Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ένας βραβευμένος Κροάτης ποιητής στη Λάρισα


Σήμερα Παρασκευή 18 Ιανουαρίου στις 19:30 στο Γαλλικό Ινστιτούτο
Ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος σ’ ένα ποίημά του αναρωτιέται, τι γυρεύει ένας Υδραίος στη Λάρισα;
Θα μπορούσε να αναρωτηθεί σήμερα, τι γυρεύει ένας βραβευμένος νέος Κροάτης ποιητής στη Λάρισα.
Ο Γκόραν Τσολακχότζιτς βρίσκεται στη Λάρισα στο πλαίσιο του λογοτεχνικού προγράμματος Κυκλικών διαμονών "Το καταφύγιο του Οδυσσέα"(συνδιοργάνωση: Λογοτεχνικό περιοδικό Θράκα, Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Επιστημών Δήμου Λαρισαίων).
Σημαντικοί νέοι λογοτέχνες από την Ελλάδα, την Κροατία και τη Σλοβενία, θα φιλοξενηθούν από τρεις βδομάδες ο καθένας στην πόλη μας και θα συμμετάσχουν σε λογοτεχνικές δράσεις, κοινωνικές εκδηλώσεις, αλλά και θα παράξουν λογοτεχνικό έργο.
Η Λάρισα, η αγαπημένη πόλη του Ξένιου Δία, πάντα αγκάλιαζε κάθε ξένο που ερχόταν να την επισκεφτεί. Και έμεναν εδώ για πάντα, όπως ο Ιπποκράτης, ο Γοργίας και οι πρόσφυγες της Σμύρνης και της Φιλιππούπολης.
Στο Γαλλικό Ινστιτούτο, την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου και ώρα 19:30, οι Λαρισαίοι θα γνωρίσουν τον Γκόραν Τσολακχότζιτς.
Η λογοτεχνική σχέση μεταξύ Ελλάδας και Κροατίας έχει μακρά ιστορία.
Πρέπει όλοι να γνωρίζουμε, πως ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Δημητρίου, ήταν από τους θεμελιωτές της Κροατικής λογοτεχνίας.


Οι Λαρισαίοι συγγραφείς, Μπέττυ Μαγριζου και Βαγγέλης Κολώνας, θα διαβάσουν ποιήματα του Κροάτη ποιητή, θα του υποβάλλουν ερωτήσεις, όπως επίσης και το κοινό.
Μαζί τους στη συζήτηση και ο νέος πεζογράφος Δημήτρης Στατήρης.
Θα υπάρχει διερμηνέας.
Συντονιστής της εκδήλωσης, ο ποιητής και εκδότης της Θράκας, Θάνος Γώγος.
Η είσοδος ελεύθερη.






Υπό την Αιγίδα της Ευρωπαικής Ένωσης και της Περιφέρειας Θεσσαλίας.
Τεχνική Υποστήριξη στο πρόγραμμα: Astra tv.




#

Η δουλειά έπρεπε να γίνει.
Τι άλλο να κάναμε;
Οικειοποιηθήκαμε κάθε λαμπρότητα˙
ακόμα κι εκείνη της θαμπάδας.

Ήτανε θέμα look.
Ήτανε θέμα style.
Ήτανε θέμα χρόνου.


Υ.Γ.
Για να τ’ αντέξεις πρέπει
να εγκληματιστείς.
Αν είναι όλοι ένοχοι,
δεν έγινε ο φόνος.



#

Συζητούσανε για θέματα υψηλά,
με τέτοια άνεση κι απλότητα,
σαν να μιλούσανε για κάποιον αναπτήρα,
που όπως λένε χάθηκε ή τέλειωσε από καιρό,
μπορεί και να εκλάπη.
Α! Τελικώς τον βρήκανε, τον φτιάξανε κι ανάβει.

Συζητούσανε για θέματα υψηλά ώραν πολλήν,
χωρίς να κάνουν λόγο
που εξ’ αυτών κάνεις δεν θέλησε
μήτε να καπνίσει,
μήτε φωτιά να βάλει,
μηδέ κερί ν’ ανάψει.

Συζητούσανε για θέματα υψηλά ώραν πολλήν,
υπέφεραν, διασκέδαζαν, μπορούσαν.
Ναι, ασφαλώς! Το ζούσαν
μόνο σαν τις μετρούσαν·
μα δεν γαμούσαν˙

κι αν το έκαναν, δεν το κατάλαβαν.


Υ.Γ
Μεγαλοπιαστήκαμε κι αρχίσαμε τις εντριβές:
αλλιώς η μαλακία.
Κι εσύ θα είσαι κάπου εκεί και θα κοιτάς.




# Τα χέρια της κότας

Μεριμνούσαμε τόσο πολύ για όλα,
που εχθρούς δεν ξέραμε
κι αρχίσαμε από ‘μάς…

Σαπούνισα τα χέρια μου.
Τα ξέπλυνα.
Αυτά ξεφλούδισαν.
Τα ξαναπλένω.
Τώρα πια κόκκινα.
Ακόμα μία.
Τα παίζω,
τρίβω συνεχώς
πάλη και πάλι.

Στα χέρια μού ’μειναν και τα ίδια μου τα χέρια,
από επιμέλεια που τα ’βαζα στα πόδια.

Υ.Γ.
Η αποστείρωση μυρίζει ασφυξία˙
μυρίζει θάνατο ζωής π’ άλλη κερδίζει˙
Πώς θεραπεύεται κανείς τη θεραπεία;
Πώς να γλιτώσεις απ’ αυτήν
κι αν τη γλιτώσεις;

--------------------------------------

η ιστοσελίδα του ποιητή 
στα βιβλιοπωλεία σε λίγες μέρες


II


πριν. Όλα αυτά σχεδόν συνέβησαν. Κι εκείνη στεκόταν ακόμη απέναντι. Σε απόσταση. Και είναι δύσκολο έτσι να δεις· μες στην απόσταση. Διπλασιάζεσαι. Τα μάτια σου καθρέφτες. Θυμήθηκα τότε εκείνη την κουβέντα σου πως· καλύτερος τρόπος για να καταστρέψεις μια ζωή δεν υπάρχει από το να την κάνεις δύο. Μία εδώ και μία εκεί. Την ίδια. Δύο. Mου πήρε καιρό να καταλάβω πως έκανες λάθος στους υπολογισμούς. Να την καταδικάσεις αφού σπάσει. Αυτό είναι τρομερότερο. Να μην διανύσεις το ενδιάμεσο. Συμφώνησα και γω. Γι αυτό του φώναξα: είμαι η Ξένου που θυμάσαι. Και η Ειρήνη που θα γνωρίσεις. Που θα γνωρίσεις, με ακούς; Όμως ήταν τόσος κόσμος ανάμεσα που δεν άκουγα τίποτα. Άνθρωποι αμέτρητοι, διάφοροι. Κάποιοι που περπατούσαν επιτηδευμένα ανίδρωτοι, όπως ήθελαν. Και άλλοι, πολλοί, που τους τραβούσανε στραγγαλιστές απ' τα μαλλιά τα στόματα από παντού και σέρνονταν. Καθαρίστριες άνδρες γυναίκες, οδηγοί ταξί και λεωφορείων, εργάτες υπάλληλοι γραφείων, δάσκαλοι ντελιβεράδες κι άνεργοι και φοιτητές, πολλοί. Πολλοί. Νεκροί ή ζωντανοί, και τέλος πάντων νεκροζώντανοι. Κι εγώ. Εγώ ήθελα με τη φόρα που έχει ένα κλουβί όταν σπάει ν' ακούσω τ' όνομα της το οποίο συνέχεια μου διέφευγε. Σου είπα καθόλου συμπτωματικά. Τότε σκαρφίστηκα ένα κόλπο. Εκείνοι κάτω είναι οι φίλοι σου, φώναξα μ' όλη μου τη δύναμη. Έχουν στα χέρια τους τις σημασίες των πραγμάτων. Κι αυτό το άκουσε. Μάθε να ξεχωρίζεις τους φίλους σου. Καθένας κι ένα γράμμα μου. Όλοι μαζί το όνομα μου. Ειρήνη Ξένου. Και μη φοβάσαι. Σχημάτισε τους όπως θες. Πάντα θα βγαίνει τ' όνομά μου. Κι έτσι έκανα, έτσι προσπαθώ να. Παραλείπω πολλά, το ξέρεις. Κι ακόμη περισσότερο, σίγουρα όλα αυτά σου φαίνονται αλλόκοτα. Σαν τις γνωστές παλιές μου παραισθήσεις. Καμιά φορά, θα δεις, γίνονται τα γεγονότα που φέρνουμε στον κόσμο. Μη γελάς. Θα δεις. Τότε γιατί κάθομαι δίπλα του συνέχεια. Μόνο να είμαι σίγουρη ότι άκουσες πώς με λένε. Κι έπειτα, μαζί. Σαν γεγονότα. Σε όσα γίνονται. Μ' αυτά τα λίγα που σου γράφουμε. Μαζί





τσαλακωμένοι




τα κυνικά μάτια ενός φοιτητή που
                                            δεν έχει να ελπίζει
δυο πεταμένα βιογραφικά στην τσάντα
                                            με αναλυτική διατίμηση προϊόντων
ένα σκοτάδι σκίσιμο στο μάγουλο του
                                            άνεργου
το συσσίτιο που φέραν για τους γέρους και το γαμήσι που δεν πρέπει ν' ακουστεί στο
                                                                                                                 διπλανό δωμάτιο
στο δρόμο

η έγκυος που μόλις απολύθηκε
σ' ένα μικρό κάδο λερωμένο από τσιγάρα και καφέδες
                                             τσαλακώνει και πετάει την κοιλιά της

σαν να 'ναι μία προκήρυξη που καθόλου -ακόμη-
δεν τους ενδιαφέρει







με τη συνείδηση του κινδύνου / την ισορροπία των τριγμών / τα αινίγματα του προορισμού / παίζουμε μια δυνατότητα στα δάχτυλα μας / κι άλλο τίποτα δεν μένει απ' το παιχνίδι / τίποτα πέρα από αυτή τη δυνατότητα / είστε ξύλινα κορμιά στον αέρα μάς φωνάζει ο Πόπα / είστε ξύλινα κορμιά στον αέρα επαναλαμβάνουν οι παλιοί μας ήρωες / είμαστε, είμαστε απαντάμε / αυτό θέλουμε / κάτι να είμαστε / μες στου κινδύνου τους τριγμούς / στων αινιγμάτων τη συνείδηση να είμαστε η μόνη ίσως δυνατότητα ελάτε

εκδόσεις Εκάτη





*



Οι Φριτς και οι Λανγκ παρίστανται πάντα μπροστά στους φόνους. Είναι

χρόνια τώρα που κανένας φόνος δεν συντελέστηκε χωρίς την παρουσία

ενός Φριτς ή έστω ενός Λανγκ. Παρά την έκπληξη και τη δεδομένη

καχυποψία που γεννά ένα τέτοιο παράδοξο γεγονός, δεν υπάρχουν

μαρτυρίες για την εμπλοκή ενός Φριτς ή έστω ενός Λανγκ στη φονική

επιτέλεση. Όπως και να ’χει, σε μεγάλο βαθμό το γεγονός αυτό

συνέβαλε στη σκοτεινή φήμη που ακολουθεί

τους Φριτς και τους Λανγκ.







                                              Προμηνύματα



Όταν φτάσουν στην ηλικία των δεκαπέντε (15) οι Φριτς και οι Λανγκ

μαθαίνουνε να μισούν. Περνούν από μια αργή διαδικασία. Πάνοπλοι

στα δάση, με ειδική περιβολή εξοπλισμένοι, με βαμμένα τα πρόσωπα.

 Κάθονται στις πανάρχαιες πέτρες και λιώνουν τεράστια μερμήγκια. Για

ώρες. Για μέρες. Μέχρι να χάσουνε τον εαυτό τους. Μέχρι να γίνουν

τεράστια μερμήγκια και πανάρχαιες πέτρες. Μέχρι να γίνουν ώρες και

μέρες. Μέχρι να μάθουνε να μισούνε.








*



Οι Φριτς εναντίον των Λανγκ. Μάχη παρατεταγμένων στρατών. Κράτησε

περίπου 3 λεπτά. Σύντομα ξέχασαν.


Απόσταση: σχεδόν ένα φτέρνισμα






*


Κομματιαστά νυχτώνει

δωμάτιο το δωμάτιο

πρόσωπο το πρόσωπο

κομματιαστά στο ίδιο πρόσωπο

(πρώτα το στόμα το βλέμμα αργότερα)

–πρώτα το χέρι ώρες μετά το πόδι σου–

βήμα νυχτώνει μες το βήμα.

Σαν να πεθαίνεις λίγος λίγος



Και όταν όλα γυμνωθούν στο σκοτάδι

εσύ πέφτεις

μέσα στο ίδιο σου το βάρος





“Το περισκόπιο του συγγραφέα”


εκδόσεις Πατάκη



Σε πρόσφατα βιβλία του Θεόδωρος Γρηγοριάδης (όσα από τα οποία τουλάχιστον έχω διαβάσει) δεν διστάζει να κάνει πολιτικά σχόλια για την εποχή μας –είτε στο βραβευμένο με κρατικό βραβείο μυθιστορήματος Ζωή μεθόρια (Πατάκης, 2015) στο οποίο δίνει το στίγμα μιας γενιάς, είτε στο Μυστικό της Έλλης (Πατάκης, 2012) στο οποίο εντάσσει την ιστορία του στο περιβάλλον των πρώτων ετών της κρίσης, είτε ακόμα και στο Παρτάλι (2017) που εξελίσσεται στην υποκριτική κοινωνία της μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης– κάτι που τον καθιστά αυτομάτως επίκαιρο συγγραφέα.

Έτσι λοιπόν και στο Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου,  ο συγγραφέας υψώνει το περισκόπιό του και παρατηρεί από τον πανταχόθεν περίκλειστο χώρο του την επικαιρότητα, έτοιμος να τη διαπεράσει και να τη μεταβάλλει με τις συγγραφικές του αρετές σε μυθοπλασία.

Χρησιμοποιεί τις παλιές πρώτες ύλες του κι όμως μπαίνει στην καρδιά της πιο σύγχρονης συζήτησης για το μέλλον της κοινωνίας, επικεντρώνοντας ταυτόχρονα στην αυτονομία των ηρώων του, κρατώντας τους μακριά από κάθε μορφή διδακτισμού και θεωρητικολογίας. Την ίδια στιγμή όμως σθεναρή είναι η αφοσίωσή του στην επαρκή έκθεσή τους στην κριτική ματιά του αναγνώστη, η αφοσίωσή του στον ανθρωποκεντρισμό του ρεαλισμού του.

Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στο σώμα της,
Η Θεσσαλονίκη σβήνει το βλέμμα της, απογυμνώνεται.
Πιο από μέσα φωτεινή από τη φωτισμένη μέρα.

Γιώργος Θέμελης, Συνομιλίες (1953)

Οι σκηνές των διηγημάτων του είναι “γυρισμένες” στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, στην αμφιθεατρική Καβάλα με τους ξύλινους εξώστες, στις αειθαλείς αθηναϊκές συνοικίες, στην επαρχία, ακόμα και σε άλλες χώρες, σε άλλες πόλεις (από την Τυνησία ως τη Στοκχόλµη), που κάνουν τον αναγνώστη να αποκτήσει για πρώτη φορά τόση συγγένεια με τόπους που δεν περπάτησε ή κατά τον τρόπο που μας την παραδίδει η εσωτερική μορφολογική υφή του έργου. Συνειρμοί παραστάσεων, αφή μαζί με οσμή, τον φέρνουν τόσο κοντά, τόσο κατάσαρκα με τα πράγματα, τόσο μέσα σε αυτά.

Από τέτοια βιβλία, σαν το Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου, βγαίνουν οι “στυλίστες” και οικοδομούν την πορεία τους. Για την ώρα, δεν έχω παρά να σημειώσω (μη έχοντας, το τονίζω, διαβάσει όλα τα έργα του συγγραφέα, παρά τα πιο πρόσφατα) την προοδευτική του μετατόπιση πάνω στο τεντωμένο σχοινί της άρτιας λογοτεχνίας, χωρίς να τον κανοναρχούν –τουλάχιστον όχι εμφανώς– οι λογοτεχνικές του επιρροές.



Ο Γεράσιμος Γκόφας σπούδασε κοινωνιολογία στο Πάντειο. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος πάνω στη δημογραφική και πληθυσμιακή στατιστική του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Δουβλίνου. Εργάζεται ως συνεργάτης-εκπαιδευτής σε ιρλανδικό κέντρο ανάλυσης δεδομένων και ζει μεταξύ Αθήνας και Δουβλίνου, ενώ παράλληλα ασχολείται με την κριτική λογοτεχνίας.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA