και τις πτυχές της ασυνέχειας, που εκτός από πράξη & «εκδίκηση» συνιστά και επιδίωξη ανάκτησης.
Στο ‘Προφητικόν’ συμβαδίζουν η δυστοπική έγκληση με την εγκιβώτιση του ιερού και του ‘ανίερου’, ο θάνατος και η φυγή των σωμάτων και των συνειδήσεων, η κυβερνολογική δια των πολλών επιτελεστικών αφηγήσεων. Δεν είναι ο λόγος του ποιητή, αλλά ο λόγος των πολλών ποιητών.. Πραγματικά, σε αυτό το πεδίο, ‘εδαφικοποιείται’ ο λόγος και οι πράξεις των κυρίαρχων (το κέρδος, η «πτωματοπολιτική», η έξωση ως κανονικοποιητικός ‘νόμος), η αναπαράσταση της σύμπραξης, (η ιστορία που περιγελά), και, εντός όρων και άνευ ορίων, ο αντί-λογος: είτε μέσω της σωματικής αντίστασης, της λογοθετικής τομής (η γλωσσική συνθήκη ως δόμηση-συγκρότηση εναλλακτικής), είτε μέσω και δια του έρωτα, του έρωτα που «τρέφεται» από το σώμα, του έρωτα που ως οντολογία και ομολογία, δύναται να διαρρήξει τον καιρό της ανατροφοδοτούμενης θλίψης.
«Τα όνειρα που θα λάβουνε εκδίκηση», είναι αυτά που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του ποιητή-αναγνώστη, καθότι συγκροτούν ένα διάχυτο ποιητικό αλλά και ουτοπικό ρεαλισμό ο οποίος και ανακύπτει ως δυναμική-δυναμικότητα, πεδίο πολλαπλών κατευθύνσεων, αντιστροφή. Είναι τα ιδιαίτερα όνειρα που προσδίδουν «σάρκα και οστά» στον ποιητικό λόγο και στις εκφάνσεις του. ‘Το Άξιον Εστί’ του νομπελίστα ποιητή είναι μία μνημειώδης πράξη που απεικονίζει-αντανακλά το γυμνό και τη «γυμνότητα» ως αθωότητα, ως ώσμωση, ως δυνατότητα επί του σώματος, αλλά και ως πράξη μίας, συμβολικής όσο και πρακτικής απελευθέρωσης ή ελευθεριακότητας.
Ως μνήμη και ως δόμηση επάλληλων συμβάντων, ανα-τέμνει την έννοια της «κινητής κυριαρχίας» της Mariella Pandolfi. H «κινητή κυριαρχία» διαχέεται στο χώρο, συνομιλεί με την ποίηση, ανασυγκροτεί υποκείμενα, βρίσκεται ταυτόχρονα εντός & εκτός, κίνηση του εφικτού και του ‘ανοίκεια’ προσδιορισμένου, ένας συμβολικός όσο και πρακτικός ‘ορισμός’ του υποκειμένου που θέλει αλλά και μπορεί να δράσει, να στοχεύσει, αρθρώνοντας την ελληνικότητα2 ως άθροισμα κινούμενων αντιφάσεων-αντινομιών (μία συνέχεια δίχως συνέχεια), τη γη-ρίζα ως μνήμη που «ομιλεί σιωπηρά», την παρότρυνση ως συγκρότηση του γίγνεσθαι εκ νέου. ‘Το Άξιον Εστί’ είναι η πολιτεία του Οδυσσέα Ελύτη, δυνατή & αδύνατη, διαμεσολαβούμενη από ισχυρά βιώματα. Είναι μία ποίηση κοινωνικά γειωμένη, που προσδοκά και στέργει προς σύζευξη-συνύφανση ανθρώπου & ιδέας.
Σε εποχές βαθιάς οικονομικής κρίσης, η ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη, καθίσταται η ‘κρίση’ και ο ερχομός της κρίσης. Αλλά και η δυνατότητα απόκρισης σε αυτήν με τα ‘εργαλεία’ του ποιητικού λόγου, των διακειμενικών αναφορών, με εννοιολογήσεις που αφενός μεν διεισδύουν, αφετέρου δε αμφισβητούν. Αμφισβητούν τακτικές επικάλυψης και στατικότητας του έρωτα. Για τον ποιητή, ο έρωτας είναι θα είναι κινητικός ή δεν θα υπάρξει, «προϊόν» του δράματος και της ανθρώπινης επανοικειοποίησης.
«ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνά και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος. Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω. Ταράζεται ο καιρός κι απ’ τα πόδια τις μέρες κρεμάζει αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων. Ποιοι, πως, πότε ανέβηκαν την άβυσσο; Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές»;3
Η μνήμη επανακάμπτει για να διηγηθεί ιστορίες ζωής και θανάτου, αναδόμησης μίας ταυτότητας πάνω στους νεκρούς, πάνω στο θάνατο με και από την πολιτική επιβολή. Η ανάκληση στο τώρα του ιστορικού-πολιτικού φασισμού. «Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω», γράφει ο ποιητής. Μνήμη ποιητική, ολική, που, ακριβώς την στιγμή της εμπειρίας της γραφής καθίσταται ‘επανακοινωνικοποίηση’, συνέχεια αλλά και τομή, γλώσσα και «παρένθετη» αφήγηση της: γλώσσα της ποίησης και των πλαισιώσεων της ποιητικής τέχνης, γλώσσα των άλλων.
Ο Άθως όσο και η Πίνδος. Η λειτουργία και η θρησκευτικότητα μαζί με το όπλο και τον πόλεμο, (φασισμός), την αντίσταση, τον θάνατο και την ‘σκύλευση’ του. Την κρατική εξουσία που δύναται να «βυθίσει» στη σιωπή, όσο και να ‘εργαλειοποιήσει’.
Το Άξιον Εστί’ προσδιορίζει το πλαίσιο της συγχρονίας της ποίησης. Εντός του ‘χρόνου’ της ποίησης αλλά και του κοινωνικού, αναοριοθετεί τα πλαίσια όπου εγγράφεται η ανθρώπινη υπόσταση, όντας φωτιά και ελπίδα μαζί, ποίηση και πολιτεία, γλώσσα της νέας αίσθησης της υπέρβασης, πνευματικής, φυσικής & σωματικής. Ο έρωτας δίχως κανονιστικές ‘προφυλάξεις’, η θέαση του πρωταρχικού-πρωτεϊκού φυσικού4 κόσμου την στιγμή της γέννησης και της εξέλιξης του, της αναπαραγωγής του με συμβάντα & με λέξεις.
Ήμουν στον έκτο μήνα των ερώτων και στα σπλάχνα μου σάλευε σπόρος ακριβός ΑΥΤΟΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας»!5 Ο κόσμος του απείρου και της α-πειθαρχίας. Η ποίηση ως ερώτημα και διαρκής προσκόλληση στα συμβάντα και στις αποδόσεις του ανθρώπινου..
Διότι: «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναίτιο δάκρυ ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια των παιδιών που κρατιούνται χέρι-χέρι των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται Των ερώτων το τραύλισμα πάνω στα βράχια ένας φάρος που εκτόνωσεν αιώνων θλίψη το τριζόνι το επίμονο καθώς η τύψη και το μάλλινο έρημο μέσα στ’ αγιάζι».6
Το Άξιον Εστί’ της ανθρώπινης ρύθμισης, της διαφύλαξης της ‘θρυμματισμένης’ μνήμης, των ερωτικών δονήσεων, της προσδοκίας για μία ιδιαίτερη όσο και συγκεκριμένη ποιητική αποκρυστάλλωση: αποκρυστάλλωση με & δίχως άμεσα ορατές λέξεις.. Μία ποιητική εξέγερση από το μηδέν της αρχής στην πολυπλοκότητα του γίγνεσθαι.. Και αυτό ακριβώς που δύναται να προσδιορίσει και να συμπυκνώσει δομικά αυτή την μείζονα ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη είναι η αναγγελία της δημιουργίας εκεί όπου η ποιητική αφήγηση ανακύπτει ως δείγμα δυνατοτήτων, εκεί όπου ανακύπτει ως τροπικότητα-κοινωνικότητα ύπαρξης: ένας άλλος όσο και ένας τρόπος να δηλώσεις υπάρχω με..



1 Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας, ‘Το Άξιον Εστί’, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, Αθήνα, 1979, σελ. 65.
2 Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940, αποτυπώνεται έξοχα από τον ποιητή, ως υπόμνηση αλλά και ως μελλοντολογική δυνατότητα, όχι με τον τρόπο της μεταφυσικής προφητείας, αλλά της ιστορικής-κοινωνικής ανατομίας.. Δεν προειδοποιεί απλά, διαλέγεται με το ιστορικό προτσές..
3 Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας…ό.π, σελ. 40.
4 Ποια δύναται να είναι και η φυσικότητα του ανθρώπου; Η επαφή και η διερώτηση. Με την ιδιαίτερη τροπικότητα του Fanon: «Ω σώμα μου, κάνε με πάντα έναν άνθρωπο που θέτει ερωτήματα»; Παρατίθεται στο Μπάτλερ Τζούντιθ & Αθανασίου Αθηνά…ό.π, σελ. 120. Ο ποιητής αμφισβητεί και θέτει υπό διερώτηση-κρίση τα ίδια τα όρια της ποίησης, τον εαυτό του απέναντι στην ιστορική πλημμυρίδα. Και η προσπάθεια απόκρισης του; η καταφυγή στην ‘πόλη’ της γραφής, της ποιητικής του τέχνης, που θέτει-συγκροτεί σύνορα για να τα υπερβεί, που διανοίγεται στο ελληνικό και στο παγκόσμιο. Ποίηση και των συμβολισμών). Τρόπον τινά, η ποίηση του δύναται να είναι απεριόριστη, κτήμα δικό του και των άλλων.
5 Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας…ό.π, σελ. 19.

6 Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας…ό.π, σελ. 87.

Νάνα Παπαδάκη, Encore - Γυναίκες της Οδύσσειας (Μελάνι, 2016)

ΚΑΛΥΨΩ

ΙΙ.

Εδώ, λυγίζει μια νύχτα.
Ύστερα το στεγνό βλέφαρο
Που μέσα του ο ίσκιος θα δύσει
Για να ριζώσει στον κόσμο.
Τι σκεπάζει άραγε τόσο επίμονα το καλοκαίρι
Ποιες φωνές μεγαλώνει
Ποιο σώμα σπάει στα χρώματα του δειλινού
Στα στήθη που σμίγουν γύρω απ' την πιο απλή φωτιά
Διανοίγοντας το αστρο.


(από την Ενότητα "Ι. 
ούτε επιστρέφει ούτε φεύγει ποτέ αυτή η θάλασσα
τις μάυρες κόρες μας ορίζει)


***

ΙΝΩ

σκούρο πουλί με την ουρά σχιστή, παρόμοια
βούλαξε ξανά στον κυματώδη πόντο 
e 337

ΙΙ.

Θα βγαίνει απ' τις όχθες το γαλάζιο
κρανίο αφροί στις φλέβες κουρνιά-
ζουν κι ο χειμώνας πιο βαρύς ζητά
έναν ήσυχο χώρο χέρι - ή τάφο.
Απολίθωμα λευκού χρόνου στο στέρ-
νο φωνή χωρίζεται στα δύο τρυπώνει
στον άνεμο ώς το παιδί ανάλαφρο
χέρι υψώνεται σφραγίζει τα χείλη τα
χείλη στην άσφαλτο μειδίαμα που
σβήνει

                                 Κι ο κόσμος προχωρά. 

(από την Ενότητα "ΙΙΙ. 
είμαι το χώμα που λείπει)


---------------------------------------

επιλογή ποιημάτων: Στάθης Ιντζές


Ζούμε σε μια εποχή που η πραγματικότητα συγκρούεται όσο ποτέ άλλοτε με τις προσδοκίες μας. Είτε πρόκειται για ζωτικής σημασίας θέματα είτε για λιγότερο σημαντικά. Προσδοκίες που τις περισσότερες φορές διαμορφώνονται εντέχνως από το διάτρητο περιβάλλον μας. Υπαίτια ίσως για αυτή την σύγκρουση παραμένει η υπερβολική έκθεση στα μαζικά μέσα του καιρού. Από την σύγκρουση αυτή λίγα μπορούν να γλιτώσουν, πόσο δε μάλλον η έβδομη τέχνη. Ιδιαίτερα όταν τόση συζήτηση γίνεται για τα περιβόητα Όσκαρ. Λες και θα αγαπήσει κανείς λιγότερο ή περισσότερο τον κινηματογράφο αφορμή της ετήσιας φιέστας της ακαδημίας.

Σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από άρθρα, αρθράκια, κριτικές επί κριτικών, αποθεώνοντας την απολυταρχία του σχετικισμού σε ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα, η κριτική μας ικανότητα μοιάζει να εξασθενεί. Έτσι, πριν εκφράσω την όποια άποψη για το “Moonlight”, αποφάσισα να αφήσω τον χρόνο να περάσει, να καταλαγιάσει μέσα μου η εμπειρία. Να εξετάσω τι εν τέλει μένει στο μυαλό και την καρδιά κι αν οι αρχικές συζητήσεις και προσδοκίες ταυτίζονται κάπως με το αποτέλεσμα.


Βασισμένο στο θεατρικό “In Moonlight Black Boys Look Blue” του 37χρονου Tarell Alvin McCraney, το “Moonlight” θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι μία άρτια κινηματογραφική δημιουργία. Μοιάζει σα να μην της λείπει κάτι. Καλή σκηνοθεσία (Barry Jenkins), φωτογραφία (James Laxton) και μουσική (Nicholas Britell), καλό κάστινγκ και σίγουρα «πιασιάρικο» σενάριο. Από αυτά με το κρίσιμο κοινωνικό ενδιαφέρον που γεννούν συζητήσεις και ζητούν να προτάξουμε τον αλτρουισμό και την ευαισθησία μας.

Το πορτρέτο του «μικρούλη» ολιγομίλητου Σαϊρόν από τα σκληρά μαθητικά του χρόνια μέχρι την ακόμα σκληρότερη ενηλικίωση. Η διαλυμένη οικογένεια και η «κηδεμονία» του από τον γοητευτικό Χουάν, έμπορο ναρκωτικών και προμηθευτή της μητέρας του. Ο ωκεανός, το φως της σελήνης στα νερά, σώματα που έρχονται όλο και πιο κοντά. Κι ένα απρόσμενο φιλί του Κέβιν που θα τον σημαδέψει για χρόνια.


Οι τραγικές αντιφάσεις της ζωής. Η ανελευθερία όπως εκφράζεται στην Αμερική του σήμερα και μάλιστα στο Λίμπερτι Σίτι του Μαϊάμι. Κατεστραμμένες ζωές από κρακ και βαριά ναρκωτικά, αλητεία και κοινωνικός αποκλεισμός. Και από την άλλη η φιλία, ο έρωτας, ο ανικανοποίητος σεξουαλισμός μιας λανθάνουσας ομοφυλοφιλίας, τα μικρά μετέωρα βήματα από και προς το σώμα του άλλου. Το σκληρό πρόσωπο της Αμερικής, εστιάζοντας στις κοινότητες των Αφροαμερικανών.

Δεν ξέρω αν το “Moonlight” είναι ή όχι η ταινία της χρονιάς. Αντιλαμβάνομαι όμως τι πάει να πει υπερτίμηση (και υποτίμηση) από τα μαζικά μέσα που μας καταπίνουν μέρα τη μέρα όλο και πιο πολύ. Πόσο διογκώνονται οι πληροφορίες πριν ακόμα τις προσλάβουν τα αισθητήρια όργανα. Κι ένα “Moonlight” χωρίς πολλή ψυχή, χωρίς ιδιαίτερη γεύση. Άτολμο σχεδόν. Αμήχανο.



ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΡΕΦΕΝΕ
της Πελαγίας Φυτοπούλου

α.
Το σκληρό πράσινο δεν αστειεύεται. Μάλιστα σου δημιουργεί 
μια αλλόκοτη φιλιδοξία να ενσωματωθείς, να διασπαστείς απ’ τον εαυτό σου. 
Ξαφνικά τη θέση σου στη γη παίρνει ένα δέντρο, 
είσαι αυτό το δέντρο. Πάνω του περπατούν χιλιάδες πλάσματα που δεν έχεις δει και σίγουρα
ζουν άνθρωποι που ακόμη δεν έχουν ανακαλυφθεί. Και αυτό είναι μεθυστικό, 
για σκέψου, να είσαι εσύ όλοι αυτοί που ο κόσμος αγνοεί. 
Κι αυτοί ματώνουν 
Πάνω σ’ ένα δέντρο 
Και πόσο λείπουν τα δέντρα απ’ το θέατρο 
Μονάχα παιδιά μείνανε 
Παιδιά που περιμένουν τη μάνα τους να τα σφάξει.

β.
εμείς που ζούμε χωρίς πρόσωπο 
και το αποτύπωμά μας 
κρατάει όσο η άχνη ζάχαρη 
πάνω σε πληρωμένα χείλη 
μη μας λυπάστε 
κοιμούμαστε ανάλαφρα 
όπως οι νεκροί 
ένας ήλιος τη φορά 
όμορφοι στο θάνατό μας 
και αλήθεια τι θα ήσασταν εσείς 
χωρίς εμάς 
χωρίς το κομμένο χέρι ενός παιδιού 
να σας τραβάει απ’ τα μαλλιά 
δραχμαί 150 
σας είπα 
μην μας λυπάστε 
το θέατρο δεν είναι ρεφενέ

γ.
Στο θέατρο έμαθα 
Να μιλώ 
Γι’ αυτό δε λέω 
Τίποτα 
Το στόμα δεν έχει σημασία 
Το αυτί 
έχει

Στο θέατρο έμαθα
Να περπατώ
Ακίνητη ώρες
Την Ιθάκη φτάνω
Και απ’ την αρχική μου θέση

Στο θέατρο έμαθα 
Να ακουμπώ 
Χωρίς να με βοηθά 
Το πάνω άκρο 
Είμαι το χέρι 
Που δεν κουνιέται 
Μεγάλο χέρι μικρό 
Χέρι ακρωτηριασμένο 
Χέρι τεχνητό Χέρι 
Όλα τα χέρια 
Που ξεσκίζουν την καρδιά 
Ναι, σε ακουμπώ 
Με τα δικά σου χέρια

Στο θέατρο έμαθα 
Επιτέλους 
Να γαμιέμαι 
Το λέμε διάφραγμα


1
ο χώρος
με σύνορα προκαθορισμένα

από φωτιά κραυγή αναστέναγμα
και μη-με-λησμόνει

παθητικός παραμένει στων ειδών τα περάσματα

φίλε μου

ανοιγοκλείνει χωρίς αντίσταση να προβάλλει
στη δύναμη στο χρόνο
ο χώρος έχει πόρους και μυστικά περάσματα
ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ταπ ταπ τις σταγόνες

ταπ ταπ οι σταγόνες δραπετεύουν
διαρροή πληθυσμού και πιζάμες σταυρωμένες στα μπαλκόνια πολύ
χρωμες μονό
χρωμες
κίτρινο οικογενειακό συμβούλιο
πράσινο οικονομικό συμβούλιο
θαλασσί οικουμενικό συμβούλιο

αυγουλωτά γαυγίσματα
σε λιποθυμισμένες πλάκες
τα βήματά τους

καλημέρα στεριά
ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ
το τραγούδι σου ανέμελα να σφυρίζεις
με τα χέρια στις τσέπες

φίλε μου

το τραγούδι σου φύλαξε στις άδειες τσέπες




2
χρωματιστά χταπόδια αγκαλιάζονται
υγρά και καθαρά –αγκαλιάζονται–
αλλαγές στα σχήματα στα χρώματα
υγρά και καθαρά–
ίδια η γιορτή του νερού στα σώματα
γοργώ
σθενώ
ευρυάλη ανίσχυρες

στην αυλή οι κότες τινάζονται χωρίς κεφάλι

κι ο τοίχος μεσημέριασε
στα τατουάζ τα μονό
χρωμα τα μονό
χρωμα

σαν πηδάς τη φωτιά - σκοπεύω
μάζευε τα πόδια σου - τα χέρια
μάζευε δύναμη - σκοπεύω
τίναζε το κορμί ψηλά - την καρδιά
σκοπεύω

οι χορευτές στο πανηγύρι με τα πόδια στον αέρα
το μαντήλι στο χέρι
ωπ

το μαντήλι στο χέρι δεσμός κι ανάμνηση
η αστραπή
κυνηγάει το δέντρο
το άοπλο

κι ο μελλοθάνατος
το μαντήλι στα μάτια δεσμός κι ανάμνηση
και μη-με-λησμονεί





από το τεύχος 5-6 της θράκας

Ζαχαρίας Στουφής
Ο ποιητής τις απόκριες

1)
Δεν πρέπει να υπάρχει πιο θλιμμένη γιορτή από τις απόκριες για τους ποιητές που δεν έχουν μάσκα πλέον να βγάλουν.

2)
Μου είπε ο φίλος στο τηλέφωνο:
- χτες βράδυ στο μασκέ πάρτι, είχες την ωραιότερη μεταμφίεση!
- μα δεν είχα ντυθεί τίποτα!
Του απάντησα έκπληκτος.

3)
Εσείς που τόσο γουστάρετε να μεταμφιέζεστε τις απόκριες γιατί ποτέ δεν τολμήσατε να ντυθείτε ποιητές;

4)
Συνάντησα περασμένα μεσάνυχτα, μεθυσμένους να τραγουδάνε αγκαλιά, έναν παπά, έναν μπάτσο και μια transexual. Χάρηκα πολύ την τόλμη τους!
Μετά θυμήθηκα πως είναι απόκριες.

5)
Μπορείς να ντυθείς Σολωμός, Κάλβος, Καρυωτάκης, ακόμα και Λειβαδίτης.

6)
Πάντως, η πιο συνηθισμένη αμφίεση των ποιητών είναι αυτή του βρυκόλακα.

7)
Μην ανησυχείς ποιητή, και τίποτα να μην ντυθείς, κανείς δεν θα σε αναγνωρίσει.

8)
Λέω να πάω σε όλα τα αποκριάτικα πάρτι να ταΐσω την πεινασμένη θλίψη μου.

9)
Η ποίηση δεν είναι καρναβάλι, είναι κάτι πολύ πιο μεταμφιεσμένο, πολύ πιο επικίνδυνο.

10)
Οι μελλοθάνατοι ρίχνουν ξύλα στην φωτιά για να κάψουν τον βασιλιά τους τον καρνάβαλο.

11)
Όταν ο χρόνος μεταμφιέζεται, ντύνεται θάνατος.

12)
Άραγε θα γραφτεί ποτέ ένα μεταμφιεσμένο ποίημα;

13)
Όταν μεταμφιέζεστε σε ζώα τις απόκριες μου αρέσετε πάρα πολύ, έτσι ξέφρενα που διασκεδάζετε με τις ουρές σας. Θέλω μόνο να σας παρακαλέσω για τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου που ντύνεστε άνθρωποι να είστε λίγο προσεκτικοί.

14)
Κάποτε θα γεννηθεί ένας ποιητής και πριν ακόμα γράψει το πρώτο του ποίημα –κάπου στην εφηβεία- θα ντυθεί serial killer και θα μπουκάρει στο καρναβάλι σας με αληθινά πυρά. 
 
15)
Όποιος έχει κάνει την ζωή του καρναβάλι, περιμένει τις απόκριες για να χαρεί.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA