πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.
Ο Μπέκετ, η λύτρωση από την αιώνια αναμονή και ο ερωτισμός στην τέχνη σε ένα πεζούλι του Θεσσαλικού Θεάτρου ένα δροσερό απόγευμα Σεπτεμβρίου.





Βλέποντας την παράσταση ένιωσα μια ιδιαίτερη τρυφερότητα ανάμεσα στον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν. Και με ένα τρόπο αισθάνθηκα πως οι ανθρώπινες σχέσεις είναι, τελικά, η λύτρωση στην αιώνια αναμονή.

Υπάρχει αυτό το ζευγάρι.  Είναι δύο άνθρωποι οι οποίοι είναι μαζί και συντροφεύουν ο ένας τον άλλον. Θα μπορούσαν και να μην ταιριάζουν αυτοί οι άνθρωποι αν ήταν αλλού. Όμως, εδώ, είναι δύο άνθρωποι οι οποίοι είναι δύο κλόουν, δυο παράλυτοι κλόουν. Είναι έξω από το πεδίο τους, δεν είναι στο τσίρκο, εκεί που έχουν τα εργαλεία τους. Αυτό ,λοιπόν, που είναι πολύ συγκινητικό είναι ακριβώς αυτή η μοιρασιά.

Είναι όμως λύτρωση;

Είναι μία οπτική. Γιατί η ζωή ,δεν ξέρουμε, αν έχει κάποιο νόημα. Ανάλογα από ποια μεριά στεκόμαστε το βλέπουμε. Εγώ έχω την αίσθηση ότι το έργο αυτό είναι αισιόδοξο και κινούμαι προς αυτή την κατεύθυνση. Όλο αυτό το μάταιο πράγμα της ζωής, το αέναο πήγαινε έλα μέσα στο οποίο οι άνθρωποι γεννιούνται, αγαπιούνται, μισιούνται, γεννάνε παιδιά, πεθαίνουν, και ξανά απ’ την αρχή, προσπαθώ να το βλέπω με μια αισιόδοξη ματιά. Ο Μπέκετ είχε πει ότι αυτό το έργο πρέπει να ανεβαίνει είτε από ηλικιωμένους άντρες είτε από κλόουν. Οπότε εμείς κινούμαστε παραδοσιακά και χρησιμοποιούμε τους κλόουν που είναι ένα πλάσμα χωρίς χρόνο και χωρίς ηλικία. Ένας κλόουν μπορεί να είναι 20 ή και 70 χρονών. Ένας κλόουν έχει τη μύτη του, είναι η μάσκα του.

Τι είναι το ωραίο στην τέχνη; Είναι αυτοσκοπός;

Η αισθητική του πράγματος, ορίζεται ως ωραίο σε ό,τι αφορά ένα αποτέλεσμα. Και η αισθητική ορίζεται από τους ανθρώπους που το φτιάχνουν. Τώρα, αν εννοείς τι σημαίνει ωραίο μέσα στην ψυχή, εγώ δεν πιστεύω σε λέξεις που έχουν να κάνουν με τελειότητα. Το ωραίο είναι γεμάτο ατέλειες. Το ωραίο το συναντάω εκεί που βλέπω ατέλειες και λάθη. Και στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» αυτοί οι χαρακτήρες έχουν αδυναμίες και υπάρχουν πράγματα που τους πηγαίνουν στραβά και μετά ξεφεύγουν. Αυτό είναι ωραίο γιατί είναι αληθινό. Όπως ορίζω σκηνικά την αλήθεια θέλω να φωτίσω τέτοια πράγματα.


Είναι η τέχνη πάντα «πολιτική»;

Ναι, κάνει πολιτική έτσι κι αλλιώς. Δεν χρειάζεται να μιλάει πολιτικά. Να είναι ένα στρατευμένο θέατρο. Ανάλογα με τη θεματική και πάλι ένα πολιτικό θέατρο είναι. Μπορεί να μιλάει για πράγματα στην κοινωνία ή για το πώς νιώθει ένας άνθρωπος. Αυτό πάλι είναι βαθιά πολιτικό. Ακόμα και το να μιλάμε για το πώς γεννιόμαστε, πεθαίνουμε κι αυτό είναι μια πολιτική. Σε ό,τι αφορά το λόγο και το κείμενο ο Μπέκετ έχει κάνει σπουδαία πράγματα. Γράφει σε μια γλώσσα που δεν ήταν η μητρική του, παίζει με τον εαυτό του. Προσπαθεί να χρησιμοποιήσει πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, ανθρώπους του δρόμου που τους βάζει να μιλάνε σαν ποιητές. Αυτό που κάνει είναι από μόνο του ποίηση. Και η ποίηση έχει αυτή την ομορφιά. Ότι μπορεί να εμπεριέχει μέσα της τα πάντα. Και η δεξιοτεχνία του κάθε ποιητή έχει να κάνει με το πώς διαχειρίζεται αυτός τα εργαλεία του σε σχέση με τη γλώσσα και από το ένστικτο του και το πώς αφήνεται σε αυτό. Είναι μια διαδρομή πολύ εσωτερική που σε κάποιους είναι πολύ έμφυτο. Το ότι μεταφράζουν όλα τα πράγματα και τα βάζουν σε μια γλώσσα που δεν είναι ο άμεσος λόγος. Παίζουν με κάποια εργαλεία της γλώσσας και δημιουργούν ένα πεδίο φοβερό γι’ αυτόν που το διαβάζει. Να ταξιδέψει και να δει τα πράγματα από μια άλλη πλευρά, από δίπλα.

Πρέπει μέσα σου να σε καίει κάτι για να δημιουργήσεις;

Ο καθένας το ορίζει διαφορετικά. Άλλος το νιώθει σαν μια φλόγα που καίει, άλλος σαν μια ανησυχία, άλλος σαν μια εγκεφαλική διαδικασία στην οποία βρίσκεται και μέσα στην οποία λειτουργεί. Ο τρόπος που γίνεται βίωμα είναι πολύ προσωπικός. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο το αισθάνεται ένας καλλιτέχνης και αποφασίζει να πει τη λέξη καίγομαι ανησυχώ ή σκέφτομαι. Για μένα, εγώ, το αισθάνομαι σαν φλόγα. Είναι πολύ οργανικό πράγμα το θέατρο. Φαντάζομαι ότι κι ένας ποιητής όταν γράφει καίγεται με τον ίδιο τρόπο. Το σώμα εκκρίνει ουσίες στις οποίες ανταποκρίνεται το πνεύμα και η σκέψη του. Είναι πολύ οργανική διαδικασία.

Είναι η τέχνη μια μορφή ερωτισμού; Διοχετεύεις έρωτα για να δημιουργήσεις;

Είναι ένας έρωτας. Και μεγάλος. Δε γίνεται να μην αισθάνεσαι αυτό το πράγμα το οποίο είναι πολύ δυνατό. Ο έρωτας έχει πολλές μορφές. Δεν είναι μόνο σαρκικός, είναι και μέσα από την τέχνη, από την ποίηση, από το σώμα το οποίο εργάζεται σκληρά στο θέατρο. Εμείς που εξασκούμε το σώμα μας πολύ για να ανέβουμε πάνω στη σκηνή, εκκρίνει το σώμα μας ουσίες για να μπορέσει να έτοιμο για κάτι πολύ συγκεκριμένο. Αυτό είναι μία πράξη ερωτική. Η διαδικασία όταν είναι πάρα πολύ δημιουργική είναι και ένας πάρα πολύ μεγάλος έρωτας. Ο έρωτας δεν έχει πάντα σάρκα, δύο άνθρωποι που συναντιούνται, ερωτεύονται, μένουν μαζί. Έχει πάρα πολλές μορφές που κι εγώ δεν μπορώ να φανταστώ. Είναι μια περιοχή ανοιχτή προς τη ζωή. Τα μεγάλα θέματα είναι η γέννηση, ο έρωτάς, ο θάνατος, ο πόλεμος.



Είναι η επαρχία γόνιμο έδαφος για μεγαλύτερη καλλιτεχνική ελευθερία;

Όταν είσαι κοντά στη φύση και όταν ο χρόνος και ο ρυθμός ορίζεται από την πόλη στην οποία ζεις και αναπνέεις, δημιουργείς με αυτό το ρυθμό που σου επιβάλλει. Σε μικρότερες πόλεις σου δίνεται ένα έδαφος να κλειστείς, να εργαστείς. Δεν έχεις ,αν θες, την αγωνία της αγοράς. Δεν έχεις την ταχύτητα, η οποία στις σύγχρονες πόλεις είναι βάρβαρη. Δεν έχει σχέση με το φυσικό ρυθμό που έχει το ανθρώπινο ον. Αν θέλουμε να πούμε ότι εξερευνούμε το χρόνο θα ήταν ενδιαφέρον να μιλήσουμε με έναν άνθρωπο που μένει σε ένα βουνό, να μας πει πως βλέπει το χρόνο, πως ορίζει το χρόνο. Έτσι, λοιπόν, σε πόλεις που είναι σαν τη Λάρισα που έχει ιστορία και παράδοση στο θέατρο, ανθρώπους που αγαπάνε και στηρίζουν την τέχνη, αλλά και μία ποιότητα χρόνου, αυτό είναι υπέροχο για να δημιουργηθούν εστίες που να παράγουν κάτι πάρα πολύ όμορφο και για να ψάξουν πράγματα. Ακόμα και στις πόλεις εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν ταξιδέψει και στο εξωτερικό και βρίσκονται εκεί. Στην τελική οι συναντήσεις δεν ξέρεις που θα έρθουνε.  Εμείς όταν δημιουργήσαμε το «Χώρο» στη Θεσσαλονίκη βρεθήκαμε. Και οι περισσότεροι από μας ήταν από τη Βόρειο Ελλάδα. Και τώρα είμαστε τρεις Δραμινοί εδώ. Κι εμείς ως διαδρομή, ξεκινήσαμε με μία πολύ μεγάλη αγάπη για το θέατρο χωρίς τη γαλούχιση της μεγάλης 




Περιμένοντας τον Γκοντό δια χειρός Έλενας Μαυρίδου: Μια τρυφερή γροθιά στον κατεστημένο χρόνο

Αν ο μη-τόπος και ο μη-χρόνος του «Περιμένοντας τον Γκοντό» επέλεγαν αυτοβούλως χρόνο και τόπο, αυτός ενδεχομένως να ήταν ο Σεπτέμβριος στη Λάρισα. Εδώ, ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν ,πριν τους τίτλους αρχής, θα περιφέρονταν στους δρόμους της Λάρισας, περιμένοντας εναγωνίως έναν χειμώνα που δεν έρχεται. Καθισμένοι σε ένα παγκάκι στις όχθες του Πηνειού, θα αναρωτιόντουσαν αν ο ποταμός φουσκώνει ποτέ. Και θα χάνανε τις αρβύλες τους ένα ζεστό απομεσήμερο στο Αλκαζάρ, γιατί το Σεπτέμβρη στη Λάρισα αργεί να χειμωνιάσει και τ’ απογεύματα μπορείς ακόμα να κυκλοφορείς ξυπόλυτος.

27 Σεπτεμβρίου βράδυ, 9 παρά 2. Στη Λάρισα έχει 27 βαθμούς και στο Θεσσαλικό Θέατρο εμφανίζονται για δύο παραστάσεις ο Γκογκό και ο Ντιντί αναμένοντας αιωνίως τον Γκοντό (τους), δια χειρός Έλενας Μαυρίδου. Οι δύο πρωταγωνιστές εμφανίζονται ένα ζεστό βράδυ, ντυμένοι με βαριά φθαρμένα σακάκια και αθλητικά παπούτσια. Ζούνε σε μια δυστοπία, δίπλα σε ένα και μοναδικό κάποιο δέντρο και αναπνέουν σκηνικό χώρο που ορίζεται από ένα τετράγωνο. Πρόκειται για μια νέα διανομή της παράστασης που παρουσιάστηκε στο θέατρο Χώρος την περασμένη σεζόν και αποτέλεσε μια τρυφερή, συναισθηματική και καίρια ανάγνωση του «Γκοντό» για την αναμονή ως αναπόδραστη μη-επιλογή.

Με την όποια σκηνοθετική ελευθερία, χαρίζει η δήλωση του ίδιου του Μπέκετ πως αγνοεί ποιος είναι τελικά ο Γκοντό, η σκηνοθέτης δημιουργεί εδώ την αίσθηση ενός φαύλου κύκλου αναμονών που μείνανε ημιτελείς, περιστάσεων που ποτέ δεν πραγματοποιηθήκανε, δυνατοτήτων που ποτέ δεν αξιοποιηθήκανε και τελικά εαυτών που ποτέ δεν γεννηθήκανε. Με την όποια διανοητική ελευθερία, χαρίζει η υποκειμενική πρόσληψη της θεατρικής παράστασης, η Μαυρίδου μοιάζει να ορίζει ,εδώ, την αναμονή ως καθολική μοίρα. Και κάπου κάπου να σε κοιτάζει σκληρά μέσα στα μάτια και να σε καλεί να συνειδητοποιήσεις ότι ο εαυτός σου θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος και πως η αναμονή μιας άγκυρας αυτοεκτίμησης ή και αυτό-οικτιρμού θα παραμείνει απούσα.   

Αγνοώντας αν τελικά ο Μπέκετ μιλούσε για τον εαυτό ως μοναδικό αντίδοτο στην αναμονή, κι αν πίστευε βαθιά ή καθόλου στην αξία της προσωπικής επιλογής ως λύτρωση στην αέναη αναμονή, η Μαυρίδου σκηνοθετεί έναν Βλαδίμηρο και έναν Εστραγκόν που δονούνται από συναίσθημα. Εδώ, ο Ντιντί και ο Γκογκό ενστερνίζονται την τραγικότητα της αναμονής, τείνοντας όμως διαρκώς χέρι βοηθείας ο ένας στον άλλο, αναδεικνυόμενοι σε ένα ντουέτο βαθιάς πίστης στη συντροφικότητα. Δύο άνθρωποι, ευάλωτοι με πάθη, με πείνα, με ροπή προς την εκμετάλλευση, με πόνους, αποφασισμένοι, όμως, να ανέβουν το φαράγγι της αναμονής κάποιου «Γκοντό» πιασμένοι χέρι χέρι. Κι αν η ανάγνωση της Μαυρίδου είναι γοητευτική, κι αν χάρισε στο ζεστό βράδυ του Σεπτεμβρίου, στη Λάρισα, στο Θεσσαλικό Θέατρο και στο Μπέκετ, αγνό θέατρο, το έκανε χάρη σε έναν Βλαδίμηρο και σε έναν Εστργακόν με σάρκα, οστά και απύθμενη τρυφερότητα.

εκδόσεις τόπος


Κι αυτή η ιστορία δεν ειπώθηκε ποτέ στο φως της μέρας. Λένε πως είναι από κείνες τις ιστορίες που έφτιαχναν οι άνθρωποι όταν οι νύχτες ήταν μεγάλες και σκοτεινές, όταν έπρεπε να δουλεύουν μέχρι τα ξημερώματα στο μικρό φως από τις λάμπες πετρελαίου στα κατώγια των σπιτιών για να προλάβουν πριν μπει ο χειμώνας να αλέσουν το καλαμπόκι. Ακόμα λένε πως ο σπόρος του καλαμποκιού έτσι λείος σαν κεχριμπάρι που κυλούσε ανάμεσα στα δάχτυλα των χεριών, έτσι που ακουμπούσε στα πόδια των γυναικών (μερικές στα κρυφά έβγαζαν τις κάλτσες τους κι έχωναν τα πόδια τους στον κεχριμπαρένιο σωρό), έφερνε τέτοια μεγάλη ηδονή που ούρλιαζε ο λύκος της καρδιάς τους…
Ο Βασίλης εξαφανίζεται επειδή καταζητείται για συμμετοχή σε παράνομη επαναστατική ομάδα. Οι γονείς του, η Ήρα και ο Μιχάλης, ξαφνιάζονται. Προσπαθώντας να τον καταλάβουν, έρχονται σε ρήξη. Η Ήρα, μόνη της, ξεκινά ένα ταξίδι αναζήτησης του γιου της που θα αποβεί ταξίδι αυτογνωσίας.
Ψάχνοντας τα ίχνη του συγχέει την πραγματικότητα με το όνειρο και με θρύλους παλιούς. Ανακαλώντας εικόνες από το παρελθόν, αναζητά σημάδια του γιου της που θα την οδηγήσουν στον δικό του κόσμο. Ένα μήνυμά του ξαναφέρνει κοντά τους δύο γονείς. Περιμένουν να τον ξαναδούν…




*

1η έκδοση: Οκτώβριος 2019
Σελ.: 192
Σχήμα: 14 x 21
ISBN: 978-960-499-300-0
Τιμή: 12,00 €
Τιμή online: 10,91 €
Εκδόσεις Τόπος
Πλαπούτα 2 & Καλλιδρομίου, 114 73 Αθήνα
Τηλ.: +30 210 8222835
Fax: +30 210 8222684
Επικοινωνία: info@motibo.com
Βιβλιοπωλείο / Κεντρική διάθεση:
Καλλιδρομίου & Πλαπούτα, 114 73 Αθήνα,
Tηλ. +30 210 3221580
Fax: +30 210 3211246
Επικοινωνία: bookstore@motibo.com


Κάθε που νυχτώνει, τα αιλουροειδή της γειτονιάς επιδίδονται σε οδυνηρές ερωτικές συνευρέσεις. Θα μας φάνε, σκέφτομαι, μια μέρα ζωντανούς, μαζί και τους νευρωτικούς γατόφιλους της πόλης.

Οκτώβριος και αισθάνομαι σαν να μην έζησα διόλου καλοκαίρι. Να μας φυλάει ο θεός απ’ την ανοησία της ύπαρξης. Δεν είχα ποτέ υποψιαστεί πόση καταφρόνια μάς φύλαγε η πτώση.

Τριάντα τρία χρόνια ο εαυτός μου. Στο μεταίχμιο ωρίμανσης και ανωριμότητας. Δεν ξέρω πως μπορεί να είναι ένας ώριμος άντρας, ούτε συνάντησα ποτέ μου.

Τριάντα τρία χρόνια κατοχής. Χωρίς πατρίδα. Οι γάτες δεν έχουνε πατρίδα.



Η Αλίκη στο δεύτερο υπόγειο



Πολλές ελληνικές ταινίες έβλεπε μικρή. Από χωριό δεν ήταν αλλά η γειτονιά τόσο στενωπή ώστε σ’ έπνιγε η ναφθαλίνη απ΄τη ντιβανοκασέλα όπου κι αν βρισκόσουν. Είχαν μια ξύλινη ντουλάπα με εσωτερικό καθρέφτη στην κρεβατοκάμαρα των γονιών. Πού την έχανες, πού την έβρισκες, χωνόταν, πρόβαρε την Αλίκη στο ναυτικό με ένα κασκέτο του πατέρα της απ΄ την οικοδομή, την Αλίκη κλοτσοσκούφι με την ποδιά της μάνας της, την Αλίκη στα χτυποκάρδια στα θρανία σκαμπιλίζοντας τον εαυτό της, στο απόγειο της υποκριτικής τέχνης.

Στρώθηκε, διάβασε, πέρασε σε κάποια σχολή στην Αθήνα, πανηγύρια στο σπίτι και στη φτωχογειτονιά -έτσι την ανέφερε αργότερα, όταν της πήραν μια συνέντευξη κι ήταν της μόδας πια η φτώχεια, είχε έρθει η κρίση. Νοίκιασε μια γκαρσονιέρα στο υπόγειο του υπογείου στην Κυψέλη, απέναντι ζούσαν ακόμα τότε αφρικανοί. Το υπόγειο γέμιζε κατσαρίδες, μούλιαζε στην υγρασία, έζεχνε μούχλα, τα μαθήματα στη Φιλοσοφική ήτανε βαρετά και δύσκολα, κι οι συμφοιτήτριες το ίδιο βαρετές και δύσκολες, μια απ’ αυτές την μιμούταν για την προφορά της και οι άλλες γελούσαν. Η μοναδική της φιλενάδα από τα παιδικά χρόνια μπήκε σε σχολή της συμφοράς σε πόλη που αντέχεις ίσαμε σαββατοκύριακο κι αυτό με τη βοήθεια ναρκωτικών ουσιών ή οινοπνεύματος, δεν πήγε καν να γραφτεί, έστω για το πάσο στις συγκοινωνίες. Οπότε μονάχη στην Αθήνα η πρωταγωνίστριά μας.

Ένα βράδυ χτύπησε απέναντι στον μαύρο, μήπως είχε να της δανείσει ένα αρωματικό στικάκι, γιατί το πίστευε ακράδαντα πως η βαριά του μυρωδιά έδιωχνε τις κατσαρίδες περισσότερο κι από το τέζα. Εκείνος βέβαια τα άναβε για να καλύπτει τον καπνό της ινδικής κάνναβης. Όταν της ανοιξε την πόρτα είχε το πρόσωπό του μια έκφραση πανάγια, σαν μελαμψός Χριστός. Πίστευε η ηρωίδα μας, πολύ πίστευε, αυτό να το πούμε, οπότε η μορφή του Ιησού κάπου τη σαγήνεψε. Ο Χριστός της αραπιάς την υποδέχτηκε μ’ ένα αχνό μα όλο θαλπωρή χαμόγελο και ένα ζευγάρι μάτια γλαρά, το φαινόμενο μπελαντόνα, όταν την πίνεις και την ακούς στερεοφωνικά διαστέλλονται οι κόρες των ματιών.

Η κόρη γλάρωσε ομοίως κι ήθελε να του τραγουδήσει “Μια βάρκα ήταν μόνη της σε θάλασσα γαλάζια/ κι ήτανε κι ένας γλάρος με ολόλευκα φτερά”. Αλλά τελοσπάντων είχε καταλάβει πως δε μιλούσε παρά σπαστά ελληνικά, οπότε μάταιος κόπος. Είχε ακόμα μυριστεί πως η Αλίκη no passaran στους κύκλους των πανεπιστημίων της πρωτεύουσας, οπότε γενικά έκρυβε τον ασίγαστο θαυμασμό για την εθνική μας σταρ. Κι έτσι κατάπιε το τραγούδι σα λυγμό.

Get in” της είπε με ένα γλυκό μειδίαμα ο γείτονας με το μακροσκελές όνομα στο κουδούνι, όπου για λόγους ευκολίας συστηνόταν Τζο και τρέχα γύρευε. Ύστερα πρόσθεσε “have a seat”. Με τα αγγλικά καλά τα πήγαινε εκείνη, να το πούμε κι αυτό. Γιατί αν ήθελες να κάνεις διεθνή καριέρα ήταν απαραίτητα. Ο Τζο την πλησίασε με δυο ινδικά στικάκια στα χέρια. Οι παλάμες του λευκές, τα χέρια του μαύρα, χελιδόνια με άρωμα σανδαλόξυλου πετάρισαν σιμά της. Λιγώθηκε, κάθησε πάνω του μόλις κάθησε δίπλα της, καλύτερο γαμήσι ούτε είχε κάνει, ούτε θα ξανάκανε στη ζωή της. Αυτό που ψιθυρίζεται για τα προσόντα της μαύρης φυλής είναι μεν αλήθεια, αλλά ούτε τα πλούσια ελέη του Θεού, ούτε το αισθησιακό ολόψυχο δόσιμό του την εκστασίασε τόσο, όσο ότι της μύριζε διαρκώς ναφθαλίνη σαν τα προικιά της στην κασέλα. Αργότερα του ζητούσε να τη χαστουκίζει, εκείνος αρνιόταν, ούτε οι αράπηδες δεν απέμειναν πια άντρακλες σαν τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, οπότε αρκέστηκε στο να αυτοχαστουκίζεται τη στιγμή της κορύφωσης κι αυτός μία να απορεί, μια να χαμογελάει με τα καμώματά της.

Χρόνια μετά, όταν κατάφερε να κάνει κάποια παράσταση με μια κολεκτίβα αντάμωσε ξανά τον Τζο ο οποίος είχε σταματήσει να πουλάει CD, δούλευε στο βενζινάδικο απέναντι από την κατάληψη όπου θα παιζόταν ο Ιονέσκο από το σχήμα το εναλλακτικό το ερασιτεχνικό. Τον πλησίασε, τον ασπάστηκε σταυρωτά, η μυρωδιά του νίκησε τη βενζινίλα, με την οποία ένα διάστημα έκανε κεφάλι, γιατί, όταν πια μπήκε στη δραματική σχολή και μεταμορφώθηκε από Αλίκη Βουγιουκλάκη σε PJ Harvey, έβαψε μαύρο το μαλλί, ψαλίδισε αφέλειες μονάχη της για πιο πανκ αποτέλεσμα, χτύπησε κι ένα πολύ ωραίο τατού στον αστράγαλο, αρουραίος που ανέβαινε βραχάκι, έπιναν και σνίφαραν διάφορα, αλλά η μεγάλη ντόπα ήταν το χειροκρότημα και να μαθαίνουν το όνομά σου.

Τη φίλησε πεταχτά στο μέτωπο, εκείνη λιγώθηκε πάλι σαν τότε, ήθελε επιτόπου να φορέσει στολή καμαριέρας, να βάψει το μαλλί ξανθό, να του ζητήσει να κάνουν τέσσερα παιδιά ανοιγοκλείνοντας τα μάτια με τις ψεύτικες βλεφαρίδες αλά Τζέσικα Ράμπιτ.

Ο Τζο μιλούσε πια άψογα ελληνικά, ροδάνι η γλώσσα του, της είπε πως ήταν πολύ καλά, σε σχέση, έβγαλε το κινητό και της έδειξε τον γκόμενό του, έναν παίδαρο σαν αυτούς που παίζουν στις τσόντες, μαύρος κι αυτός.

Καθώς απομακρυνόταν η πρωταγωνίστριά μας, σκέφτηκε να πετάξει ένα αναμμένο σπίρτο στο ρυάκι από τη βενζίνα ανάμεσα στα πόδια του, αλλά η κακή σκέψη χάθηκε καθώς της απέσπασε την προσοχή η πινακίδα του πρατηρίου υγρών καυσίμων που έγραφε με καλλιγραφικά σαν παλιός ελληνικός κινηματογράφος “ΤΕΛΟΣ”. Ήταν φανερό πως έλειπε κάποια συλλαβή από την επωνυμία της επιχείρησης. Πάντα κάτι θα έλειπε.

Τη νύχτα μετά την παράσταση στην κατάληψη, βρήκε δυο σβόλους ναφθαλίνη και τους μύριζε ώσπου έβγαλε τα σωθικά της στη λεκάνη του σπιτιού της στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας στο Παγκράτι.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA