Η Ζέττα Μπαρμπαρέσσου στις "500 λέξεις" της Καθημερινής. Από τις εκδόσεις Θράκα κυκλοφορεί το βιβλίο της "Ρωμαϊκή Ώχρα και άλλες ιστορίες".

Από την παρουσίαση του "Παγοθραυστικού" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Ελίνας Αφεντάκη, στην Αθήνα.

Από την παρουσίαση του "Χρονορυχείου" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου, στην Έδεσσα.

Η "Διώρυγα μεταξύ νεφών" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου, ανάμεσα στα "βιβλία για το καλοκαίρι" της εφ. Καθημερινής από τον Άθω Δημουλά.

Από την παρουσίαση της "Δυνάστρας Μήτρας" (Εκδ. Θράκα, 2018) της Ευσταθίας Παύλου-Κατράκη, στο Ιδιώνυμο, στον Κορυδαλλό.

Δύο ποιήματα από το βιβλίο "Αιώνια, το Βερολίνο" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Τσιρώνη


Απολιτίκ μιας Λεωφόρου

δεν ψάχνει για υπέδαφος
ούτε κατευθυντήριες γραμμές

η γαλήνη του δεν είναι κεραυνοβόλος

αντιλαμβάνεται τον υπέρτατο κρίκο
αλλά δεν τον σπάει

υπάγεται ακούραστος στην ρέμβη
το δικό του διακύβευμα δεν έχει
διαλεκτική

αναγγέλλεται διαρκώς, σχηματοποιείται
περιφέρει τα νώτα του πεισματικά

μια πυγολαμπίδα εξωκοινοβουλευτική

ιδιοποιείται γύρω απ' τον άξονά του
μεταφράζεται ελεύθερα και συνήθως
προηγείται μιας επερώτησης

μέχρι τον τελικό ορίζοντα
μέχρι να κολλήσει
το έντερο στο
φεγγάρι




1η δημοσίευση, έντυπη θράκα τευχος 8

Ο Ανδρέας Κάλβος μου είναι χρήσιμος (ή γιατί η Ποίηση;).

σκίτσο του Γ.Σεφέρη


Θυμάμαι πάντα τις συζητήσεις με  παλιό και καλό φίλο μου ποιητή, στις οποίες κυριαρχούσε  το αίτημα μας για μια Ποίηση, «που οι άνθρωποι να την έχουν ανάγκη». Κάναμε θυμάμαι την –αυθαίρετη είναι αλήθεια- αντιστοιχία με το παρελθόν και συμφωνούσαμε πως οι γητειές, τα ξεματιάσματα, οι ευχές και οι κατάρες, όλα μορφοποιημένα σε έμμετρο λόγο, που πότε τραγουδιέται, πότε ψιθυρίζεται, ήταν μια ποίηση προφορική απόλυτα και υπερβατικά αναγκαία για τους αγράμματους ανθρώπους της ελληνικής υπαίθρου περασμένων χρόνων. Την διακρίναμε από τα δημοτικά τραγούδια καθώς αυτά τα μαγικά ξόρκια ήταν περισσότερο προσωπικά και αποτελούσαν χρηστικά εργαλεία για όποιον τα μετέρχονταν προκειμένου να πετύχει κάποιο πρακτικό σκοπό.  Στις συζητήσεις μας λοιπόν προέβαλλε θεόρατη η δίψα για μια Ποίηση τόσο μεταφυσική ώστε να γίνει ξανά για το σύγχρονο άνθρωπο των πόλεων «που δεν κοιτά τα αστέρια πια» και που «πήρε διαζύγιο από τον ουρανό», ένα είδος  πρώτης ανάγκης.
Φυσικά με τον αγαπημένο μου φίλο δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να μιλάμε για μια ουτοπία. Ο στερεοτυπικός και απονεκρωμένος τρόπος βίος του σύγχρονου homo interneticus στέκεται πολύ μακριά από την δύναμη μιας Ποίησης που θα άλλαζε την ροή της φαινομενικής πραγματικότητας. Άλλωστε και ένα μεγάλο μέρος της ίδιας της ποιητικής δημιουργίας έχει καταπέσει να είναι παραγωγή ενός ποιητικίζοντος λόγου παντελώς απομαγευμένου. Έτσι, πέφτοντας ξανά πάνω στον γλωσσικό ήχο της λύρας του Κάλβου, δεν θα μπορούσα να εκφράσω καλύτερα το αίσθημα που πολλές φορές με κατακλύζει:
 Όλην την Oικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
                της βαθείας νύκτας.
Τέτοιες στιγμές  νιώθω την ψηφιοποίηση της ανθρώπινης συνείδησης και την μηχανοποίηση του βίου να έχει επέλθει σχεδόν τελεσίδικα. Η απομάκρυνση από το φυσικό γίγνεσθαι του μέσου ανθρώπου είναι καθεστώς και πλέον οτιδήποτε θυμίζει στον άνθρωπο το μέγεθός του μες στον σύμπαντα κόσμο, πολεμιέται, εξοβελίζεται, αποσιωπάται. Ο νέος άνθρωπος -συμπιεσμένος από την νίκη της οικονομίας επί της πολιτικής, την υποταγή της φύσης στο κέρδος, την εξαΰλωση του κόπου και του μόχθου του από τις έξωθεν συστημικές αξιολογήσεις- δεν στοχάζεται, δεν αναλύει, δεν εμβαθύνει την ζωή του ως έκφανση του φαινομένου της Ζωής. Απλά συλλέγει χρόνο. Χρόνο για να μπορεί να τον καταναλώσει βουλιμικά όπως του έχει επιβληθεί και οριστεί. Ο χρόνος των ρολογιών και όχι των κυμάτων έχει επιβληθεί σε μιαν ανθρωπότητα που γερνάει. Ταυτόχρονα διαμορφώνεται ένας νέος αρρωστημένος τύπος παιδικότητας με την απόλυτη κατήχηση στην εικόνα της οθόνης από βρεφική ακόμα ηλικία να διαμορφώνει μιαν α-νόητη εξυπνάδα. Ναι, είμαστε εξυπνότεροι από τους παλιότερους και με περισσότερες γνώσεις, μα δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ποιο είναι το νόημα που κρύβεται σε μια σταγόνα ελαιόλαδο. Οι οριοθετήσεις στην περιέργεια και στην φαντασία υψώνονται ιδίως μέσα από την εκπαίδευση. Τόνοι ανθρώπινης πνευματικής πάλης μένουν ανέγγιχτοι από τους έφηβους μαθητές που συλλέγουν  πληροφορίες προς μια ανθρωποφάγα αξιολόγηση –χρήσιμο μάθημα για όταν ως ενήλικες θα διεκπεραιώνουν θελήματα πανίσχυρων αόρατων μονοκρατοριών κάνοντας ουρά μέσα στα σκέλια της τεχνηέντως στημένης ανεργίας.
Ανάσα. Ξαναβουτώ στις ποιητικές αλχημείες του δύστροπου μέτρου, της «ξεπερασμένης» γλώσσας ενός καρμπονάρου του Πνεύματος και της Πράξης. Αντιγράφω από την ίδια ωδή, την αφιερωμένη στον Θάνατο -που μας περιβάλλει;- στροφή τελευταία:
Ως απ’ ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω.
Ιδού λοιπόν η απάντηση μέσα στο ίδιο ποίημα! Το αίτημα για μια Ποίηση που αποτελεί είδος πρώτης ανάγκης είναι εδώ, παρόν και επιτακτικό. Γιατί η γραπτή Ποίηση είναι πολιτική πράξη. Αφορά αναρίθμητους ανθρώπους νεκρούς, ζώντες και αγέννητους. Τους αφορά γιατί αποτελεί την ενσάρκωση και την εφαρμογή της άρρητης Ποίησης με την οποία ο άνθρωπος συνέχει εντός του τον έξω κόσμο. Ναι, η Ποίηση είναι το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος δημιουργεί εντός του την Μορφή του Ορατού και του Αόρατου. Αυτή γέννησε Θεούς και Δαίμονες, αρχέτυπα και μύθους, συμβολοποίησε το ορατό, μορφοποίησε το αόρατο, εξανθρώπισε τον φόβο, αφηγήθηκε την απέθαντη αγωνία της ζωής, φίλιωσε τον θάνατο με το παράλογο. Ναι ..η Ποίηση όλα αυτά.
Όταν δείτε μια γυναίκα να γελάει στην βροχή γελάει η Ποίηση. Όταν δείτε ένα παιδί να ουρλιάζει κατεβαίνοντας μια κατηφόρα με το ποδήλατό του ουρλιάζει η Ποίηση. Όταν ένας σκύλος γλείφει το χέρι του φοβισμένου γλείφει η Ποίηση.  Η γραπτή της μορφή είναι μια της έκφανση και τίποτε παραπάνω. Κι αν έχει ρόλο είναι για να υπερασπίζεται τις λέξεις, να τεντώνει την ματιά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των εσωτερικών μας τοπίων μήπως και τολμήσουμε να αλλάξουμε την εξωτερική πραγματικότητα κατ’ εντολή της. Δεν πρέπει να το φοβηθούμε. Η Ποίηση είναι η μόνη ελπίδα της ανθρωπότητας. Σε αυτήν την πανάρχαια ασυγκράτητη πηγή θα πρέπει να επιστρέφει συνεχώς και αδιάλειπτα, αν θέλει να σωθεί από την αποκτήνωσή της, αν θέλει να στοχεύει στα δύσκολα κρημνά της αρετής.
Γιατί πολύ απλά μια πολιτική ιδέα δίχως Ποίηση δεν είναι πολιτική, ούτε ιδέα. Ένα φιλοσοφικό σύστημα δίχως Ποίηση δεν είναι φιλοσοφικό παρά μονάχα σύστημα. Μια θρησκεία δίχως Ποίηση δεν έχει Θεό. Μια μαθηματική πράξη δίχως Ποίηση θα έχανε τα σύμβολά της. Μια παιδαγωγική θεώρηση δίχως Ποίηση δεν μιλά για αγωγή. Κάθε ανεπανάληπτη ανθρώπινη ύπαρξη αντιλαμβάνεται το μέγεθός και τις διαστάσεις, την παροδικότητα και την αιωνιότητα, την αταραξία και την αμάχη που ενσαρκώνονται από το μοναδικό της πέρασμα από τον κόσμο, μονάχα μέσα από την Ποίηση. Δίχως Της μπορούμε να επιστρέψουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: στο έρεβος απλά της επιβίωσης.
ΥΓ 1 Καμιά φορά διαβάζοντας Κάλβο, ρυθμίζεται η ανάσα μου…
ΥΓ 2 Γιάννης Στίγκας, ο φίλος που κάποτε μιλούσαμε για μια Ποίηση χρηστική και εφαρμόσιμη. Τα απολύτως αναγκαία σε όλους μας βιβλία του βγαίνουν από την Μικρή Άρκτο, που πρόσφατα κυκλοφόρησε τις ωδές Εις Θάνατον και Εις Ιερόν Λόχον του Κάλβου, σε επιμέλεια και κριτικό σχολιασμό του Ανδρέα Ανδρέου.




Η αλήθεια ανήκει στις πολύτιμες αξίες γι` αυτό είναι ανεκτίμητη.

Κάθε χρόνο τα ίδια και τα ίδια όπου και να βρισκόμαστε ξεφυτρώνει, μονολογούσε η Στέλλα.
-Τι παραμιλάς της είπε η Φλώρα.
-Για την άνοιξη λέω, μεγάλη μάγισσα όπου και να βρισκόμαστε απλώνεται. Να, δες κάτω απ` τη μούχλα στη ρωγμή του τσιμέντου, ένα χαμομήλι.
Η Φλώρα έγνεψε χωρίς να της μιλήσει και συνέχιζε να φορτώνει τον κίτρινο σκαραβαίο με τα υπάρχοντα τους. Έκλειναν για άλλη μια φορά την πόρτα στο παρελθόν, έτοιμες για μια καινούργια αρχή. Το αυτοκίνητο ήταν τίγκα στα πράγματα, μαξιλάρια και κουβέρτες ξεχείλιζαν απ’ τα μισάνοιχτα τζάμια. Ο σκύλος κοιμόταν φαρδιά πλατιά πάνω τους και δίπλα το μωρό της Στέλλας στριμωγμένο, είχε μπλέξει τα δαχτυλάκια του στο περιλαίμιο του και κοιμόταν κι αυτό. Η γειτονιά όρθια στο πόδι παρακολουθούσε την αποχώρηση τους. Η Φλώρα προσπαθούσε να ξεπαρκάρει αλλά απ` τη μία το παρτέρι με τα γεράνια που όριζε την αρχή του πεζόδρομου κι απ` την άλλη η Στέλλα που είχε βγει σχεδόν ολόκληρη έξω απ` το παράθυρο για να χαιρετήσει τους γείτονες έκαναν την προσπάθεια της αδύνατη.
Ήταν δίδυμες αλλά καθόλου ίδιες, η Φρόσω ήταν ισχνή και λιγομίλητη με ένα σκούρο πράσινο βλέμμα σαν τη σκιά βαθύσκιωτου πεύκου, η Στέλλα αντίθετα θορυβώδης μ` ένα σώμα χυμώδες ντυμένο με λευκό δέρμα και κολασμένα κόκκινα μαλλιά. Τελικά ξεπαρκάρανε κι αφήσανε πίσω τους τα τελευταία δύο χρόνια που είχαν ζήσει εκεί.
Η Στέλλα έψαχνε σταθμό στο ράδιο, τραγουδούσε μισό τραγούδι κι ύστερα τ` άλλαζε και χρατσα-χρούτσα τα ραδιοκύματα ξύπνησαν το μωρό που άρχισε να κλαίει. Το παιδί το μεγάλωνε η αδελφή της, είχε μια μητρική ζεστασιά κι εκείνο το οσφραινόταν και κούρνιαζε μες την αγκαλιά της.

Η Φλώρα έκλεισε απότομα το ράδιο και το κοίταξε ανήσυχα απ` τον καθρέφτη. Ήταν απόχτημα της πιο μακροχρόνιας σχέσης της Στέλλας με κάποιον μουσικό. Συνήθως δεν κρατούσε άντρα πάνω από μια βδομάδα αλλά μ` εκείνον ήταν τρεις μήνες μαζί. Όταν κατάλαβε ότι είναι έγκυος τον άφησε χωρίς να του πει τίποτα για την εγκυμοσύνη της. Σταμάτησε δεξιά το αυτοκίνητο, βγήκε και πήρε τον μικρό Άγγελο στην αγκαλιά της, εκείνος φώλιασε μέσα της και ήρεμος κοιμήθηκε ξανά. Η Στέλλα βγήκε κι αυτή απ` το αυτοκίνητο και πάσχιζε να στολίσει το καπέλο της με τα γεράνια που είχε μαδήσει απ` το παρτέρι.
Η Φλώρα έβαλε το παιδί πάλι στο κάθισμα, την πλησίασε και της έδωσε τσιγάρο, ανάψανε και κάτσανε στο πεζούλι του δρόμου.
- Έπρεπε να του το πεις της είπε, αν ήξερε, τώρα θα ήσουν μαζί του κάτω από καθαρά σεντόνια.
-Τίποτα δεν είναι καθαρό στη ζωή μας και το ξέρεις, μολυνθήκαμε απ` τα γεννοφάσκια μας.
-Δεν κουράστηκες να πιπιλάς τα ίδια και τα ίδια. Μεγαλώσαμε πια, μπορούμε να τ` αλλάξουμε αυτό.
-Σίγουρα μπορούμε να τ` αλλάξουμε, να το ξεχάσουμε δεν μπορούμε, ούτε αυτό, ούτε και τα επακόλουθα του. Αυτά τα επακόλουθα με φρενάρουν μου κόβουν τη ζωή μαχαίρι.
-Δεν ωρίμασες ποτέ, μένουν ακόμα μέσα σου τα δηλητήρια με την ίδια ένταση όπως τότε, δεν βοηθάς ,έχεις κι ένα παιδί τώρα.
-Ενώ αν ωρίμαζα…
-Αυτά θα καταστάλαζαν κι όλα θα ήταν πιο εύκολα.
-Δεν θέλω, με βοηθούν να μην υποχωρώ.
-Σε τι;
-Στο να αισθάνομαι.
-Δεν καταλαβαίνω, η αγάπη δυναμώνει.
-Η αγάπη μόνο αυτή ,τίποτα άλλο…

-Αφού συμφωνούμε γιατί δεν του το είπες;
-Γιατί η αγάπη μου δεν αναγνωρίζει κανένα άλλον.
-Με ρίχνεις στα σκοτάδια, τι εννοείς;
-Μόνο εσένα και τον Άγγελο μέχρι εκεί τα υπόλοιπα όλα είναι σκοτάδι.
Ακούστηκαν γαβγίσματα, ο σκύλος πήδηξε απ` το παράθυρο και βγήκε, από μπροστά του περνούσε ένας σκαντζόχοιρος. Η Φλώρα τού φώναξε να σταματήσει την επίθεση κι εκείνος έπεσε στα τέσσερα και λούφαξε. Άρχιζε να σκουραίνει ο ουρανός, βράδιαζε. Μπήκαν στ` αυτοκίνητο και ξεκίνησαν, διάλεγαν πάντα νύχτα να ταξιδεύουν.
Διάνυαν τα είκοσι οκτώ τους χρόνια, κι ήταν δεμένες ακόμα με τον ομφάλιο λώρο της μάνας τους, μόνο που εκείνος είχε κακοφορμίσει απ` την σαπίλα. Δεν τη γνώρισαν ποτέ παρά μόνο μέσα από φωτογραφίες και κακοπροαίρετες αφηγήσεις. Μέχρι τα δεκαοκτώ, πάνω-κάτω μεγάλωσαν σε ίδρυμα. Η μάνα τους όταν εγκυμονούσε ήταν φυλακισμένη κι όταν γέννησε, δεν πήρε καν τα νεογέννητα κορίτσια στην αγκαλιά της γιατί είχε αποφασίσει να τ` αφήσει στο μαιευτήριο. Ύστερα από δυο χρόνια ακριβώς την ίδια μέρα που τις γέννησε στις δέκα του Φλεβάρη πέθανε από κάτι, κανείς δεν ήξερε ακριβώς. Η ληξιαρχική πράξη έγραφε αιτία θανάτου, χρόνιος αλκοολισμός. Αυτές τις λεπτομέρειες τις έμαθαν απ` τη νονά τους που ήταν και η μαία που τις ξεγέννησε. Τα κορίτσια τη μίσησαν γι` αυτές τις αφηγήσεις που αφορούσαν εκείνη και που μόλυναν ακόμα περισσότερο τις παιδικές ψυχές τους. Κατάλαβαν από πολύ μικρές ότι είναι πολύ σπάνιο ή μάλλον αδύνατον να συμβεί μια καλή πράξη χωρίς να υπάρχει κάποιο αντίτιμο. Η νονά τους τις βάφτισε από συμπόνια, εξ αιτίας της είχαν πάρα πάνω φροντίδα στο ίδρυμα αφού όλοι την γνώριζαν και την σέβονταν. Άσκοπα όμως, γιατί αυτό δεν απάλυνε τον πόνο που τους προξενούσε κάθε φορά που ερχόταν να τις δει.


Όλο και κάποια κακή ιστορία σκαρφιζόταν για τη μάνα τους. Ξεκίναγε λοιπόν την αφήγηση και πρόταση-πρόταση γέμιζε το ποτήρι δηλητήριο. Η ωραιότερη στιγμή της ήταν στη κορύφωση όταν οι μικρές βούρκωναν κρατώντας απελπισμένα το φουσκωμένο δάκρυ τους κι εκείνη τις χάιδευε στοργικά στα μαλλιά. Μέσα απ` αυτό το παιχνίδι πίστευε ότι καθαγιαζόταν, αυτή την ανάγκη είχε. Τα κορίτσια αποφασίσανε να σταματήσουν να την ακούνε και να της μιλάνε ,είχαν συνεννοηθεί ότι όταν εκείνη θ` άρχιζε τις ιστορίες, εκείνες από μέσα τους θα λέγανε ένα τραγούδι. Έτσι η νονά τους αφού δεν είχε πια ακροατήριο αραίωσε τις επισκέψεις της, μέχρι που σταμάτησε εντελώς να πηγαίνει. Ήταν όμως αργά, είχε προλάβει να σπείρει το μίσος τόσο βαθιά μέσα τους που ακόμα και τώρα στη χάση της πρώτης νιότης τους, φύτρωναν τσουχτερά τ` αγριάγκαθα.
Όταν βγήκαν απ` το ίδρυμα ξεκίνησαν να σκαλίζουν απεγνωσμένα το παρελθόν. Έψαχναν ένα νήμα να κρατηθούν, ένα φως μπρος τους να βλέπουν , να μπορούν να περπατούν. Δεν βρήκαν όμως τίποτα ούτε καν τα οστά της, είχαν χωνευτεί κι αυτά μαζί με την ύπαρξη της.
Ακροβατούσαν σε τεντωμένο σκοινί που αιωρούταν πάνω απ` τη βαθιά χαράδρα της ζωής τους. Η απλοχωριά του έξω κόσμου τις τρόμαζε, είχαν πολύ κοντά φτερά για τόσο απέραντο κι όσο κι αν προσπαθούσαν να πετάξουν πάντα περιστρέφονταν γύρω απ` το σημείο μηδέν. Αυτό ήταν που τις γονάτιζε, να γυρίζουν ξανά και ξανά πίσω και να γυρεύουν τα αίτια για μια πράξη που έμενε ανεκτέλεστη.
Το ίδρυμα είχε κάνει τη δουλειά του σωστά. Είχε εξασφαλίσει στα ορφανά διαμονή κι ανατροφή «υποχρεωτικά» ανεκτές, με υπακοή πειθαρχία και επιτρεπτά όρια. Όλα σε μια ευθεία γραμμή χωρίς δυνατότητα παρέκκλισης, μα αυτό στα μάτια δυο μικρών παιδιών φάνταζε πολύ σκληρό.


Το μόνο που τις παρηγορούσε ήταν ότι είχε η μια την άλλη, αλλά κι αυτό όμως πολλές φορές ήταν δυσβάσταχτο γιατί όταν τιμωρούσαν τη μια πονούσε διπλά κι η άλλη.
Ήταν δυο σώματα που μοιράζονταν την ίδια ψυχή κι έτσι συνέχισαν μέχρι το τέλος. ενωμένες αδιάρρηκτα.

Δρασκέλιζαν τη ζωή πόντο –πόντο με τρεμάμενα βήματα, τίποτα δεν ήταν εύκολο. Δεν υπήρχε κανείς να τους δώσει οδηγίες. Στο ίδρυμα είχαν πάντα από πάνω τους κάποιον να τους κουνάει το δάχτυλο και να λέει «έτσι θα το κάνεις, σ` αρέσει δεν σ` αρέσει» ή «αυτός είναι ο τρόπος καλός- κακός αυτός είναι » κι άλλα τέτοια .Οι επιθυμίες, τα όνειρα αλλά και η πραγματικότητα τις δίχαζαν. Όσο ήταν έγκλειστες αποζητούσαν την ελευθερία τους . Μισούσαν τους υπαλλήλους που τραβούσαν τις κουρτίνες πριν καλά-καλά δύσει ο ήλιος και τις υποχρέωναν ν` αποσυρθούν στα δωμάτια τους. Μισούσαν τα καλογυαλισμένα παπούτσια των υποψήφιων γονιών όταν εκείνοι τα χτυπούσαν αμήχανα στο πάτωμα της αίθουσας επισκέψεων. Χωρίς να φοβούνται όπως τ` άλλα παιδιά που λούφαζαν με σκυμμένο το κεφάλι, τούς κοιτούσαν με θράσος, όταν εκείνοι ερευνούσαν με το άδειο βλέμμα τους τον βυθό των ματιών τους μήπως κι ` ανακαλύψουν τα καλά και κακά γονίδια τους. Μισούσαν τις Κυριακές που έρχονταν οι συγγενείς των άλλων παιδιών για να τα δουν ενώ εκείνες απόμεναν μόνες τους στην γωνία της αίθουσας χωρίς να περιμένουν κανένα δικό τους.
Τώρα έξω στον κόσμο, τα πράγματα ήταν αυθαίρετα ,οι συνθήκες προς την ελευθερία ξεχειλωμένες για τα δικά τους μέτρα, τις τρόμαζαν. Αυτός ο τρόμος ήταν κι η αιτία για την περιπλανώμενη ζωή τους.

Τα χιλιόμετρα έφευγαν ,η Φλώρα είχε κουραστεί, να σταματήσουμε είπε στη Στέλλα.

-Στα πεντακόσια μέτρα έχει πάρκινγκ να ξεκουραστούμε για μια δυο ώρες και μετά συνεχίζουμε.
-Εντάξει για δυο ώρες, να φτάσουμε νωρίς να φρεσκαριστώ, στις δώδεκα είναι το ραντεβού. Η Στέλλα ήταν τραγουδίστρια δούλευε σε μικρά μπαρ, αλλά όταν άρχισε να φαίνεται η εγκυμοσύνη της σταμάτησε να πηγαίνει και δεν ξαναγύρισε ποτέ.
-Θα είμαστε στην ώρα μας μη φοβάσαι είπε η Φλώρα ,θα κοιμηθώ λιγάκι κι ύστερα θα σε βάψω. Άνοιξε όμως πρώτα αυτό, της είπε, και της έδωσε μια χάρτινη τσάντα που είχε στα πόδια της.
-Τι είναι;
-Άνοιξε
Η Στέλλα άνοιξε την τσάντα κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
-Σ` αρέσει τη ρώτησε η Φλώρα και κοιτούσε λοξά τα δάκρυα που τρέχανε στα μάτια της αδελφής της.
-Μόνο εσύ θα το έκανες αυτό.
-Πάρε κι αυτό της είπε η Φλώρα.
-Κι άλλο; Τι είναι πάλι, το ένα ήταν αρκετό.
-Όχι δεν ήταν.
Η Στέλλα άνοιξε και την άλλη τσάντα, εν τω μεταξύ, είχαν φτάσει στο πάρκινγκ.
Πετάχτηκε έξω κι άρχισε να γδύνεται, φόρεσε πρώτα το καπέλο κι ύστερα το μαύρο φόρεμα με τις ασημένιες παγιέτες και το βαθύ σχίσιμο στο πλάι. Τότε η Φρόσω της πέταξε δυο μαύρα μακριά γάντια και της είπε, εσύ είσαι η Μαρλέν Ντίτριχ της Ελλάδας.
Η Στέλλα τα φόρεσε κι άρχισε να τραγουδάει
« I`m just a gigolo »
Το σώμα της είχε υποταχτεί στους στίχους, δεν έκανε καμία κίνηση, μόνο τα μάτια της εκπέμπανε την προσμονή μιας τελευταίας ελπίδας, λες και βρισκόταν μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ύστερα τράβηξε τα γάντια , έβγαλε το καπέλο και άφησε τους λυγμούς να πεταχτούν απ` τα στήθια της. Ένας βόμβος τα λόγια του τραγουδιού,
«είμαι λυπημένος και μοναχικός
μόνος,
χωρίς μια γλυκιά μαμά
να με κρατά
να είμαι ο εαυτός μου
μόνο
γιατί, τι είμαι εγώ,
ένας ζιγκολό»

Είχε ξημερώσει η Φλώρα την έστρεψε κατά `κει που ξεμύταγε ο ήλιος και ψιθύρισε
-Σου `χω πει πως δεν γυρεύουμε κάτι που οριστικά έχει χαθεί. Έτσι χάνουμε κι ότι έχουμε, εσύ έχεις τον Άγγελο και μένα.
- Και μια τρύπα στην καρδιά.
-Έλα να σε καθαρίσω είσαι γεμάτη μουτζούρες απ` τη μάσκαρα.
-Μου ταιριάζουν, έτσι πρέπει να `μαι μουτζουρωμένη .
-Ευτυχώς που κοιμάται το παιδί.
-Για πόσο; Κάποτε θα ξυπνήσει, θα καταλάβει, θα με μισήσει.
-Εσένα γιατί;
-Μη μου χαϊδεύεις τ` αυτιά ,ξέρεις καλύτερα από μένα.
-Αυτό μπορείς να τ` αλλάξεις είναι νωρίς ακόμη, ο πατέρας του σ` αγάπησε και το ξέρεις, δεν θα αρνηθεί το παιδί του.
-Δεν τον αγάπησα όμως εγώ κανέναν δεν αντέχω ν` αγαπήσω λες κι είναι η καρδιά μου κλεισμένη πίσω από συρματόπλεγμα.
-Γιατί βάζεις τον γιο σου ανάμεσα σας, μπορεί να έχει έναν πατέρα, πρέπει να έχει ένα πατέρα. Αυτοπυροβολείσαι…
-Πάντα.
-Δεν έχεις δικαίωμα να το κρύβεις, όταν μεγαλώσει…
-Τίποτα δεν του κρύβω όταν έρθει η ώρα θα μάθει.
-Πάμε, τελικά δεν κοιμηθήκαμε.
-Πάμε, θα οδηγήσω εγώ.

Ο ήλιος είχε ανέβει και τις τύφλωνε , μπήκαν στ` αμάξι. Η Στέλλα όπως πάντα χτύπησε την πόρτα δυνατά, το μωρό ξύπνησε κι έκλαιγε. Η Φλώρα έσπρωξε τον σκύλο μπροστά και κάθισε πίσω. Τύλιξε με τα χέρια της βαθιά στην αγκαλιά της τον Άγγελο και τον νανούριζε.
Η Στέλλα πάτησε βαθιά το γκάζι βρίζοντας, το αυτοκίνητο εκσφενδονίστηκε στην εθνική οδό. Η νταλίκα στρίγγλισε και δίπλωσε, ο σκαραβαίος συρρικνώθηκε σε μια ηλιόφωτη μάζα.

Έξι του Μάη 1992

Οι πυροσβέστες πολεμούσαν δυο ώρες να τις απεγκλωβίσουν. Όταν έφτασαν στη Φλώρα ήταν αδύνατον να τη διαχωρίσουν απ` τον Άγγελο που ανέπνεε ισχνά.
Ο αστυνομικός παρέδωσε τον φάκελο που βρέθηκε στην τσάντα της Στέλλας σ` έναν άντρα ονόματι Άγγελο Ρώτα στην οδό Δευκαλίωνος 2 στα Πατήσια. Είναι το μόνο στοιχείο που παραπέμπει σε κάποιον γνωστό ή συγγενή του είπε ο διοικητής του αλλιώς θα προχωρήσουμε σε ανάθεση του παιδιού σε ίδρυμα.
Ο παραλήπτης διάβαζε με τρέμουλο.
Έχεις ένα γιο, τον λένε Άγγελο.
Κάνε αυτό που πρέπει.
Δεν ξέρω αν έχει σημασία πια, αλλά
σ` αγάπησα.


Στέλλα



Συλληπητήρια κάρτα

Άφησες τη πόρτα σου ξεκλείδωτη
τον όγκο και τα χρώματα
τη χασούρα σου ψάχνοντας για τύχη.
Με την ίδια οικειότητα συμπεριφέρσου μου πάλι
όλο φασαρία και γέλια
αντίο-αντίο
ξέχωρα απ' το χρόνο και την απόσταση.
Πες τους να έρθουν να βοηθήσουν
να ανοίξουν δρόμο με τους υποκόπανους
μα δεν πρέπει κανείς τους να μπει
εκεί όπου έβγαλα το πουκάμισό μου.
Εξήντα δύο συρτάρια κλειστά
είκοσι χρόνια σιωπής
κι αφού γδυθώ θα ντυθώ ξανά
συμπιέζοντας το μυαλό μου.
Φοβάμαι την ανυπομονησία του αίματος
φοβάμαι μη βραχείς
φοβάμαι να πω αυτά που σκέφτομαι.
Θα βγάλω τα μάτια μου με το στυλό που γράφω.



Εύπλαστο

Κι απ' το πρωί φεύγουμε ήσυχοι
Πως έχουμε ξεχάσει

Στενόμακρα
Σε μια αναμονή
Πως έχουμε ξεχάσει
Λέξεις κι ανθρώπους



Μόνοι ή δυο-δυο

Καθένας κάνει ότι μπορεί
δεν είναι αρκετό.
Παίρνει μιαν ανάσα
ένα μολύβι
ένα κουρέλι που ρουφά τον ήλιο
που αλλάζει και δεν είναι ήλιος
μόνο φορτίο που πλέει
με το δικό μου στόμα
ενώ εσύ κοιμάσαι
πάντα με κοιτούν δυο μάτια
κι όμως
δεν είναι αρκετό.



Καθημερινά δίωρη άσκηση

Μια γυναίκα μιλάει με δεδομένα
κλαίει για κάποιον άλλο
το στόμα φιλάει
αυτά δεν αποδίδουν
σμίγει τα μάτια και σε κοιτάζει να ξεμακραίνεις
συνεχίζει τη σκληρότητά της
γράφοντας ποιήματα.

Έξω στη πόλη το κρύο απελευθερώνει
οι περαστικοί σκέφτονται
μια νέα ζωή
η ώρα περνάει.






1η δημοσίευση , θράκα τεύχος 8


Αυτό, τότε είπαμε, είναι ομορφιά, 
παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.
Tomas

Για να εξαλειφθεί ευθύς εξαρχής την όποια αοριστία που τυχόν κάποιος θα ψυχανεμιστεί στον τίτλο της εισήγησης  «Η απέραντη νεότητα του  ποιητικῶς ζῆν», ας διασαφηνιστεί πως αυτή δεν αναφέρεται στους ποιητές που υπάρχουν πέρα και έξω από την καθαυτή τέχνη του λόγου, πέρα και έξω από την στιχουργική ενσάρκωση πέρα και έξω από το λογοτεχνικό είδος της Ποίησης. Γιατί είναι θαρρώ ευνόητο πως αν, κυριολεκτώντας, ορίσουμε την “ποίηση” ως δημιουργία και τον “ποιητή” ως δημιουργό, τότε εκείνος που ζεί και δραστηριοποιείται δημιουργώντας συνεχώς νέες πραγματικότητες, νέα ζωή, νέα δεδομένα,  τα οποία οδηγούν τον κόσμο στην ανακάλυψη του ίδιου του εαυτού του, μπορεί να χαρακτηριστεί από την λέξη «ποιητής» και μάλιστα εύστοχα.  Παρόλαυτά, εκείνος που φέρει την λέξη ποιητής όχι ως χαρακτηρισμό αλλά ως ιδιότητα και ακόμα πιο πολύ ως ταυτότητα, εκείνος που ποιεί ζωή μέσω της γλώσσας δεν ζει δημιουργώντας. Δημιουργεί για να ζήσει. Και μάλιστα η ζωή που θα ζήσει, είναι πάντα μια ζωή νιότης. Για αυτόν τον ποιητή θα μιλήσω, αυτό το ποιητικῶς ζῆν θα επιχειρήσω να ορίσω και την απέραντη νεότητα που αυτό το ζῆν επιφέρει θα αποπειραθώ να περιγράψω. 

Το παιδί τρώει πορτοκάλια.
(Απ’ το μπαλκόνι μου το βλέπω)
Αν πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι ανοιχτό. 

Lorca

 Είναι σχεδόν βέβαιο το γεγονός  πως ο ποιητής  από την αρχή της πορείας του βιώνει ταυτόχρονα δυο εκστατικές, σχεδόν παραληρηματικές πραγματικότητες: Η πρώτη συνίσταται στο γεγονός πως ο ίδιος δίχως ποτέ να το επιλέξει γίνεται μάρτυρας της μεγάλης μεταμόρφωσης του χρόνου από φυσικό μετρήσιμο μέγεθος σε άμετρη  ουσία των όντων. Ο Χρόνος ξεπηδά από ώρες και μέρες, ξεγλιστρά απ’ τις καλένδες και τις ατζέντες, σπάει τους δείκτες των ρολογιών και διαχέεται πλήρης και ατεμάχιστος  σε όλα τα πράγματα έμψυχα και μη, πολλαπλασιάζοντας τις διαστάσεις τους, αυγατίζοντας το βάθος τους, προσδίδοντάς τους μια γεύση αιωνιότητας. Πλέον ο ποιητής γίνεται μάρτυρας ενός Νέου Κόσμου, μιας υπόγειας λανθάνουσας ζωής που του αποκαλύπτεται με πλήρη ενάργεια. Μπουκωμένος καθώς είναι από αυτό το ξεχείλωμα της όρασής του, νιώθει την ανάγκη να αποκαλύψει ολόγυρά του το διαρκώς αποκαλυπτόμενο, το οποίο με ασίγαστη περιέργεια ρουφά σαν σφουγγάρι. Και εδώ υπεισέρχεται η δεύτερη εκστατική πραγματικότητα που βιώνει. Μοιάζει αυτή να ‘ναι ένα είδος εσωτερικής στέψης, κρυφής αναγόρευσης -με όλους τους ενδοιασμούς και τις άγνοιες που πρέπει να έχει εκείνη τη στιγμή- του εαυτού του σε άγγελο που πρέπει να δώσει μορφή στο άυλο μήνυμα που φέρει. Να ποιήσει ό,τι του αποκαλύπτεται. Να το κάνει Ποίημα. Ζωή. Πλέον μια μυστηριώδης και βλάσφημη κατάφαση προς τούτο το καθήκον παίρνει διαστάσεις ολοκληρωτικής συντέλειας του κόσμου όπως τον γνωρίζαμε. Γιατί πράγματι τίποτε δεν θα είναι πια το ίδιο.

 Ο ποιητής είναι εκείνος ο άνθρωπος που ξαναπιάνει ό,τι οι άλλοι άφησαν να γλιστρήσει από τα χέρια τους: Τον μίτο της παιδικής σοφίας που σαν άλλος ομφάλιος λώρος έτρεφε κάποτε όλους τους ανθρώπους με περιέργεια για τους εαυτούς του και τον κόσμο.: «Το κοπάδι είναι οι σκέψεις μου κι οι σκέψεις μου είναι όλες αισθήσεις. Σκέφτομαι με τα μάτια και τα αυτιά και με τα χέρια και τα πόδια και με τη μύτη και το στόμα.» γράφει ο Pessoa, σκιαγραφώντας ακριβώς μια σοφία πρωτόγονη, αρχετυπική, μια σοφία παιδικής άγνοιας. Αυτήν την αποκαλυπτική επικοινωνία με τις ξεχασμένες διαστάσεις της ζωής που επιστρέφουν ως νέες επιχειρεί ο ποιητής να προσφέρει με την τέχνη του. Ο Σινόπουλος γράφει: «Γράφω ποιήματα σημαίνει κάνω τις ερωτήσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν». Ας ακούσουμε μερικές παιδικές ερωτήσεις και ας αναρωτηθούμε: «Ποιος ζωγραφίζει κάθε πρωί τον ουρανό;» «Πώς γίνεται βροχή στα μάτια;» «Γιατί το καρύδι έχει τις ζάρες του παππού;». Απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα μονάχα ο ποιητής νιώθει ως ίσος προς ίσο, μονάχα εκείνος θα ένοιωθε πραγματικά οικεία και θα έβρισκε την τέλεια αφορμή να ξεκινήσει ένα ιδιότυπο, ξεχασμένο είδος διαλόγου, βουτηγμένου ως το μεδούλι στην φαντασία. Γιατί πολύ απλά, όπως ο ίδιος βλέπει τον κόσμο, τίποτε δεν είναι αδιασάλευτο ή παγιωμένο. Τα πάντα είναι υπό αίρεση, όλα τείνουν συνεχώς να μεταμορφώνονται πρωτεϊκά. Και σαν κακομαθημένο παιδί ο ίδιος, έχει ένα «θέλω»: να αρπάξει τον χαμαιλέοντα κόσμο, όπως η παιδική του περιέργεια τον έχει φτιάξει, και να τον φυλακίσει σε ένα νέο κόσμο ελευθερίας: στην τέχνη του. Τούτο το παιχνίδι, του οποίου η τελική πράξη κάθε φορά είναι η κατά-γραφή στην λευκή σελίδα, είναι για τον ποιητή ζωής και θανάτου. Γιατί πολύ απλά δεν γράφει για κανένα σκοπό παρά μονάχα για χάρη του ίδιου του παιχνιδιού. Καθώς αυτό αποτελεί την ίδια του τη ζωή, ο ποιητής είναι από εκείνους τους ανθρώπους που κερδίζει τη ζωή του, το ποιητικῶς ζῆν.

Ζώντας μέσα από την ποιητική δημιουργία, μέσα από την συνεχή διάρρηξη του χρόνου και του τόπου, γεννώντας συνεχώς ου-τοπίες (τόπους ανείδωτους μέσα από ένα λησμονημένο μηχανισμό) ο ποιητής βιώνει το διαρκές αίτημα στο όνειρο, στο απραγματοποίητο, ανασάνει μια αδιάκοπα ρέουσα επαναστατικότητα και κοιτάζει με μάτια παιδιού και καρδιά εφήβου ακόμα και το γερασμένο ρυτιδιασμένο σώμα του με διάθεση σκωπτική και ειρωνική. Γιατί «η νεότητα δεν ζητά να χωρέσει την άμμο στην κλεψύδρα. Η νεότητα φαντάζεται σπασμένη την κλεψύδρα και ατέλειωτη την άμμο της να απλώνεται».. Ανάμεσα σε αυτές τις δυο οπτικές της ζωής ο ποιητής δεν είχε ποτέ επιλογή. Γεννιέται και πεθαίνει νέος. «Kρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια, το ένστικτο ν' αφηνόμεθα στο χέρι του Θεού» κατά Μέγα Κωνσταντίνο Καρυωτάκη. Η αιώνια νεότητα τούτης της αύρας παίρνει το τελικό της σχήμα στο έργο του, και γίνεται το καράβι που καλεί για ταξιδιώτες όσους διψάνε για παλλόμενη, πύρινη, καθάρια ζωή ατόφια. Ποιος είπε πως η Ποίηση δεν είναι ύψιστη ανάγκη; Άλλωστε παραπέμποντας στον Τάσο Λειβαδίτη τον οποίο τιμούμε με τούτο το συνέδριο ακόμα κι οι άγιοι σιωπηλοί, χλωμοί κι αναμάρτητοι, σημειωμένοι είναι μόνο με το μικρό τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους. Κύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει..

Θέλω να κλείσω τούτη την εισήγηση με ένα ποιητικό συμβάν από αυτά που καταδεικνύουν την παντοτινή νιότη του Αποκαλυπτόμενου Κόσμου, εκείνου δηλαδή που ο ποιητής έχει την ευτυχία να αφουγκράζεται και να μεταποιεί σε λόγο. Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών όταν ένα πρωί παρατηρούσα τον μικρό μου αδερφό, μωρό ακόμα, να σκαλίζει παίζοντας τον κήπο της γιαγιάς μας. Λασπωμένος, ανέγγιχτος από την μητρική επιτήρηση έθαβε σπόρους στο χώμα. Είμαι στα 27 και ήδη τώρα Μάη μήνα, γεύομαι τα μούσμουλα μιας μουσμουλιάς φυτεμένης από την ακούσια παιδική σοφία του αδερφού μου. Κάπως έτσι συμβαίνει και με το ποίημα. Ο ποιητής δεν φυτεύει για να μερέψει την πείνα κάποιου –καλό και άγιο αν κάτι τέτοιο συμβεί. Ο ποιητής φυτεύει από περιέργεια για τα όρια τα δικά του και του κόσμου.
Έχετε πίστη. Δεν γεννιόμαστε.
Φυτρώνουμε. Και μάλιστα
 εκεί που δεν μας σπέρνουν!




Το κείμενο ήταν η εισήγηση του Νικόλα Ευαντινού για το συνέδριο που διοργάνωσε η ΕΣΗΕΑ, και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων το 2009 στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ στην Αθήνα στην μνήμη του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA