πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.




ΦΩΣ ΕΞΟΔΟΥ


Θεόρατη ήσουν.
Πώς είχες χωρέσει όλη μέσα μου;
Μόνο όταν σε έφτυσα σε είδα.

Εσύ
που κέρδισες τον θάνατο
και τον φυλάκισες στα μάτια σου
για να ξορκίζεις του κόσμου τη ντροπή
που με το γέλιο σου έκανες
το στέρφο το αίμα μου ν’ ανθίζει
πώς άφησες να γλιστρήσουν απ’ τα σπλάχνα σου
τα χέρια μου.

Κι εγώ
που τα κόκαλά σου λάτρεψα
πώς θρύψαλα έκανα* τα κόκαλά σου
πάνω που άρχισαν να λάμπουν
πώς θέρισα με μια χεριά
τα φύλλα από τον σβέρκο μας.

Λοιπόν
ένα ποίημα είμαι, που γράφεται μονάχο του
αρπάζει φωτιά όταν τελειώνει
και μιλά μέσα απ’ τις στάχτες του
κι ούτε θα μάθω ποτέ αν
το θαύμα άξιζε τον πόνο.

[Πώς το φως σου ξεφλούδισα
απ’ το δέρμα μου.
Τώρα κόκκινος
γυαλιστερός
τρεμάμενος
πορεύομαι]


*όπως κρατούσα εκείνο το βράδυ
στο χέρι ένα σπουργίτι και σου έλεγα
σου μοιάζει δες τι όμορφο που είναι
μέχρι που στα δάχτυλά μου έτριξε.





O Σλοβένος Αλίαζ Κοπριβνίκαρ στην Αθήνα

Οι εκδόσεις Βακχικόν, το περιοδικό Θράκα και η Αντιδημρχία πολιτισμού και επιστημών του Δήμου Λαρισαίων, σας προσκαλούν στην παρουσίαση των βιβλίων Ανθολογία νέων Σλοβένων ποιητών και Ανατομία, παρόντος του Σλοβένου ποιητή Αλίαζ Κοπριβνίκαρ, την Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019 στις 19.30 μ.μ. στο βιβλιοκαφέ Έναστρον (Σόλωνος 101 Αθήνα).








Ο σκοπός αυτός που μέρα νύχτα
το μυαλό μου τυραννά,
ο σκοπός αυτός έρχεται απ’ τα παλιά.
Φτάνει από μακριά, όπως κι εγώ,
με χιλιάδες μουσικούς να δίνουνε ρυθμό.

Μια μέρα αυτός ο σκοπός θα με οδηγήσει στην τρέλα.
Θέλησα εκατό φορές να εξηγήσω το γιατί.
Όμως με έκοβε πριν πω έστω μια κουβέντα,
έκανε πάντα εκείνος την αρχή,
σβήνοντας τη δική μου τη φωνή.

Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Πίσω μου τρέχοντας φτάνει.
Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Με βάζει στης ανάμνησης την πλάνη.
Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Είναι σκοπός που ένοχη να αισθάνομαι με κάνει.

Και σέρνω πίσω μου
σαν αλλόκοτη παραφωνία
αυτόν το σκοπό που ξέρει απ’ έξω
όλη μου την ιστορία.

Μου λέει: «Τα σκιρτήματα θυμήσου της καρδιάς σου.
Θυμήσου
γιατί έρχεται η σειρά σου.
Δεν υπάρχει λόγος να μη ρίξεις δάκρια πικρά
τ’ ενθύμιά σου όταν κρατάς στην αγκαλιά».

Κι εγώ αναπολώ αυτούς που έχουν απομείνει,
τα είκοσι μου χρόνια σαν ταμπούρλα να χτυπούν,
των χειρονομιών κοιτώ τη δίνη,
όλη τη κωμωδία των ερώτων που περνούν,
στη συνεχή επανάληψη αυτού του σκοπού.

Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Τα «Σ’ αγαπώ» στις δεκατέσσερις Ιουλίου.
Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Τα «Για πάντα» σε τιμή πεζοδρομίου.
Παντάμ… παντάμ… παντάμ…
Τα «Θέλεις-πάρε» στα όρια του γελοίου.

Kαι όλα αυτά μέχρι το επόμενο στενό
για να με κατακλύσει
αυτός ο σκοπός
που με είχε αναγνωρίσει.

Ακούστε σαματά που ξυπνά στα σωθικά.
Λες και όσα έγιναν απλώνονται στα μάτια μου μπροστά.
Πρέπει να κρατήσω λίγη λύπη για μετά.

Με κούρασε το σολφέζ του σκοπού
που χτυπά,
που χτυπά
σαν μια ξύλινη καρδιά.


Στίχοι: Henri Contet
Μουσική: Norbert Glanzberg
Πρώτη κυκλοφορία: 1951



Ο πατέρας της ήταν ακροβάτης, η μητέρα της τραγουδίστρια, η ίδια, η Édith Giovanna Gassion, έμεινε στην ιστορία ως ένα «σπουργίτι» (Piaf), μικροκαμωμένο και μαυροντυμένο. Παρατημένη από τη μητέρα της, μεγαλωμένη από τις εταίρες που δούλευαν στον οίκο ανοχής της γιαγιάς της, είδε να πεθαίνουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, πολλοί έρωτες, έχοντας βιώσει και τον θάνατο του μοναδικού της παιδιού, μόλις στα δεκαεννιά της χρόνια. Ο τραγικός δυναμισμός της ερμηνείας της έδεσε, κάπως έτσι, με τη φιγούρα και την προσωπική ιστορία, δημιουργώντας τον θρύλο. Λες και η ζωή της ολόκληρη ήταν ένα performance της τέχνης της. Είναι αλήθεια πως πολλά από τα τραγούδια που ερμήνευσε, όπως το συγκεκριμένο, μπορούν να χαρακτηριστούν ως αυτοβιογραφικά. Έχει όμως σημασία αυτό; Ναι, υπάρχει κάτι ρομαντικό στο προσωπικό δράμα. Ο σπουδαίος καλλιτέχνης όμως υψώνεται, μέσα από το έργο του, πάνω από την όποια κατάρα έχει χρεωθεί. Η Édith Piaf ήταν σπουδαία.

 
Κούλα Αδαλόγλου
Ο χρόνος, η καθημερινότητα και η καταγραφή τους
Αρχοντούλα Διαβάτη, Κινητή γιορτή, εκδ. Νησίδες, 2018

Το πρόσφατο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη περιλαμβάνει μικροαφηγήσεις, αυτές που πολύ νωρίς άρχισε να γράφει, και τις σφράγισε με το προσωπικό της ύφος, καθώς παράλληλα παρεισφρέουν ο ημερολογιακός χαρακτήρας και μια μορφή χρονογραφήματος. Με το κέντρο βάρους της αφήγησης να έχει μετατοπιστεί στο παρόν, αλλά και με τις αναγκαίες αναδρομές.
Η αφηγήτρια αγγίζει θέματα καθημερινά σε ένα μεγάλο εύρος: θέματα σχέσεων, οικογενειακών και διαπροσωπικών, θέματα κοινωνικά και πολιτικά. Με καθαρότητα, ειλικρίνεια, αμεσότητα. Με δύναμη πύκνωσης στην αφήγηση.
Επισημαίνω ιδιαίτερα την αφηγήτρια γυναίκα, με τις ιδιότητες της επιστήμονος, μητέρας, συγγραφέως, με το χαρακτηριστικό της γυναίκας που μεγαλώνει και με τις συνακόλουθες απώλειες, κάθε είδους. Οι αναφορές, επίσης, σε αναγνώσεις νέες και παλιές, σε ταινίες που προβληματίζουν. Οι αναφορές στα διαβάσματα καις τις ταινίες που έχουν εντυπωσιάσει την αφηγήτρια-τις αφηγήτριες γίνονται στο πλαίσιο των ανησυχιών μια γυναίκας όχι μόνο σπουδαγμένης, αλλά και με λογοτεχνικές ή/και καλλιτεχνικές ευαισθησίες.
Είναι ενδιαφέρον ότι όλες οι καταγραφές εντάσσονται στην καθημερινότητά της και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Δεν υπάρχει εκζήτηση ή πόζα, αλλά ανήσυχη αναζήτηση και αξεδίψαστη επιθυμία μάθησης.
Και στις λέσχες ανάγνωσης, αδιέξοδο: το ένα βιβλίο σε πάει στο άλλο κι από δίπλα η επικαιρότητα, οι κριτικές που εξάπτουν την επιθυμία, όλο και κάποιο νέο τίτλο θα έχεις εντοπίσει ως επιθυμητό, κι αυτό που προτείνουν οι άλλοι δεν είναι η δική σου φωνή. («Εσείς καλά;», σ. 29)
Η σχέση με τον χρόνο: στις αφηγήσεις αφετηρία συνήθως αποτελεί το παρόν, στο οποίο δίνεται πλέον η έμφαση. Από εκεί ξεκινά η αφηγήτρια. Το ζει με τους τωρινούς φίλους, οι πιο πολλοί από τους οποίους είναι φίλοι παλιοί, από το παρελθόν. Ταξιδεύουν, συζητούν, διαφωνούν, προβληματίζονται. Μεγαλώνουν με τις ιδιορρυθμίες και τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα τους. Ζευγάρια πάντα. Μαζί και οι στιγμές της αφηγήτριας με τον συμβίο. Ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν και οι αναδρομές στο παρελθόν.
Και πάλι αναπολούν τις περσινές διακοπές – σε ποιο νησί; – και τις προπέρσινες, προσπαθούν να θυμηθούν συνεταιρικά – προϊούσης της ηλικίας η μνήμη τους οπισθοχωρεί – χρονιές και τοπωνύμια, παλιά τους κατορθώματα, και ανέκδοτα και τραγούδια και ημερομηνίες, και δίνουν τόπο στην οργή και ανέχονται τον άλλο, που ποιος είναι στο κάτω κάτω, ο στενός τους φίλος είναι, η καλή τους φίλη που δοκιμάζει βέβαια τα όριά τους. («Σέλφι», σ.13)
Η νεότητα, τα όνειρα και οι απώλειες αποτελούν βασικά συστατικά στοιχεία των αφηγήσεων. Είτε απώλεια σημαίνει θάνατος είτε απομάκρυνση του αγαπημένου προσώπου από την καθημερινότητα της αφηγήτριας.
Και η στενή της φίλη, η κολλητή της έφυγε κι αυτή, τώρα βρήκε να φύγει, αποχωρίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι ζωής, ένα μεγάλο παγόβουνο που στηριζόταν σ’ αυτό και το ’λεγε ζωή της και τώρα έφυγε κάτω απ’ τα πόδια της, μαζί με τη φίλη και όσα μοιραζόταν μαζί της, τον κόσμο όλο. («Ασπίδα ή μετά την Ιζαμπέλα Μολνάρ», σ. 20)
Η αφηγήτρια στα πεζά της Διαβάτη αλλάζει κάποια χαρακτηριστικά από κείμενο σε κείμενο. Όμως τα βασικά χαρακτηριστικά παραμένουν τα ίδια: γυναίκα, παντρεμένη, σε ώριμη ηλικία, με παιδιά, με ανώτατη μόρφωση και κοινωνικές ανησυχίες. Οπότε, μπορούμε να πούμε ότι οι αφηγήτριες αποτελούν περσόνες της κεντρικής αφηγήτριας. Τα παιδιά επίσης αλλάζουν, ως προς το φύλο τους κυρίως, η ηλικία παραμένει παρόμοια. Η Διαβάτη, μέσα από μια ενδιαφέρουσα οπτική, χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς μικρότητες, φανερώνει τη δυσκολία να αποδεχτούν τα παιδιά την έγνοια του γονιού, καθώς τη νιώθουν σαν παρεμβολή στη ζωή τους. Μιλά για τις συγκρούσεις που συχνά προκύπτουν.
Ήταν το παιδί τους εδώ, από τις σπάνιες φορές που είχε κοιμηθεί στο σπίτι των γονιών, κι έκανε εκείνη τους καφέδες, και άρχισαν την κουβέντα μάνα και κόρη, μέχρι νάσου πάλι ο καβγάς, όσο ανιχνευτικά και προσεκτικά κι αν μανουβράριζε εκείνη τις υποδείξεις που δεν άντεχε να μην κάνει και συνόψιζε και ανακεφαλαίωνε και υπογράμμιζε για την αχίλλειο πτέρνα της – να πρόσεχε έπρεπε, να σημείωνε τις προθεσμίες, να μη χάνει τα ραντεβού της, και πώς ντυνόταν έτσι, δεν τους είχε μάθει αυτή πως το ράσο κάνει τον παπά; Αυτό ήταν. Πάλι ένας χαρά Θεού φουντωμένος καβγάς, κι εκείνη να προσπαθεί να εκλογικεύσει διαλεκτικά – επαγγελματική διαστροφή – «θα ήμασταν οι καλύτερες φίλες, αν δεν ήμουνα η μάνα σου, έτσι δεν είναι;»
(σ.70)
Η λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά είναι οπωσδήποτε μια ενδιαφέρουσα οπτική για τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει κάθε τέτοια λογοτεχνική εμφάνιση, ανάλογα με τις ιδιότητες της συγγραφέως, που αντανακλά και στις ιδιότητες της αφηγήτριας/των αφηγητριών.
Έτσι, η αφηγήτρια μιλά για τον χρόνο που αλλάζει πρόσωπα και καταστάσεις και αναφέρεται στις σπουδές.
Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας – τον είχε φέρει ολοκαίνουργιο στο ραντεβού τους μετά τη Σχολή – είχε γράψει εκείνος το ονομά της με δικά του γράμματα και ημερομηνία, 6-8-1979.[…] Στον Κώδικα κατασχέσεις, μεσεγγυούχοι, κλητεύσεις, ανακοπές εκτελέσεως και ασφαλιστικά μέτρα σχολιάζουν ειρωνικά τον καιρό που έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Δεν χωρούν ένδικα μέσα. Όλα έχουν τελειώσει. Η αγάπη τους φευγάτη. (σ. 47)
Ο χρόνος που περνά πάνω από την αφηγήτρια, σε άλλη αφήγηση, αφήνει τα δικά του σημάδια
Ανοίγω τα μάτια. Είμαι μια μεγάλη δυσκίνητη βάρκα που ταλαντεύεται. […] Αρθρίτιδες ξεφυτρώνουν κάθε τόσο. Και στο στήθος μου νιώθω αυτόν τον αδιόρατο πόνο μετά. Πρώτα ο πόνος-μπλακεντέκερ – αυτός με ξύπνησε – και μετά η ηρεμία. Πανωλεθρία σε όλα τα επίπεδα. […] Τα εγγόνια μου δεν βρήκαν τον δρόμο να ’ρθουν στον κόσμο. Οι κόρες μου, βλέπεις – ακούραστες επιστημόνισσες στην Εσπερία - δεν βρήκαν χρόνο να με κάνουν γιαγιά. Καλή τους ώρα. Ας σηκωθώ σιγά σιγά να βάλω τον καφέ και μετά ντύνομαι για την πρωινή βόλτα. (σ. 65)
Είναι χάρη σε αυτά τα χαρακτηριστικά της αφηγήτριας, και κατ’ επέκταση της συγγραφέως, όπως προαναφέρθηκαν, ότι παρουσιάζεται μια γυναίκα σε ώριμη ηλικία να στηρίζεται στη δημιουργικότητά της ως «όπλο» και ως δύναμη, για να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες του παρόντος, αλλά κι εκείνες που πιθανόν να έρθουν:
Όλα έγιναν για να έρθει τώρα αυτή η στιγμή, μετά τόσες απώλειες και ματαιώσεις χρόνων, να έρθει τώρα αυτή η στιγμή, να έχει μόνο μια μικρή ασπίδα να εμπιστεύεται, τη δημιουργικότητά της, απέναντι σε εχθρούς και φίλους. Αυτή τη μικρή ασπίδα, τον εαυτό της. (σ. 22)

Για όλους τους παραπάνω λόγους πιστεύω πως οι μικροαφηγήσεις της Αρχοντούλας Διαβάτη συνιστούν ένα πολύ ιδιαίτερο δείγμα. Με τις ποικίλες αναφορές και με τις μείξεις που συχνά τις διατρέχουν: Πότε η εσάνς του χρονογραφήματος, με το χιούμορ, την έμφαση σε κάποιο στιγμιότυπο, τον στοχασμό πάνω σ’ αυτό. Και πότε η ιδιωτικότητα της ημερολογιακής καταγραφής, με συναντήσεις, διαβάσματα, θεάματα και ό,τι άλλο σφράγισε τη μέρα της αφηγήτριας, να δένει με την αφήγηση και να γίνεται μέρος της ζωής ενός ευρύτερου συνόλου. Πιστεύω πως έχουμε εξαιρετικά δείγματα αναφορών μέσα στο πλαίσιο αυτό – και δεν υπάρχουν πολλά παρόμοια.
Η «Κινητή γιορτή» της Αρχοντούλας Διαβάτη είναι η ωριμότερη εμφάνιση της γραφής της – χωρίς να αδικώ τα προηγούμενα βιβλία της που με συγκίνησαν επίσης αφηγηματικά.



Για το συγκεκριμένο

Το ζωγραφιστό παγώνι
όχι λιγότερο πραγματικό
από το αληθινό
έχει μεγαλύτερη αξία
από το δεύτερο
καθώς επιζεί
χωρίς ανάγκες
χωρίς διατροφή
και βόλτα

όπως άλλωστε
συμβαίνει
και με τον
έρωτα
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA