Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά
εκδόσεις Μελάνι


Εκκινώ με δύο κοινότοπες διαπιστώσεις για την ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη:

- είναι ποίηση αυτοβιογραφική (πώς αλλιώς θα ήταν άλλωστε;)

- είναι ποίηση της ύπαρξης και συγκεκριμένα ποίηση που στοχάζεται πάνω στην αγωνία της θνητότητας.


Η «Πλησμονή οστών», πέμπτη συλλογή  του Γιώργου Θεοχάρη (έκτη αν συνυπολογίσουμε και τη συγκεντρωτική έκδοση τής έως τότε ποιητικής παραγωγής του το 2010),  έρχεται να επιβεβαιώσει εξαρχής αυτές τις δύο κοινότοπες διαπιστώσεις.

Αποτελείται από 77 ποιήματα δομημένα σε δύο ενότητες: Η πρώτη περιλαμβάνει 39 ποιήματα υπό τον τίτλο «Ρέει Έρως Αγεφύρωτος» με μότο το στίχο του Απόστολου Μελαχρινού «Γλυκιά μου σκιά φευγατική, μορφή του πόθου λάβε» και η δεύτερη περιλαμβάνει 38 ποιήματα με τον γενικό τίτλο «Πάσσαλοι οδοδείκτες» με μότο και πάλι το στίχο του Απόστολου Μελαχρινού  «Της μάγας λέξης το ίχνευμα, λαχαίνει αργά και σπάνια».
Η σήμανση των ενοτήτων με τους στίχους του Απόστολου Μελαχρινού, ενός ποιητή των αρχών του προηγούμενου αιώνα, βαθιά επηρεασμένου από το συμβολιστικό ιδανικό της καθαρής ποίησης του Στεφάν Μαλαρμέ, του Πωλ Βαλερύ αλλά και από την τεχνοτροπία του Διονύσιου Σολωμού, μόνον τυχαία δεν είναι. Δηλώνει ευδιάκριτα ότι οι ποιητικές ενότητες της «Πλησμονής Οστών» είναι τεχνοτροπικά σταθερά στραμμένες προς την ποιητική αφαίρεση και μάλιστα παραπέμπει στην αγωνία ή, καλύτερα, στην προσδοκία υλοποίησης της λεκτικής μορφής του ποιήματος ώστε να συλληφθεί το φευγαλέο «ίχνευμα» και να τελικά να αποδοθεί με σταθερή μορφή η ουσία της ποιητικής επιθυμίας.

Η λέξη «ίχνευμα» (από το ρήμα «ιχνεύω») παραπέμπει σε μια επίμονη αναζήτηση, ανίχνευση και ιχνηλασία λεκτικών ποιητικών τόπων. Έτσι η ποιητική πράξη μετατρέπεται συνειδητά σε ένα κυνηγέσιο. Ο Γιώργος Θεοχάρης είναι  ποιητής «ἰχνεύων»· μεταγράφει, θνητός και εφήμερος, ακαριαία το συναίσθημα σε ποίημα καθώς τριγυρίζει τους τόπους της ποίησης κυνηγώντας τη σύλληψη της σταθερής ποιητικής μορφής.[1]
Συγκεκριμένα, σ΄ αυτό το ενορατικό κυνηγέσιο, συναντά «πλησμονή οστών», εντοπίζει ίχνη διάσπαρτα, που μετατρέπονται από «ίχνη» σε «ιχνεύματα»[2], δηλαδή από απτά υλικά σε ενδείξεις που του παρέχουν πρόσβαση στη δομή μιας πρώην διαφορετικής πραγματικότητας. Έτσι γίνονται αιτίες και αφορμές να ενεργοποιηθεί η ποιητική ευαισθησία και η ποιητική φαντασία του, για να μετατραπούν μέσα από τις διαδικασίες της ποιητικής ίχνευσης σε συμβάντα και να  μεταστοιχειωθούν τελικά σε ποιήματα.

Βέβαια ο υψηλός ποιητικός λόγος είναι πάντα λόγος ιχνευματικός. Εκκινεί από εμπειρίες, από ίχνη που αποτυπώνονται βαθιά μέσα μας, ίχνη από επιθυμίες, έρωτες, αγάπες, φόβους, συναισθήματα. Όμως οι λέξεις που έχουμε στο στόμα αδυνατούν να τις διατυπώσουν και να μεταδώσουν το «ένδον πάθος». Τα λόγια βγαίνουν κούφια κι αδυνατούν να μεταφέρουν το βαρύ φορτίο που θέλει να μεταφέρει η μοναδικότητα της εμπειρίας. Δεν επαρκούν. Η δήλωση απομένει μετέωρη και ελλιπής. Έτσι ο ποιητής παιδεύεται με το ανείπωτο. Χάνεται στις λέξεις που αντιστέκονται. Πώς θα τις δαμάσει; πώς θα τις αλλάξει; πως θα τις χειριστεί ώστε να μεταφέρουν στο στόμα και στο χαρτί αυτό που νοιώθει η ψυχή; Η ποιητική αγωνία έγκειται ακριβώς στην αγωνία της διατύπωσης. Κι όπου δεν αρκεί η λέξη, ο ποιητής μπαίνει στην αναζήτηση μιας δομής όπου πολλές λέξεις που δεν έχουν μπει ξανά δίπλα δίπλα μπορούν να μας βάλουν στα ίχνη των ανείπωτων συναισθημάτων ώστε να ψυχανεμιστούμε ως αναγνώστες το θαμμένο πλην ζωντανό συναίσθημα, την πίσω μοναδική πραγματικότητα. Αλλά πού θα βρει αυτές τις λέξεις; σε ποιο τόπο να ακουμπήσει η γλώσσα και να γίνει λόγος ποιητικός; παναπεί λόγος που να λέει το ανείπωτο;

Αυτή την αγωνία αντιμετωπίζει κάθε πραγματικός ποιητής. Στην περίπτωση όμως του Γιώργου Θεοχάρη υπάρχει και κάτι ιδιαίτερο. Το ποιητικό κυνηγέσιο στο οποίο επιδίδεται δεν αφορά μόνο την παραγωγή του ποιήματος· δεν αφορά μόνο την τελική προσπάθεια της δημιουργίας. Εξυπηρετεί ένα βαθύτερο σκοπό. Είναι ποίηση «στρατευμένη» δηλαδή στοχευμένη, χρηστική για τον καθ’ ημέραν βίο μας, θα έλεγα· ποίηση που δεν μεταφέρει την έκπληξη μιας εντύπωσης, που δεν είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος ή η θήρευση της σπάνιας, της στιλπνής και της λάμπουσας λέξης ή έκφρασης[3]. Είναι ποίηση που στοχεύει να μας μάθει πώς να ξεπερνάμε τον πόνο, πώς να αντιπαλεύουμε τις λογής «κήρες»[4] που ορμούν ακάθεκτες να μας λιανίσουν.
Για τον Γιώργο Θεοχάρη, που «το πικρό μελάνι της ποιήσεως ρέει στις φλέβες του ακαταπαύστως»[5] η ποίηση είναι πάλη με τις πραγματικότητες. Έτσι τόποι συνάντησης με ανθρώπους γίνονται τα ποιήματα και εκδοχές της πλησμονής των πραγματικοτήτων μετατρέπονται οι αναγνώσεις.

Οι δύο ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή - η πρώτη με θεματικό κέντρο το ίχνευμα του έρωτα και της επιθυμίας και η δεύτερη με θεματικό κέντρο τη βίωση της θνητότητας - μοιάζουν σα να είναι δύο διαφορετικές μεταξύ τους συλλογές, αλλά αυτό, αν παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά, δεν ισχύει ουδόλως.

Για να τεκμηριώσω αυτή την άποψη θα αρχίσω ανάποδα, από τη δεύτερη ενότητα πρώτα με γενικό τίτλο «Πάσσαλοι οδοδείκτες».

Ο Θέογνις πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια τραγούδησε: «θάνατος γὰρ ἀναιδής / πρόσθεν ἐπὶ βλεφάροισ' ἕζετο κῆρα φέρων»[6], «ο άσπλαχνος θάνατος / κάθισε πάνω στα βλέφαρα σέρνοντας μαζί του την Κήρα», την κόρη της νύχτας, τη θεότητα της φθοράς, τον δαίμονα που με νύχια αρπακτικά προβάλλει μέσα από την ομίχλη του Κάτω Κόσμου και ρίχνεται πάνω στους ζωντανούς.
Με τις Κήρες αναμετριέται ο Θεοχάρης στη δεύτερη ενότητα. Μόνο που οι κατά Θεοχάρη «κήρες» δεν αφορούν «τάς θοάς κύνας» της μυθολογίας, αλλά παρουσιάζονται με τη μορφή του αλύπητου χρόνου, της φθοράς του σώματος, τη αρρώστιας, της απώλειας και τέλος του θανάτου.
Σταχυολογώ, ενδεικτικά, ποιητικές εικόνες από την εμφάνιση των «κηρών» στην ποίηση του Θεοχάρη:
Η κήρα του χρόνου:

«Να μην εμπιστεύεσαι με τίποτα τον ενεστώτα». (σελ. Των κεκοιμημένων σελ 101)

«μ’ έσκαβε του Χρόνου τ’ άγριο νύχι» (Τοκοχρεωλύσιο, σελ. 74)

Η κήρα της φθοράς:

«Μες στο κορμί μου λανθάνει ένα θηρίο» (Εγκώμιο της Ανοσοκαταστολής, σελ 83)

«Περνούν τα χρόνια, οι πόθοι γερνούν
και γεύση ματαιότητας
στο στόμα εδραιώνεται» (Ζων όχι επιζών, σελ 94)

Η κήρα της απώλειας:

«Μαχαίρ’ η απουσία, άγρια που σφάζει…» (Της Μικραποθαμένης, σελ 59)

«Φεύγουνε φίλοι και γνωστοί
που αρρώστησαν και πόνεσαν
Αδυνατίζουν οι γραμμές μας.
Χάνουμε διαρκώς συμμαχητές.» (Κακές ειδήσεις από τα χαρακώματα, σελ 84)

«Σκέφθηκα πως όσο δεν κατορθώνουμε να μεταφράσουμε την απουσία
δεν θα το καταφέρουμε: να μη μας λείπουν οι νεκροί.» (Εγκιβωτισμένο θάλπος, σελ 52)

Η κήρα του θανάτου:

«Τόκος προς τη ζωή ο θάνατός μου» (Τοκοχρεωλύσιο σελ 74)

«Η ακινησία επί τα αυτά,
ένας θάνατος είναι» (Το νησί, σελ 61).

Στο ερώτημα «πώς αντιμετωπίζεται η αναπόφευκτη καταδρομή των Κηρών πάνω στο φθαρτό ζωντανό σώμα», ο Θεοχάρης αντιτάσσει τα μέσα της ζωικής αντίδρασης στην ανέκκλητη συντριβή του σώματος, ιχνεύει τα μέσα με τα οποία εξημερώνεται το αίσθημα του θανάτου. Τελικά αναζητά τα μέσα κατάφασης της ζωής. Όπως τόνισε και ο ίδιος ο Γιώργος Θεοχάρης σε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «όπως και να το κάνουμε, μήπως δεν είναι ύμνος στη ζωή η ποιητική μετάπλαση της θλίψης και του πόνου; Μήπως δεν είναι ύμνος στη ζωή ακόμη κι εκείνο που μοιάζει σαν εξορκισμός στον θάνατο, σαν προσπάθεια να σπρωχτεί με τον λόγο πιο πίσω ο ερχομός του αναπότρεπτου τέλους;[7]»

Γι’ αυτό όσο «το μέσα μου θεριό βρυχάται και δαγκώνει / τα σπλάχνα μου, τ’ απαρηγόρητα ακροδάχτυλά μου» όσο κι αν «κερδίζει μέτρα ο θάνατος, μέρα τη μέρα»[8] , όσο οι Κήρες  επιτίθενται, ο Θεοχάρης δεν παύει στα ποιήματά του να οργανώνει την προσωπική του άμυνα σε τρεις τόπους απαντοχών, σε τρεις τόπους πλήρεις ιχνευμάτων και εντός τους να αναζητά τα φάρμακα της ύπαρξης. Άλλωστε το δηλώνει ρητά έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη και πίστη στην ποιητική και προσωπική του στάση:

«Περπάτησα κάτω από την εξουσία του πλάτανου
σκεπτόμενος τα τρία καλά της μοίρας μου:
-την αγάπη
-τους φίλους
-την Ποίηση» (Βίος Τρικάρανος σελ 97)

Στον τόπο της ποίησης αναζητά την παραμυθητική παρέμβαση στην ανθρώπινη ψυχή. Η παλιά ιδέα των αρχαίων σοφιστών για τη δυνατότητα του λόγου να γεννήσει ή να παύσει ισχυρά συναισθήματα, μεταξύ αυτών και τη λύπη, στην ανθρώπινη ψυχή επανέρχεται μέσω της ποίησης, λες και το Κακό θα υποχωρήσει, αντιμετωπίζοντας το φάσμα των στίχων.

«εγώ τον πόνο στίχο θα τον κάνω
ώσπου σιγά σιγά να σε ξεκάνω -
όσο μου δίνεις έμπνευση – το ξέρεις – σε νικώ!» (Γ.Ν.Λαϊκό 2013 σελ 76).

«Της κάθε μέρας ο ρυθμός
του χαρτοκόπτη μου το βιος» (Εγκώμιο του χαρτοκόπτη μου σελ 78)

«Σκιρτήσανε οι ευωδιές εντός μου:
ο έρωτας, ο πόθος, κάποιοι στίχοι» (Τοκοχρεωλύσιο  σελ 74)

Στον τόπο της φιλίας όπου οι «κήρες» μοιράζουν το Κακό και καθιστούν την αποδοχή της κοινής μοίρας, πιο υποφερτή.

«Να πας και στο δικό μου γιατρό
είναι κορυφαίος·
χάρις σ’ αυτόν πήρα παράταση
- είπε στον Γιώργο ο Μιχάλης» (Ο καρκίνος σκοράρει ακατάπαυστα, σελ 67).

«Πίναμε στη μνήμη του
και, κάθε βράδυ, έκτοτε
το φεγγάρι πρόβαλλε
από την ανατολή φωτεινό,
λαμπερό, αντίδωρο
στη συγκινητική, θνητή
προσήλωσή μας.
Εκείνο το καλοκαίρι, ούτε μια νύχτα,
δεν καθίσαμε ξανά
χωρίς τον Χρήστο.» (Ο Χρήστος και το φεγγάρι σελ. 80)

«Στρέφω τη σκέψη στους παιδεμένους ποιητές που τυραννίστηκε η ζωή τους...» (Εκόμισαν…, σελ 91)

Στον τόπο της αγάπης: (επιστρέφω στην πρώτη ενότητα «Ρέει ¨Ερως Αγεφύρωτος»).

«Μα εγώ που εσπούδασα τη γλώσσα των άψυχων
των στεναγμών τους το ρυθμό, τους κώδικες των ήχων
ξέρω πως ο έρωτας με μιας και τ΄ άψυχα ψυχώνει
κι ούτ΄ από σίδερο καρδιά δεν στέργει νά ΄ναι μόνη». (Καράβια αγκαλιασμένα σελ. 40)

Ο Γιώργος Θεοχάρης δημιουργεί έναν τόπο/κήπο/λειμώνα με φυτά και πουλιά. Μέσα σ’ αυτόν κινείται κι εντοπίζει λογής ίχνη/στοιχεία (η συκιά, η αγρελιά, το αρμυρίκι, η χλόη, η παπαρούνα, η μέντα, το σπουργίτι, ο συκοφάγος, τα κοτσύφι, οι οχιές, το χαμομήλι, το κυκλάμινο, ο ιβίσκος,  η γαζία, ο ευκάλυπτος, το δεντρολίβανο, η αμυγδαλιά...) τα οποία γίνονται αφορμές και αιτίες για να εκκινήσει μια αφηγηματική ποιητική δόμηση της σωτήριας ερωτικής εμπειρίας[9].
Το φυτικό και ζωικό στοιχείο του πελώριου κήπου μετατρέπεται σε υλικό όπου τα ιχνεύματα της ερωτικής πανίδας και χλωρίδας αρδεύουν το πανάρχαιο ποιητικό σχήμα «όπως – έτσι» ενεργοποιώντας την τέχνη της ποιητικής μεταφοράς, δηλαδή την τέχνη να διατυπωθεί το ανείπωτο της σωτηρίας. Μέσα από το σχήμα της μεταφοράς, υλοποιεί την επιδίωξη του ανείπωτου του Έρωτα και του σωτήριου ερωτικού συγκλονισμού:

«Γυναίκα υπέροχη,
όπως του ιβίσκου ο ύπερος!» (Υπεροχή του ιβίσκου σελ 33)

«Έτσι κι εμένα η ψυχή μου
πως βλέπεις το γυμνό  σταχτί σκέλεθρο
μιας αγριοσυκιάς χειμώνα» (Ανθοφορία του Χειμώνα σελ. 35)

«Καταβολάδες γαζίας τα ματόκλαδά της» ( Η ποδηλάτισσα σελ 48)

«Στη λόχμη των λαγόνων της
μπαινοβγαίνουν μελισσάκια·
φτιάχνουν το μέλι των φιλιών
στου εφηβαίου της τη μαλακή κηρύθρα» (Γυμνή στην αμμουδιά γυναίκα σελ 45)

«Είναι γυναίκες – δεντρ’ αμυγδαλιάς… Είν’ και γυναίκες ακακίες σεμνές» (Γυναίκες δέντρα σελ. 24)

Συνοψίζοντας:

Η ποίηση του Γιώργου Θεοχάρη δομείται ως απάντηση στο ερώτημα του Μάξιμου του Σοφιστή από την Τύρο «Πῶς ἄν τις ἀλυπίαν τῇ ψυχῇ περιποιήσαιτο;» [10] και αναλαμβάνει να υλοποιήσει ποιητικά, λυρικά και αφηγηματικά, την απάντηση του Πλούταρχου «Κράτιστον δὴ πρὸς ἀλυπίαν φάρμακον ὁ λόγος καὶ ἡ διὰ τούτου παρασκευὴ πρὸς πάσας τοῦ βίου τὰς μεταβολάς[11]».

Η Ποίηση λοιπόν για το Γιώργο Θεοχάρη είναι τέχνη χρηστική του βίου, τέχνη να αντιμετωπίζουμε τις Κήρες που επιτίθενται. Η ποίηση γίνεται τελικά τέχνη αλυπίας, και οι στίχοι του Γιώργου Θεοχάρη γίνονται καταφυγή στις δυσκολίες της ύπαρξης, υπόσχονται στοχασμό, καταλλαγή κι απόλαυση γιατί μας μαθαίνουν πώς οι άνθρωποι πρέπει να «…χαίρονται το κορμί τ΄ Απρίλη ολοκληρωτικά, / κάνοντας τα γλυκά τα μάτια και στον Μάη».

ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ
Λάρισα 17.2.2019

[1] Πρβλ: Οἶδ' ὅτι θνατὸς ἐγὼ καὶ ἐφάμερος· ἀλλ' ὅταν ἄστρων ἰχνεύω πυκινὰς ἀμφιδρόμους ἕλικας, οὐκέτ' ἐπιψαύω γαίης ποσίν, ἀλλὰ παρ' αὐτῷ Ζηνὶ θεοτρεφέος πίμπλαμαι ἀμβροσίης. Synesius Phil., Ad Paeonium de dono astrolabii (2006: 004) «Synesii Cyrenensis opuscula», Ed. Terzaghi, N., Rome: Polygraphica, 1944. Section 5, line 58.


[2] Άλλωστε «ίχνευμα» ονομάζεται το τμήμα του βιβλιογραφικού δελτίου ενός καταλογραφημένου τεκμηρίου, που υποδεικνύει στο χρήστη τα υπόλοιπα σημεία πρόσβασης που θα τον οδηγήσουν στο ίδιο τεκμήριο όπως π.χ. τίτλος τεκμηρίου, δεύτερος συγγραφέας, μεταφραστής, επιμελητής κ.ά.


[3] Δες τη σχέση του ποιητή με τις λέξεις στο ποίημα «Ο ποιητής επισκέπτεται την περιοδοντολόγο του» (σελ 39): «Αφαιρούσε την πέτρα […] Μεθοδικά, σα να αφαιρούσε / ο ποιητής τα περιττά επίθετα και τα μαλάματα που τρώνε το πρόσωπο της Τέχνης του».


[4]  Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ονομάζει τις Κήρες «γρήγορες σκύλες του Άδη, που από τις ομίχλες όπου περιστρέφονται, ρίχνονται πάνω στους ζωντανούς»  (ἔνθα δ' ἀοιδῇσιν μειλίσσετο θέλγε τε Κῆρας / θυμοβόρους, Ἀίδαο θοὰς κύνας, αἳ †περὶ πᾶσαν† / ἠέρα δινεύουσαι ἐπὶ ζωοῖσιν †ἄγονται.  Apollonius Rhodius Epic., Argonautica, 4.1665).


[5] Δες το ποίημα «Εκόμισαν», σελ. 92.


[6] Theognis Eleg., Elegiae, «Theognis, 2nd edn.», Ed. Young, D. (post E. Diehl) Leipzig: Teubner, 1971, 1. 207.


[7] Συνέντευξη στην Χαριτίνη Μαλισσόβα 16.1.2019 (https://diastixo.gr/sinentefxeis/ellines/11403-theoxarhs-synenteuksh-malissova)


[8] Δες στο ποίημα «Κακές ειδήσεις από τα χαρακώματα», σελ 84.


[9] Κορφολογούσα τη συκιά, σε μέρος σκιερό απόμερο νωρίς το απομεσήμερο (Oriolus oriolus σελ 11)
Στυφός καρπός και μέστωσε στης αγριελιάς τα κλώνια (Πικρό τραγούδι για κείνες που δίχως χάδι μένουν σελ 13)
Ένα λευκό λουλουδάκι ανθίζει στο στήθος της (Προπληρωμένη παράσταση σελ 16)
Δειλινό με άρωμα κοντούλας σαν σπάει η σάρκα της στον ουρανίσκο (Τελειώνοντας ο Ιούλιος σελ 17)
Μπλέχτηκεν η Άνοιξη στο αναμαλλιασμένο αρμυρίκι της διάθεσης (Το καλοκαίρι φτάνει πάντα από τη θάλασσα σελ 18)
Ανθίζει σιωπή, αμάραντη χλόη (Στον έρωτα πάμε όπως στο θάνατο σελ 20)
Αχ, ζωή, τσαλαπατημένο μποστάνι, με το αίμα της μέρας παπαρούνα ξανθισμένη στην ξερή αγριάδα (Στον έρωτα πάμε όπως στο θάνατο σελ 21)
Ο αέρας μοσχοβολά δεντρολίβανο (Οι νύχτες σου μυρώνουν τις μέρες μου σελ 22)
Λειμών μονίμως χλοερός (Κάτοψις σελ 25)
Πάγος στη μέντα, πράσινος (Λίγο πριν την εξάχνωση σελ 29)
Το σπουργιτάκι δες, / Ευτυχισμένο ακόμη και με τα ψιχία (Και μέσα στο ελάχιστο το πολύ σελ 32)
Ανθοφορούν χαμομηλάκια κι όλοι της άνοιξης οι έρωτες οργάζονται μεθυστικά (Η ομορφιά στο παραθύρι της το πρωί σελ 32)
Κυκλάμινα ευωδιαστές πανέμορφες της γης πνοές  (Εγκώμιο των κυκλάμινων)
Κάθε πρωί τα πορτοκάλια της / κελαηδούν στ’ αποδημητικά (Η πορτοκαλένια στο στήθος μου σελ 41)
Διχάλα μαστιχόδενδρου, / π’ απ’ την πληγή του στάζει, λαμπυρίζοντας, / κόμπους κόμπους ο έρωτας. (Γυμνή στην αμμουδιά γυναίκα σελ 45)
Ελιές, λεμόνια, πορτοκάλια και / το κορμάκι της γυμνό (Πάνω σε τρία έργα του ζωγράφου Γιώργου Σκουρογιάννη σελ 46
Ακούμπησα στη ρίζα ενός ευκάλυπτου και μελαγχόλησα (Εγκιβωτισμένο θάλπος σελ 52)


[10] Maximus Soph., Dialexeis, Lecture 28.1a.1.


[11] Plutarchus Biogr., Phil., Consolatio ad Apollonium [Sp.] (101f-122a) Stephanus σ.103.F. 10


παράλληλη δημοσίευση με https://thomaspsyrras.blogspot.com



Ο «ΘΕΛΩ ΝΑ ΛΕΓΟΜΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ»

Ο μόνος δρόμος για την Ποίηση είναι το περιθώριο.

Οι άνθρωποί του, φωτοδότες Της στέκονται, και Της δείχνουν ποια οφείλει νά ‘ναι η πορεία του ποιήματος μες στον κόσμο.

Είναι εκείνοι που ξενυχτούν κάθιδροι και ξεχαρβαλώνουν το αίμα τους ξεχαρβαλωμένοι από τον μεροκαματιάρη χρόνο.

Όλοι αυτοί που από σεβασμό δαγκώνουν τα χείλη για να μην σιχτιρίσουν το λυρικότερο σεληνόφωτο -αυτήν την παραφωνία μέσα στην χοάνη της κυνικής βιοπάλης.

Όλοι αυτοί που σεργιανούν απάτριδες και πλάνητες μέσα στην ταξινομημένη κανονικότητα του ρυθμικού βηματισμού της μάζας προς την ανυπαρξία.

Όλοι όσοι βλαστήμησαν το γάλα που βύζαξαν για να μπορούν να βρίσκουν γάλα των παιδιών τους και σαλτάρουνε σε εργοδοτική καρότσα χάραμα για το κατάμαυρο καθημερνό ψωμί.

Όλοι όσοι ύψωσαν γροθιές για μια από τις αναρίθμητες αδικίες που γίνονται μπροστά στα μάτια τους και βρέθηκαν με κομμένα χέρια από την έχθρα του γείτονα.

Όλοι όσοι απορούν με την βεβαιότητα των καθ’ έδρας αξιολογήσεων και συμπερασμάτων και μπαίνουν άσωτοι στις εκκλησιές γιομάτοι αμφιβολία.

Όλοι όσοι δεν έπαιξαν ποτέ παλαμάκια σε εμβατήρια και παράτες γιατί ένας αόρατος Ρήγας τους πλέκει θούριους στ’ αυτί κάθε που μια σπίθα ανάβει στο βαλτοτόπι της βόλεψης.

Είναι εκείνοι που κρεμάνε γάντζους στο ταβάνι για να κρεμάσουν και να γδάρουνε ό,τι μικρό και άσχημο ξεστόμισαν –και ξυπνούν με γλώσσες μυρωδάτες.

Είναι όσοι δεν τρομάζουν τις γάτες των κάδων όταν προσεγγίζουν σαν σκιές τα αποφάγια – καθώς, σαν κι αυτές, εκπέμπουν την αταραξία ενός χωνεμένου κινδύνου στις κινήσεις τους.

Όλοι όσοι δίχως περιγραφές, δίχως ταξίδια, δίχως παραπομπές, σε ένα κερασμένο τσίπουρο βιώνουν τον ίλιγγο και το κενό του κοσμογυρισμένου.

Όλοι αυτοί, οι άνθρωποι που ζουν το περιθώριο, είναι π’ ανάβουν φρυκτωρίες και βρίσκει δρόμο στα σκοτάδια του ποιήματος η φωνή. Αυτούς οι στίχοι του αληθινού ποιήματος έχουνε για προστάτες, αυτούς οι αληθινοί ποιητές έχουνε για αγίους και παραστάτες. Είναι η φαμίλια τους, αίμα και σάρκα τους. Σε αυτούς ομνύουν. Έχουν με δαύτους όμοιο τρεχαπετάρισμα στο καρδιοχτύπι και γίνονται η Φωνή τους. Τέτοιοι οι αληθινοί ποιητές.

Απεναντίας ο «Θέλω να λέγομαι ποιητής» ως φιγούρα του μπερντέ καταπίνεται από το σκότος του απόλυτου τίποτα δίχως της δημοσιότητας το φως.

Για αυτό παλεύει , την έκθεσή του αποζητά και έτσι κάνει διάφορα. Χαριεντίζεται με τις εξουσίες κάθε λογής και αναδεικνύει τα τάλαντα που με τάλαντα αξιολογούνται, ορίζονται και πράττουν.
Μόνη του έγνοια; Να μένει στον αφρό. Κι αν κάποτε εξέφρασε το περιθώριο, το έκανε εκ περιτροπής καθότι κάποτε μόδα λογιάστηκε και κείνο.

Τελικά ο «Θέλω να λέγομαι ποιητής» σε ένα πράγμα υπακούει: στο Μέγα του Εγώ. Αυτό προστάζει την φασουλίδική του φύση να αρχίσει τις γονυκλισίες σε εφήμερους ρηγάδες των κάθε είδους μικροφώνων, να κάνει τεμενάδες στης πρώτης γραμμής τα σκύβαλα. Στα γεράματά του στιχοπλοκεί εξυπνακίστικα με τον αέρα των πάλαι ποτέ κατορθωμάτων του, παραγοντίζει ντυμένος την προβιά της φιλαλληλίας και σκαλίζει κάθε μέρα τον θρόνο του μέντορα παραλαμβάνοντας βαρύγδουπους επίτιμους τίτλους προς χάριν της υστεροφημίας του.

Καθώς όμως τα «στερνά τιμούν τα πρώτα», το ξεμασκάρεμα για αυτούς φαντάζει αναπόφευκτο. Και πάντα τούτο έρχεται όπως άλλωστε και ο περιθωριακός στην εποχή του Αλεξανδρινός περιγράφει στο ποίημα Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ.

Τους το αφιερώνω:

Σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες/ κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο/ ο βασιλεύς Δημήτριος (μεγάλην / είχε ψυχή) καθόλου-έτσι είπαν- / δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε/ κ’ έβγαλεν τα χρυσά φορέματά του, / και τα ποδήματά του πέταξε/ τα ολοπόρφυρα. Με ρούχ’ απλά/ ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε. / Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός / που όταν η παράστασις τελειώσει, / αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται.

Του Πέτρου Γκολίτση

Ένας αρχάγγελος και αρματωλός της λαϊκής και της μοντέρνας φαντασίας και συνείδησης. Ο ποιητής Χρήστος Μπράβος

[…] Δε θα γλιτώσεις Ιφιγένεια· αυτά
που ήξερες για σύννεφα πονετικά να
λησμονήσεις. Κορμί φιδιού θα
δέρνεσαι στο χώμα, δίχως κεφάλι
πετεινός και θα χυμάς. […]
(«Προγραφή», Μετά τα μυθικά)

Ο Χρήστος Μπράβος (1948-1987) είναι ένας μοναδικά γνήσιος ποιητής, ο οποίος στον χρόνο που του δόθηκε, κυνηγώντας θανάτους από το παρελθόν, κατόρθωσε όχι μόνο να χαρτογραφήσει τα όρια του παρόντος και του κόσμου, που εν μέρει συνάντησε και εν μέρει επινόησε, αλλά τα μετασχημάτισε −με την χαρακτηριστικά ελλειπτική θεματική και γραφή του− σε ένα ποιητικό συμβάν. Που βρίσκεται και που θα παραμείνει σε τροχιά ανόδου ωσότου λάβει τη θέση που του αναλογεί.
Παρά ή καλύτερα πέρα από τη φιλία του και την μαθητεία του πλάι στους Μίλτο Σαχτούρη (1919-2005) και Γιάννη Δάλλα (γ. 1924), από την πρώτη του εμφάνιση με το Ορεινό Καταφύγιο (1983), είναι και παραμένει ένας πολλαπλά ιδιοπρόσωπος ποιητής, κομίζοντας εξ αρχής μια νέα καταβολή στα γράμματά μας. Έτσι, έστω κι αν κάποιος υποθέσει, εισαγωγικά, πως το σαχτουρικό στοιχείο είναι παρόν στο έργο του, ο Μπράβος προχώρησε πολύ πέραν αυτού, με μια χαρακτηριστικά και ολότελα δική του ποίηση στην οποία και κυριαρχούν σκηνές ματωμένες και αποσπασματικές, δοσμένες με έναν δικό του, καίριο τρόπο ∙εικαστικά, σκηνοθετικά και ποιητικά μιλώντας. Με τους δικούς του χρόνους, και με τα δικά του περάσματα, επέμεινε και επέλεξε να μείνει άλλοτε στο βάθος των πραγμάτων, και άλλοτε στην πίσω πλευρά του χρόνου στην οποία και κυρίως στόχευε.
Στην ποιητική του, λοιπόν, για να προχωρήσουμε, οικειώνεται το κλίμα μιας ευρύτερης εποχής με τρόπο νέο, χαρτογραφώντας, στα πλαίσια μιας νεκρικής γεωγραφίας, τις σφαγμένες γυναίκες της Ηπείρου −στο πέρασμά μας προς τη μετα-οθωμανική περίοδο− και τους νεκρούς των βουνών του εμφυλίου, Βίτσι και Γράμμο, για να φτάσει μέσω ενός ανοίγματος προς τους εξόριστους της Τασκένδης σε έναν υπερ-ιστορικό, σε μιαν ανάγνωση, χρόνο, που εφάπτεται σε μια κοσμολογική οπτική. Η οποία και πρωτίστως μας ενδιαφέρει. Διαβάζουμε:

[…] κι ακούστηκε ο κρότος ο μεγάλος
της γης
που τσακιζότανε τυφλή
πάνω στο βράχο.
(«Συντέλεια», Μετά τα μυθικά)
ή:
[…] Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν
τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει
το ταβάνι ανεβαίνουν.
Να μη θυμάσαι τίποτα μετά

μόνο του δαίμονα το χέρι
που ευλογούσε.
(«Απόκρυφο», Μετά τα μυθικά)

Ο Μπράβος δεξιώνεται εμβληματικά μοτίβα από τη λαϊκή μυθολογία και με αυτά ως προ-πλάσματα κατορθώνει, ως μέρος μιας ευρύτερης παράδοσης κι ενός ρεύματος που συναιρεί το μοντέρνο −στην εξπρεσιονιστική του εκδοχή− με το δημοτικό μοντέλο, να ανοιχτεί προς νέες φόρμες που δεν έχουν ένα άμεσο αντίστοιχό τους. Η προσοχή μας εδώ πρέπει να πέσει κυρίως πάνω στη λέξη «μοντέλο» (δημοτικό μοντέλο), καθότι πρόκειται, εν μέρει τουλάχιστον, για μια αφορμή τελικά, ώστε να κινηθεί ο ποιητής, μέσω ενός μοντέλου, ως άλλος π.χ. Ροντέν, ή Χένρυ Μουρ, στον κόσμο που ο ίδιος επιθυμεί και μπορεί να ποιήσει, ως καλλιτέχνης, ο οποίος ενώ φέρει την επάρκεια και τη φύση ή την προτεραιότητα ενός poeta faber (ποιητή τεχνίτη), στην ουσία είναι ένας poeta vates (ποιητής προφήτης), εφόσον καθαρά και επίμονα επενδύει και φαίνεται να είναι όντως φορέας της οπτικής της πίσω πλευράς του χρόνου. Διαβάζουμε:

[…] Ξάφνου ξυπνά το αίμα
βάφει τον ουρανό
και το δρόμο
σφαίρες πέφτουν
στην πίσω πλαγιά
του χρόνου. […]
(«Εμφύλιος λώρος», Ορεινό καταφύγιο)

και:
[…] Η μάνα είπε άκουγε σφυριά
πνιγμένους χτύπους είπε οληνύχτα
σαν νά ’ρχονταν του βάθους. […]
(«Τα καρφιά», Ορεινό καταφύγιο)

ή:
[…] Το χέρι που θα βάλει την τελεία
βγαίνει σφιχτά κρατώντας την ομπρέλα
που αρπάζεις και πηδάς έξω απ’ τον χρόνο
(«Το κόκκινο κεφάλι…», Με των αλόγων τα φαντάσματα)

Αίσθηση και στόχευση που επιμένει στο ποίημα «Δίκοπη μέρα». Ποίημα το οποίο επιπρόσθετα κινείται ανάστροφα στον χρόνο. Ξεκινά με τη μάνα του ποιητή ως γριά, «πώς μπαμπακιάσαν τα μαλλιά», και μέσω ενός ατυχήματος του δικού του παιδιού, «ο φράχτης στάζει κόκκινο», το παιδί που πληγώθηκε, περνά στη μάνα, ίσως στη σύντροφο, στη γυναίκα εν γένει, με τα μαύρα μαλλιά, και στο γδάρσιμο που μας επιφυλάσσει ο χρόνος. Ποίημα που γράφεται, το Πάσχα του 1981. «Κι όπως της γδέρνω το λαιμό…», μας λέει, έτσι, σε μια αντιστροφή και σε μια συναίρεση, μας γδέρνει −όπως εμείς τα κατσίκια− ο χρόνος. Διαβάζουμε:

Πώς μπαμπακιάσαν τα μαλλιά
της μάνας μου…
Φέγγουν στο κόκκινο
          της μέρας με τυφλώνουν.

          Τρέχει ο μικρός μου γιος
          τρέχει γελώντας
          τρέμοντας τρέχω
          «ο φράχτης στάζει κόκκινο»

           κι όπως της γδέρνω
           το λαιμό και με σκεπάζει
           χάνομαι μες στο μαύρο
           των μαλλιών της.
(«Δίκοπη μέρα», Ορεινό καταφύγιο)

Με το κόκκινο της μέρας εδώ να μας τυφλώνει, ενώ αλλού να είναι «βαρύ άλιωτο κόκκινο (στο ποίημα «Αναστάσιμο»), αλλού κόκκινο-γκρι ή κόκκινο-μαύρο. Διαβάζουμε στο ποίημα «Ανατολή»: «Είδα τα σκέλια του βουνού∙ ανοιχτά και ταράζονταν. Έβγαινε με κεφάλι ματωμένο η μέρα». Αυτοί είναι και οι κύριοι χρωματικοί του συνδυασμοί και τάσεις, που πέρα από το χιόνι, το χώμα, τη φωτιά και την αστραπή («αστράφτουν σαν καπούλια οι πλαγιές», «ο Θόλος άστραψε»), συνοψίζουν την οπτική του αίσθηση, καλώντας και συμπλέοντας με την αίσθηση, μιας άλλης βέβαια χρωματικής παλέτας, του Αντρέι Ταρκόφσκι, ο οποίος και έλεγε πως προτού πούμε οτιδήποτε, οφείλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα: «Ποιο είναι το νόημα της ζωής;».
Έτσι, ο Μπράβος, όπως και ο μεγάλος Ρώσος σκηνοθέτης, είναι πρωτίστως ένας ποιητής-δημιουργός ενός κόσμου, του δικού του, ο οποίος και αναδύεται μαζί με τα χώματα από μεγάλα βάθη. Πρόκειται για έναν κόσμο αμιγώς προσωπικό στην εκφορά του και πρωτότυπο, απέχοντας από τον τόνο του κηρύγματος και της ευκολίας αρκετών μοντερνιστών –των προηγούμενων κυρίως δύο, της δικής του γενιάς, γενεών−, αλλά επίσης απέχοντας και από τα συχνά ανούσια πειραματικά παιχνίδια και τα τεχνάσματα των συνομηλίκων του και των νεότερων του. Κατορθώνοντας, αφού πρώτα εξασφάλισε τα εφόδια και οργάνωσε τους όρους της ποιητικής του, τις αρχές και τα αποχρώντα μοτίβα του, τα άλματα και τις μεταπηδήσεις του −μέσω των ποιητικών του μορφών και εκτελέσεων− να δείξει πως μπορεί να αρδεύεται και να αυτοτροφοδοτείται κομίζοντας κάτι το όντως πραγματικά νέο στα γράμματά μας.
Έτσι η ποιητική του σοφία αναπαράγεται και συνομιλεί, κατά τη θεώρησή μας πάντοτε, με τους ζωγράφους Μαρκ Σαγκάλ, Φράνσις Μπέικον, Φραντς Μαρκ, Μαξ Μπέκμαν, Αντόνι Τάπιες, τέτοια είναι δηλ. τα εικαστικά του ανάλογα, του ευρύτερου θα λέγαμε εξπρεσιονιστικού χώρου. Ένα δείγμα, πέρα απ’ τις νύφες του Σαγκάλ, και τα άντερα αλά Μπέικον: ένας σταυρός που συνομιλεί με αυτούς του Αντόνι Τάπιες:

[…] Στις πόρτες μαύρους είδανε σταυρούς.
(«Παράλυτα μαλλιά», Με των αλόγων τα φαντάσματα)

Κομίζοντας μια νέα ένταση και στοχεύοντας διαρκώς στη θραύση της ποιητικής του ύλης, στην πλαστική και στην εκφραστική της διάσταση. Με αποκορύφωμα, κατά τη θεώρησή μας, τα ποιήματα «Η μηλιά» και το «Απόκρυφο», και τον στίχο «Το τζάμι του θανάτου που θα σπάζει». Διαβάζουμε το ποίημα «Απόκρυφο»:

Μ’ άλογο μαύρο και τυφλό
να μπω στον ύπνο σου. Ριγμένος
σταυρωτά. Με τα καρφιά μου.

Εσύ από χιόνι. Με το κάρβουνο
στα μάτια. Τα πέταλα ν’ ακούς
και τα φτερά. Το τζάμι του θανάτου
που θα σπάζει.

Να τιναχτείς-νύφη που ξύπνησαν
τα δάκρυα του γαμπρού ανοίγει
το ταβάνι ανεβαίνουν.
Να μη θυμάσαι τίποτα μετά

μόνο του δαίμονα το χέρι
που ευλογούσε.
(«Απόκρυφο», Μετά τα μυθικά)

Ο Μπράβος ο οξύτατος λοιπόν αυτός δημοτικός-εξπρεσιονιστής μας, ξεπερνά κατά πολύ τους δημοτικούς, επώνυμους και ανώνυμους, «τραγουδιστές» μας, και κινείται πέρα από τα δημοτικά μοτίβα των αλόγων, των νυφών και των νεκρών ενδεικτικά, προχωρώντας και φέρνοντας μπροστά μας άλλα πρόσγεια τοπία, κατάσαρκα δεμένα με εμπειρίες που ανακαλούν μια «νέα», την επόμενη της δημοτικής θα λέγαμε, εποχής: αυτή, που ήδη αναφέρθηκε, του εμφυλίου δηλαδή, και των γνωστών ακροτήτων του. «Βιώματα» και ακούσματα μεταπλασμένα και δοσμένα, και αυτό είναι το σημαντικότερο και πρέπει να υπογραμμισθεί, σε μια νέα διεθνώς μορφή.
Έτσι τα ποιήματα του Μπράβου φαίνεται να είναι άλλοτε «ντυμένα» και άλλοτε μπολιασμένα εξπρεσιονιστικά, πάνω στο δημοτικό μας σώμα και υπόστρωμα, και εκτελούνται, στην εκφώνησή τους, με τον πυρήνα τους μονίμως πυρακτωμένο, ο οποίος και πρέπει, κάθε φορά, σε κάθε ανάγνωση, να πυροδοτηθεί. Αυτή η στόχευση. Στην εκτέλεση του ποιήματος. Και τότε; Γύρευέ τον, τον ποιητή. Όπως συμβαίνει και με τα ποιήματα «Ανεπίδοτο», «Οι Τουρκάλες» και «Η μηλιά», την οποία θεωρούμε ως ένα από τα καλύτερα ποιήματα του νεοελληνικού ποιητικού 20ου αιώνα, και άρα, ως τέτοιο, πρέπει να ακουστεί:

Σε φράκτη τέλειωνε η γυναίκα,
ματωμένη. Έφερνε αέρας τα σκυλιά,
τα ’παιρνε πάλι.
Επέρασ’ ένας μ’ άλογο,
κυνηγημένος. Η ματωμένη
τραύλιζε. Αυτός βαριά ελυπήθη.
Κι όπως την κάμα ετράβηξε
κι απόστρεψε τα μάτια
σκίστηκε η γης
βγάζει μηλιά
τα μήλα φορτωμένη∙
κι αυτή σε μαύρο σύννεφο
−ωι μηλιά−
για χαμηλά ποτάμια
ετραβούσε.

Με τρόπο επομένως άμεσο, ευθύβολο και δυνατό, ο Μπράβος, ενώ φαίνεται δεμένος, όπως ο Μιχάλης Γκανάς, τόσο με τον ηπειρωτικό τόπο όσο και με την ιστορία (η σύζυγος του Ερμιόνη, η οποία είναι ανάμεσά μας, κατάγεται από την Ηγουμενίτσα, ο ίδιος από τα διπλανά Γρεβενά) κινείται μεταπλάθοντας με τρόπο δικό του −και με υλικά πυρακτωμένα− τις μνήμες από τα εγκλήματα που έγιναν ενάντια στις αρβανίτισσες (εδώ εντάσσεται «Η μηλιά», όπως και το ποίημα «Οι Τουρκάλες» όπου διαβάζουμε για τις «γκαστρωμένες»: «χτυπούσε η κάμα χαμηλά, απ’ την κοιλιά / να μπαίνει ο θάνατος»), πείθοντάς μας πως όχι μόνο έχει εμπειρίες από την άλλη πλευρά του χρόνου, αλλά γνωρίζει πώς να τις δώσει γνησιότερα και αμεσότερα, δηλ. πιο καίρια, με τη φορά της «μοντέρνας» τέχνης της εποχής του.
Επομένως, ο ποιητής πιάνει το δημοτικό στοιχείο από την ίδια του την πηγή, και με τρόπο διαφορετικό το αποκαλύπτει στην εκφορά του ως απωθημένο και ως χωνεμένο βαθιά, φέρνοντάς το βεβαίως στην συγχρονία μας. Δείχνοντας πως προφανώς και είχε εμπιστοσύνη σε αυτό που έπλαθε, ως τεχνίτης που κατέχει την τέχνη του, βγάζοντας από την πρόσγεια βάση του το ποίημα-πλάσμα του, ξεπερνώντας κατά πολύ τα αρχικά πρωτοπλάσματά του, και γνωρίζοντας προς τα που και πώς να κατευθυνθεί. Ολοκληρώνοντας τα περισσότερα από τα ποιήματά του, όπως καθίσταται φανερό εξάλλου αν συγκρίνει κανείς ορισμένα από τα ανολοκλήρωτα ποιήματα από τα Μετά τα μυθικά που κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του (το opus posthumous του δηλ.), και που συμπεριλήφθησαν, σωστά, στον υπό παρουσίαση τόμο.
Συνοψίζοντας, με την ευθυβολία του παρούσα, ο ποιητής Μπράβος τονίζοντας και επιμένοντας στο νεκρικό στοιχείο με μια πρωτόγνωρη σε σημεία ένταση, εξορύσσει τις ζωισμένες κατά το βιωμένες του εικόνες, οι οποίες και βγαίνουν από μέσα του σε θερμοκρασίες που τις συγκρατούν συγκολλημένες και άρα άρτιες, στην καλλιτεχνική τους εκφορά. Εικόνες ικανές να μεταδώσουν το βάρος και το βάθος του αργού και στοχευμένου τους βιώματος.
Ακολουθώντας τον ίδιο τον ποιητή, στην κριτική του αυτή τη φορά εκφορά, θα λέγαμε πως είναι τελικά ένα «ταπεινός οραματιστής, διασταύρωση αρχάγγελου και αρματολού στη λαϊκή φαντασία και συνείδηση, που συντρίφτηκαν για να εκπέσουν στο μαυσωλείο μιας ποίησης σύγχρονου μύθου», από όπου και αναδύεται ο ίδιος στην λογοτεχνική και καλλιτεχνική μας επιφάνεια για να παραμείνει. Και θα παραμείνει.
Κλείνοντας, να επαναλάβουμε πως μονίμως τείνει προς έναν ενιαίο υποχθόνιο στόχο, τον οποίο προσπαθεί να πετύχει και να συνθλίψει. Ένας στόχος που σύμφωνα με τη φορά του ποιητή, προτάσσοντας τα εισαγωγικά στοιχεία της μορφολογίας του θεάτρου και ορισμένα επαναλαμβανόμενα δημοτικά μοτίβα, μας περνά μέσω της εξπρεσιονιστικής του ορμής, στην οποία μετέχουμε, στον αρχέγονο πυρήνα των πραγμάτων, που είναι η ίδια τραγική και αδιέξοδη ουσία τους, από όπου και ανεβαίνουμε κατακόρυφα, μαζί του, ως βολίδες του εαυτού μας, αφήνοντας πίσω τα ποιήματα ως νομίσματα που μας περνούν στην άλλη πλευρά του χρόνου. Στην οποία πλευρά θα συναντήσουμε τον ποιητή. Ο οποίος ποιητής μας περιμένει.

Θεσσαλονίκη, 15 Φεβρουαρίου 2019

(Ομιλία στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο)




Μεσόγειος γη, ένοχη θάλασσα

ιδρωμένα σώματα
στο παλμό του Ήλιου
απ’ την Ίμπιθα
ως την Αλεξάνδρεια
μπιτ ανατολίτικα
έξαλλοι ρυθμοί
για τους αιώνιους έφηβους
όλων των εποχών
όλων των ενοχών
που κινούνται στην παλίρροιες
της νύχτας
αναζητώντας τον έρωτα
όπως οι τρόφιμοι
τα τσιγάρα
στα Δημόσια ψυχιατρεία
της Μεσογείου

κι εμείς συνεχίζουμε να υπάρχουμε
πλάσματα της νύχτας
φωσφορίζοντα
να φωτογραφίζονται
ως σπάνιο είδος
στη θάλασσα της Σικελίας
που έχει αφρώδη πώματα
και ήσυχους ψαράδες




                                                               Κέδρος, Αθήνα 2017


Ο Χάρης Ψαρράς επανέρχεται με την πέμπτη, κατά σειρά, ποιητική συλλογή που φέρει τον λατινικό τίτλο Gloria in Excelsis (Κέδρος, 2017) σε αρκετά διαφορετικό κλίμα και σχήμα. Παρόλο που και στις προηγούμενες συλλογές του είχε φλερτάρει αισθητά με τους πειραματισμό επί της μορφής, είχε δηλαδή αποπειραθεί να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της παραδοσιακής ποίησης, τώρα αυτό γίνεται περισσότερο συνειδητά και οργανωμένα. Τώρα η ομοιοκαταληξία - πλεκτή, ζευγαρωτή ή άναρχη - αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή του ποιήματος και σε βασικό εργαλείο της ανάδειξης του νοήματος, ενώ το μέτρο, με το ρυθμό και την αρμονία που παράγει, συμβάλλει καθοριστικά στην αναγνωστική απόλαυση. Σε αυτήν βεβαίως συντελεί και ο παιγνιώδης τόνος που διαπερνά τους στίχους και κυμαίνεται από την ειρωνεία και το σαρκασμό ως τη σάτιρα και την αλληγορία. Σε κάθε περίπτωση, στόχος του ποιητή είναι η αμφισβήτηση και, μέσω αυτής, η αναζήτηση της αλήθειας ή τουλάχιστον η εύρεση μιας απάντησης ικανοποιητικής και καίριας πάνω στα εναγώνια διαχρονικά ανθρώπινα ερωτήματα. Η επιλογή ενός δομημένου και αρχιτεκτονημένου ποιητικού λόγου γίνεται για να υπηρετήσει καλύτερα αυτόν το σκοπό.

Ξεκινώντας από τον ίδιο τον τίτλο (μτφρ. Δόξα εν υψίστοις) θα ήθελα να επισημάνω την ευθύς εξ αρχής δεδηλωμένη πρόθεση του ποιητή να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη θεματική γραμμή. Μια γραμμή που έχει στο ένα άκρο της τον Άνθρωπο, την ανθρώπινη ποιότητα και στην άλλη τον Θεό.

Στα εικοσιοκτώ ποιήματα της συλλογής αυτής διερευνώνται πτυχές της σχέσης θεού και ανθρώπου, αλλά και πτυχές του κατεξοχήν ανθρώπινου βίου. Η θεολογία του ποιητή εκκινεί κυρίως από τη Βίβλο και θίγει το ζήτημα του παντεπόπτη οφθαλμού («Behind the arras»), της απειλής του φιδιού («Ανακτήσεις»), του Άβελ και του Κάιν («Ο γιος του Αδάμ»), του διαχρονικού προπατορικού ζεύγους, Αδάμ και Εύας («Εξόδιον», «Εύα»), της ανάστασης των νεκρών («Κατά των Εθνικών»).

Κοντά σε αυτά στέκουν τα πολύ ενδιαφέροντα ποιήματα που έχουν αρχαίες ελληνικές αφορμές, αλλά και εκείνα που εμφορούνται από διακειμενική διάθεση. Από αυτά της πρώτης ομάδας ιδιαίτερη μνεία αξίζει το ποίημα «Πολύφημος» στο οποίο ο Ψαρράς, με αφορμή το γνωστό επεισόδιο της ομηρικής Οδύσσειας, καταθέτει τη δική του άποψη για την ανθρώπινη ευθύνη, την τιμωρία, τη συγχώρεση.

Θύτης και θύμα καθενός ο εαυτός του κι άλλος κανείς.
Πεθαίνοντας λέει: «Ας ονειρευτώ
πως είναι ο πατέρας μου θεός
και θα με συγχωρέσει».

Χαρακτηριστικά παραδείγματα της δεύτερης περίπτωσης είναι τα ποιήματα που εμπνέονται από έργα και ήρωες του Σαίξπηρ, όπως το ειρωνικό ποίημα «Behind the arras» με πρωταγωνιστή τον ήρωα του Άμλετ, Πολώνιο, ο οποίος, ως παρατηρητής και εδώ, παρακολουθεί ατάραχος πίσω από την κουρτίνα τα ανθρώπινα, αλλά και το ποίημα «Δυσδαιμόνα» που αφορμάται από τον σαιξπηρικό Οθέλλο και έχει ως θέμα του το ερωτικό πάθος και την ζήλια που αυτό γεννά.

Στα χέρια σου τα μαύρα
με κλείνει αγάπης αύρα.


Είσαι ο αγαπητικός μου.
Ο χαλασμός του κόσμου


θα γίνει, όπως προστάξει
στην Πέμπτη ο Σαίξπηρ πράξη.


Γεννά του νου του η δίνη
Τη ζήλια και μας γδύνει.


Όπως και στις προηγούμενες συλλογές, έτσι κι εδώ ο Ψαρράς επιλέγει να μιλήσει απλά και αβίαστα, αλλά ουσιαστικά, για τα ανθρώπινα: το ζήτημα του χρόνου, της φθοράς, του θανάτου, του νοήματος της ζωής, του ερωτικού βιώματος, ζητήματα δηλαδή καθαρά υπαρξιακά.

Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Vivere pericolosamente» στο οποίο ο ποιητής με λιτό και άμεσο τρόπο διαλογίζεται πάνω στο θέμα του χρόνου και του θανάτου, απαλύνοντας τη σκληρή του αίσθηση με το χιούμορ, αλλά και με την επιλογή του πρώτου πληθυντικού προσώπου που μοιράζει το βάρος της προοπτικής αυτής σε όλους τους ανθρώπους.

Με πούδρες, στίχους και, αν χρειαστεί, με υπνοστεντόν
Επιβραδύνουμε το βήμα των ετών,


Αλλά δεν ανακόπτουμε τη ροή του χρόνου.
Φεύγουμε ανήσυχοι. Τα σώματά μας λιώνουν.


Μένουν τα οστά. Κάτω απ’ το χώμα ή μες στην άμμο.
Δεν ξέρεις ποια δικά σου, ποια δικά μου.



Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής σκηνοθετεί πρόσωπα του μυθολογικού και θρησκευτικού παρελθόντος, προκειμένου να μιλήσουν με σύγχρονους όρους στον αναγνώστη. Η Εύα, για παράδειγμα, στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Αναγνώριση», βγαίνει από το βιβλικό πλαίσιο, διαπερνά τους αιώνες και φτάνει στο σήμερα για να γίνει η ξανθιά θαμώνας του χαμάμ που δεν έχει απωλέσει στο ελάχιστο το βάρος της αμαρτωλής της παρουσίας.

Ο χρόνος είναι το ρολόι που λέει λάθος την ώρα,
το παρελθόν που πρόκειται εκ νέου να λάβει χώρα.


Η ξανθιά που ’δες χθες στο χαμάμ
είν’ η Εύα, η ερωμένη του Αδάμ.

Στην ίδια λογική κινείται και το ποίημα «Ο γιος του Αδάμ». Εδώ ο Κάιν μιλά με κυνισμό για την αδελφοκτονία που διέπραξε, γίνεται το αρχέτυπο του ανθρώπου που εγκληματεί και στο τέλος στοχάζεται και διερωτάται:

Όλα περνούν. Ποιος το θυμάται πως με λένε Κάιν;

Ζητήματα και νοήματα βαριά που προσεγγίζονται με τον καλύτερο τρόπο, το χιούμορ. Ένα χιούμορ άλλοτε εμφανές, άλλοτε υποδόριο, πάντοτε όμως κατάλληλο να σπάσει τον πάγο, αλλά και τα κόκκαλα όσων επαναπαύονται σε στέρεα σχήματα.


Η νέα συλλογή του Χάρη Ψαρρά αποτελεί μια άξια συνέχεια των προηγούμενων και μια περίτρανη απόδειξη ότι ο ποιητής έχει βρει τη «φωνή» του, την ιδιαίτερη οπτική του και έχει διαμορφώσει την προσωπική του ποιητική. Πάνω από όλα όμως αποτελεί μια πρόταση. Μια ανανεωτική πρόταση έκφρασης και έκθεσης στην πρόκληση της αναμέτρησης με τον παραδοσιακό ποιητικό λόγο.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA