Θεσ/νίκη, 18/11/18

Αγαπητέ Γιώργο,

Όταν έφερνες τα οστά του Ανδρέα απ’ το Λονδίνο, σου πέρασε άραγε απ’ το μυαλό πως 22 δρόμοι θα φέρουν το όνομά σου στην Αθήνα, ενώ 19 το δικό του;

«θερμούς» χαιρετισμούς
Π.

Υ.Γ. 1: Ο Οδυσσέας έχει κολλήσει στους δύο. Τον κάναν και πανό. Επισυνάπτω τη σχετική φωτογραφία.




Υ.Γ. 2: Έλεγες: «Όταν πεθάνουν οι ποιητές, είτε γίνονται αδριάντες είτε δρόμοι». Δεν είχες μάλλον αυτό στο μυαλό σου. Δες τη δεύτερη φωτογραφία.





Υ.Γ. 3: 19 δρόμοι φέρουν το όνομα του Ανδρέα Κάλβου στην Αθήνα, σύμφωνα με τη μέτρηση του Δήμου.


Η γέννηση , η άνοδος και η τελευτή ενός ταπεινού φωτογράφου.

 Κριτικό σημείωμα για το βιβλίο των Λένας Καλαϊτζή- Οφλίδη και Σίμου Οφλίδη «Ρετούς, το τρυφερό χάδι του ψέματος», Εκδόσεις Νησίδες.

Της Εύης Κουτρουμπάκη

                            
 Είναι  πολλές  οι φορές που ο αναγνώστης διερωτάται  ποια είναι η στιγμή που ένας δημιουργός κάνει φλας μπακ και πάει να συναντήσει το παρελθόν,  τη παιδική του ηλικία, τις μνήμες από το γενέθλιο τόπο, από την πόλη που μεγάλωσε  από τα βιώματα του και γύρω από αυτές τις συνιστώσες να υφάνει τον μύθο του, να ανασυστήσει έναν κόσμο καταποντισμένο και να κάνει  εν τέλει τον ήρωα του, τους ήρωες του, στο τέλος να δουν,  όταν χάνουν πραγματικά τη γη κάτω από τα πόδια τους,  όταν ο κόσμος τους  συντρίβεται, θρυμματίζεται και εν τέλει αποδομείται, ‘το κρανίο κάτω από το δέρμα’ όπως έγραψε ο Eliot στους "Ψιθύρους Αθανασίας".
Στο ‘Ρετούς’,σ’ αυτήν την πρωτοπρόσωπη χειμαρρώδη αφήγηση, σ’ αυτόν τον ωκεανό αναμνήσεων, ο ήρωας, ο Αλέκος, γεννημένος την ίδια ημέρα με τον Ντόναλντ  Ντακ, εγκαταλείπει το αμνιακό υγρό της μήτρας της ‘μάμουσκας’  για να έρθει Ιούνη μήνα με ‘καιρό βαριά νταλακιασμένο’ στον κόσμο του μόχθου προοικονομώντας ‘ετσι και το μελλοντικό του επάγγελμα, ( φωτογράφος)   μια και  ‘ο ουρανός φωτογράφισε τα γεννητούρια’ αυτού και του διδύμου του  και ‘άναψε όλα του τα φλας’.

Οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου μέσω του ήρωα τους, μέσω των ηρώων τους, δραματοποιούν το παρόν δεξιωνόμενοι το παρελθόν εν βρασμώ καρδίας, βάζοντας τη ζωή (άρα και το τέλος με το οποίο είναι οργανικά ζευγαρωμένη) να είναι πρωταγωνίστρια σε μια φωτογραφία 360 μοιρών, που γυρνά  περιμετρικά του βασικού φωτογραφικού στόχου και προβάλλει σε οθόνη φανταστική, το τότε και το τώρα σε μια σεκάνς τόσο καλά οργανωμένη , μια σεκάνς επαγγελμάτων αισθημάτων , εμπειριών, δρόμων , γεωγραφίας , ανθρωπογεωγραφίας αστικής, περιαστικής και αγροτικής , σε μια σεκάνς χωροταξίας και δόμησης, φιλιών , βλεμμάτων εθνοτήτων , γλωσσών , ντοπιολαλιών και ανθρώπων, με την ιστορία να βάλλει αν αυτό είναι ποτέ δυνατόν με διακριτικά καταιγιστικά πυρά.
Ναι η αντινομία των διακριτικών ιστορικών καταιγιστικών πυρών  , είναι προφανής στο βιβλίο αυτό μια και εγκαταβιοί συχνάκις   υποδορίως στο υποκείμενο του βιβλίου όταν δεν  βοά στο κείμενο το ίδιο.
Το Ζαράκοβο, η απαρχή της αφήγησης.  Το Ζαράκοβο με ένα αμάλγαμα πληθυσμιακό από ‘βουνίσιους Βαλκάνιους’ και πρόσφυγες ( οι μισοί ντόπιοι, μην το ψάχνεις τι, ούτε κι αυτοί γνώριζαν καλά καλά, ακατέργαστο υλικό, αγράμματοι, πέρα για πέρα, χοντροκέφαλοι, χορευταράδες και τραγουδιστές, με κάτι γρατζουνιστά σύμφωνα στη λαλιά και το βαρύ σλάβικο λάμδα. Οι άλλοι μισοί ήρθαν αργότερα, πρόσφυγες από τον Πόντο, γείτονες της θάλασσας, πάντως με βουνίσια ρίζα κι εκείνοι και σίγουρα με πιο πλατιούς ορίζοντες στα ανήμερα μυαλά τους.)
 Από αυτό το αμάλγαμα  ο Αλέκος ανήκει σε ένα από τα πλέον κατατρεγμένα κομμάτια του πληθυσμού, τους ντόπιους τους ‘νεζνάμηδες’ .

Το Ζαράκοβο η αρχή της αφήγησης και η Θεσσαλονίκη  η ανάπτυξη και το τέλος της .

Ο ιστορικός Αντώνης  Λιάκος,  αναφέρει πως  στην Ελλάδα, για κάθε τι υπάρχουν δύο αλήθειες. Η μία είναι η «εθνική αλήθεια» [...] , η άλλη αποσιωπείται. Η εθνική ερμηνεία της ιστορίας είναι εξόχως παραμορφωτική, θεμελιώνεται πάνω σε διαρκείς αποσιωπήσεις των κοινωνικών–ταξικών αντιθέσεων, αλλαγών και ανατροπών, αλλά και των εθνοτικών, πολιτισμικών, γλωσσικών παραδόσεων που δε συμπεριλήφθηκαν στην κυρίαρχη εθνική ταυτότητα.

Μέσα σ’ αυτήν την αποσιώπηση έζησαν και οι εντόπιοι. Ταλαιπωρημένοι και  συνεχώς απολογούμενοι.

Όχι ότι οι νεοαφιχθέντες πρόσφυγες είχαν καμιά καλύτερη τύχη αλλά η ιστορία των εντοπίων και οι μικροιστορίες τους, είναι συχνά πολλαπλά σπαρακτικότερες.
 Κι εδώ μπαίνει η πάγια ιστορική  διερώτηση .
Μπορεί η Λογοτεχνία με τις μικροιστορίες της να συνεισφέρει στο μεγάλο αφήγημα της μακροιστορίας , μπορεί να φωτίσει με λεπτομέρειες σελίδες άγνωστες στο εθνικό αφήγημα που περι-γράφει κατά το πλείστον  την ιστορία από την πλευρά των νικητών;
Αν πρόκειται για λογοτεχνικές καταθέσεις σαντο ‘Ρετούς’, η απάντηση είναι  παντί σθένει ναι! Μπορεί!
 Όπως στην προκείμενη αναγνωστική περίπτωση με τρόπο λυρικό, υποδόρια χιουμοριστικό και εν τέλει βαθειά αποφατικό ,  προσωποποιούνται ο ζουρνάς που περιγελά νταηλίδικα τους νεοφερμένους ως Τουρκόσπορους και  ο κεμεντζές  που ανταπαντά:
 -Βούλγαροι
-Τούρκοι
-Βούλγαροι
-Τούρκοι

Και για άλλη μια φορά μοιρασμένοι στα δύο , παίχτες στο εθνικό παιχνίδι ο Τσίτσι Κόλιε, η μάικω και η σέστρα  και τα βουνά της Ματσούκας.

Οι συγγραφείς θέτουν στο βιβλίο αυτό,  το θέμα της χρήσης του ΣλαβοΜακεδονίτικου γλωσσικού ιδιώματος και τις παράλογες επιθέσεις που δέχτηκαν λόγω αυτού, οι εντόπιοι πληθυσμοί μέχρι και τις ημέρες μας.

Επιγραμματικά τίθεται το θέμα από την μάμουσκα του Αλέκου του ήρωα : Έι σλούσε παπά μου, βάλτο καλά στο νου σου , το μισό χωριό μιλάμε τα ντόπικα, αλλά είμαστε Έλληνι, ρασμπίρας; Έλληνι.

Να λοιπόν πως  η Λογοτεχνία καταθέτει αυτά που δεν καταγράφει καταλεπτώς  η εθνική Ιστορία ή τέλος πάντων ο τρόπος με τον οποίο η εθνική Ιστορία αναγιγνώσκεται και όχι μελετάται, για ίδια εθνικιστικά οφέλη..

Να πως δεν μιλά το εθνικό αφήγημα για την εν τέλει αποδοχή της ετερότητας μέσα από έρωτες και γάμους μέσα από έριδες και εκούσιες ‘η ακούσιες αποδοχές της κάθε λογής ετερότητας.
Οι νεζνάμηδες με τους αούτους, τα ντο φτας με τα σο πράις.
Για όλα αυτά ευτυχώς καταθέτει τις μικροιστορίες της η Λογοτεχνία.

Σε ότι αφορά τη δομή του, το ανάγνωσμα  αυτό είναι ένα μυθιστόρημα δυο παράλληλων και ισοβαρών χρονικών  ταχυτήτων. Ο πρώιμος και ο ύστατος βίος του ήρωα οι οποίοι   οδεύουν και αναπτύσσονται παράλληλα. Ο πρώιμος βίος του , η ανάπτυξη της προσωπικότητας του με  μια ταχύτητα που στοχεύει στο παρελθόν και  με γραφή ράθυμη βαθιά περιγραφική και  λυρική ενώ  η άλλη , αυτή που στοχεύει στο παρόν, με μια γραφή ρυθμική, ασθματική,  αγωνιώδη και καθώς φτάνει στην κορύφωση της σύγχρονης ιστορίας βαθειά σπαρακτική.  Λέλε ταξιράτι… Πω πω τι κακό περίμενε τον ήρωα στην κορύφωση της προσωπικής του διαδρομής.…

Δύο παράλληλες χρονικές φάσεις της ζωής του ήρωα.  Με τρόπο βαθύ και ήσυχο που ξαφνιάζει, μέσα σε τόσους διχασμούς φωνές και φασαρία, γράφονται αυτές οι μικροιστορίες που συνιστούν αυτό που αποκαλούμε  μακροιστορία .

 Με τρόπο εναργέστατο ζωντανεύουν και περνούν από τα μάτια μας μπροστά πλείστες όσες φιγούρες της επαρχίας και της επαρχιακής τότε Θεσσαλονίκης.

Ο γέρος Τριμιλέντζε , ο μάγος οιωνοσκόπος ως άλλος Καρκαβιτσικός ζητιάνος Τζιριτόκωστας, παιδιά που τρέχουν πίσω από κηδείες κι άλλοι πόσοι.

Αυτό που η Λογοτεχνία και εν προκειμένω το βιβλίο τούτο  καταφέρνει, είναι να καταθέσει συνεκδοχικά αυτό που η Ιστορία καταγράφει απρόσωπα και ανατριχιαστικά.

Για παράδειγμα η τραγικότητα των κομμένων κεφαλιών των ηττημένων του Εμφυλίου συνεκδοχικά και με ματιά μαλακή καταγράφονται ως οι άλλες αποκοπές που γνώρισε ο ήρωας μετά την αποκοπή των κεφαλών των γουρουνιών στις γουρουνοχαρές.

Ή ποιος μπορεί καλύτερα να περιγράψει παρά ο λογοτέχνης, τη διαχρονικότητα του λυγμού της μάνας , της ξεκούτισσας  Σουζάνας εν προκειμένω, της μάνας του κατά λάθος ήρωα του Σάββα Ναβροζίδη ή της μάνας του Κυριάκου Συφιλτζόγλου στο Δραμάιλο;

Και με μια γλώσσα όπου το γκροτέσκο συγκατοικεί με το τρυφερό, ο εφιάλτης με το ροζ kitsch, ο τρόμος με το κατάμαυρο χιούμορ και με τη χρήση της οποίας , καταλεπτώς κατατίθενται λογοτεχνικά διερωτήσεις περί του Εμφυλίου, περί της συνύπαρξης, περί της αποδοχής της ετερότητας, της αποδοχής του τετελεσμένου, του ανήκουστου και του ανήκεστου του θανάτου με τρόπο τρυφερό, με ντοπιολαλιές  και μίλου να μάικα (αγαπημένα της μανούλας) και λελέβω σε λελέβω σε όμορφο πιπερόπον που έρχονται και σμίγουν και σβήνουν γλυκά σαν να κάνουν ένα γλωσσικό fade out και συνιστούν τη γλώσσα επικοινωνίας των κατοίκων αυτού του τόπου,  γιατί εθνικός γλωσσικός λογιωτατισμός  δεν υπάρχει,  όπως δεν υπάρχει και  mainstream λόγος. Κάθε διαφοροποίηση δεν  στιγματίζεται  ως πρόκληση στο «κοινό αίσθημα», ως προδοσία  και εμείς το ξέρουμε πως σε όποιο ιδίωμα κι αν δώσεις τη λέξη σου ο άλλος απέναντι θα τείνει το χέρι του, παραφράζοντας τον Εμπειρίκο.

Με όπλο αυτήν τη δεξιοτεχνική χρήση της κοινής γλώσσας ( για παράδειγμα ο ήλιος είναι ζωσμένος εκρηκτικά όταν οι μπάσταρδοι στήνουν καρτέρι και αποδεκατίζουν αθώους ενώ είναι αναστάσιμος όταν είναι Μεγάλο Σάββατο, όπου ένα πουλί τραγουδάει νανουρίσματα, ή σουρρεαλιστικές νύξεις και με καθηλωτικές και πρωτότυπες εικόνες και μεταφορές (που δείχνουν μιαν ενασχόληση με τις αναλογίες μακρόκοσμου και μικρόκοσμου), στήνουν τους ήρωες τους και το λεπτομερέστατα περιγραμμένο σκηνικό της Θεσσαλονίκης, εντός του οποίου συνυπάρχουν πλούσιοι και πένητες, εντόπιοι και πρόσφυγες , αστοί και παρίες, αριστεροί και δεξιοί, Εβραίοι, Αρμένηδες και Ρωμιοί, και κάθε καρυδιάς καρύδι που βολτάρει στην Άνω Πόλη και στην παραλία, που πονά , ερωτεύεται, ξενοκοιτά, σκέφτεται, ονειροβατεί και πορεύεται βιώνοντας όλες τις ιστορικές και κοινωνικές  παθογένειες  της Ελληνικής κοινωνίας στην εκάστοτε χρονική περίοδο, όπως για παράδειγμα  την  υπόθεση Λαμπράκη, Παγκρατίδη, Πολκ, Τσαρουχά κ.α

Οι περιφερειακοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι εξίσου αρμονικά ανπτυγμένοι όπως οι κύριοι, η Κορτέσσα, η Εσπερία, η Κρυσταλλία, ο Βασίλαγας , ο Αργυριάδης  κ.α και λειτουργούν σαν ψηφίδες απαραίτητες για να στοιχειοθετηθεί το κοινωνικό και πολιτικό μωσαϊκό της πόλης.
Μιάς πόλης όπου μεγαλώνει γηράσκει και τελειώνει ο πρωτοπρόσωπος αυτός βασανισμένος αφηγητής που βολτάρει από όλες τις στροφές της Ιστορίας.

Οι συγγραφείς γνωρίζουν πολύ καλά την ανθρωπογεωγραφία , τον πολιτισμό του χώρου , όχι μόνον ως συγγραφείς ερευνητές , ιστορητές και ψηλαφώντες , αλλά ως συμμετοχικά δρώντα υποκείμενα, ζυμωμένα με την κουλτούρα του τόπου.

 Η ανακλητικότητα της μνήμης που συντελείται μέσα από το Ρετούς των Καλαιτζή- Οφλίδη  συμπεριλαμβάνει –κάτι που ως συνήθως δεν συμβαίνει με την εθνική ιστορία- τους πάντες.
Η μνήμη από εδώ και πέρα. Το σύμβολό της: η Φωτογραφία.
Η μνήμη και ο χρόνος.

 Η μνήμη συμπυκνωμένη ως φωτογραφία.
Η φωτογραφία εν τέλει καταγράφει την πραγματικότητα και ανακαλεί αντικειμενικά την μνήμη; Ή μήπως όχι;
Ρετούς φωτομονταζ , φωτοσοπ, εικονική πραγματικότητα;
Καταγράφει η φωτογραφία τα αληθώς πραχθέντα; (fake news) ή είναι μια φωτογραφημένη απουσία όπως στην περίπτωση των ηρώων;
Είναι η φωτογραφία συστατικό του νερού της μνήμης ή είναι ένα μαγικό alter ego, ένα είδωλο που υποκαθιστά το πρόσωπο;
Μπορεί ο Αλέκος, ο κεντρικός ήρωας, να υποκαταστήσει τη ζώσα παρουσία της Ναίρας, της εγγονής του, με τις φωτογραφίες της;
Η απάντηση είναι όχι!

Μόνον να προσευχηθεί μπορεί όπως η Κική Δημουλά στο ποίημα  "Οι νύχτες από εδώ και πέρα", από το "Λίγο του Κόσμου:

     Φύλαγέ μου, Θεέ μου, τουλάχιστον
     όσα έχουν πεθάνει.

Η γέννηση , η άνοδος και η τελευτή ενός ταπεινού φωτογράφου που προσεύχεται θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός κριτικού σημειώματος για το βιβλίο αυτό.

Όμως το ζεύγος Καλαιτζή- Οφλίδη, μάστορες της εικονοποιίας , βουτάει βαθειά , ως το μεδούλι με κάθε θέμα που καταπιάνεται και έχει τη μαγική ικανότητα να ανάγει το έλασσον σε μείζον.
Και ζει μέσα στα χωριά μα κυρίως στην πόλη , τη Θεσσαλονίκη, και μετατρέπει την ιστορία του βιβλίου σε πολλά περισσότερα από τη γέννηση, την άνοδο και την τελευτή του ήρωα του.

 Μπροστά μας η ύπαιθρος και οι άνθρωποι της, η  πόλη και οι άνθρωποι της, σε πλήρη ανάπτυξη, χειμώνες και καλοκαίρια, με ζέστες και με ψύχος. Η πόλη  διαδηλώνουσα, η πόλη προδίδουσα, η πόλη δολοφονούσα, η πόλη αμυνόμενη, η πόλη στις ανωφέρειες και τις κατωφέρειες της.

Και προσθέτουν   με τις μικροιστορίες των ηρώων τους κεφάλαια στην ανθρώπινη μακροιστορία.
Ξαναμπαίνει ξανά και εν τέλει το ερώτημα συντρέχει η λογοτεχνία την Ιστορία;
Ναι γιατί  με τον λαμπτήρα ΟΣΡΑΜ που κρατούν οι συγγραφείς  μαζί με το μολύβι τους,  φωτίζουν όλα τα κρυμμένα της Ιστορίας.
Ναι γιατί δίνεται φωνή όχι μόνον  στους νικητές ,αλλά και στους νικημένους.

 Ναι γιατί αποκτούν φωνή τμήματα του πληθυσμού που υπέστησαν τα πάνδεινα.
Ναι γιατί εκτός από τους  νυκοκυραίους  Αργυριάδηδες  υπάρχουν  και οι γύφτοι Βασίλαγες και κάποιος πρέπει να μιλήσει και γι αυτούς.

Ναι γιατι μόνον μέσα από τη Λογοτεχνία , οι χθαμαλοί λοφίσκοι της Ιστορίας μπορούν να ανατάξουν την κεφαλή έναντι των άλλων, των νικητών.







ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΥΜΑ 

Το πρώτο θύμα των τυράννων
είναι το πνεύμα το δικό τους
Πρώτα σ’ αυτό φορούν τις αλυσίδες

Ἀγωνίες

Ἂν χτυπήσουν τὴν πόρτα, μὴν ἀνοίξεις.
Ὅσο καὶ νὰ χτυποῦν.
Πρέπει νὰ πιστέψουν πὼς τὸ σπίτι
εἶναι ἀδειανό.
Δὲν θὰ τὴ σπάσουν. Μὴ φοβᾶσαι.
Ἂν τὴ σπάσουν,
θὰ ξέρουμε πὼς μᾶς πρόδωσαν.
Οὔτε κ᾿ ἐγὼ τὸ πιστεύω.
Ναί, θὰ πυροβολήσω ἂν μποῦνε.
Ἐσὺ δοκίμασε νὰ φύγεις.
θὰ μπορέσεις.
Γιὰ μᾶς θἆναι. Τόση ὥρα
τριγυρίζουν τὸ σπίτι.
Κύταξε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλο παραθύρι.
Μὰ πρόσεχε.
Ναί, βλέπω. Χτυπᾶνε ἀπέναντι.
Μίλα σιγότερα.
Ἀκοῦς; Φασαρία; Τί νὰ γίνεται;
Κάποιον πιάσανε. Εἶναι γέρος.
Τὸν χτυπᾶνε τὰ σκυλιά.
Ἄτιμοι.
Πόσους θὰ πιάσετε; θὰ μείνουν
ὅσοι χρειάζονται καὶ περσότεροι.
θὰ μείνουν καὶ δὲν θὰ σταυρώσουν
τὰ χέρια.



Υπόσχεση

Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
ἀπελπισιᾶς σημάδια.


Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση».




ΑΤΙΤΛΟ

Ανάμεσα στο Όνομα του Πατρός
και του Υιού, ο Ποιητής

στέκει σιωπηλός, ένας Άγγελος που μεσιτεύει.






Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν θα βρούμε Τον Ποιητή
στους στίχους του. Για τούτο και
επισκεπτόμαστε τα σπίτια τους,
τους τάφους τους, ή τα ποτάμια.
Δεν υπάρχει χώρος μέσα στο ποίημα
για Τον Ποιητή, μονάχα για το ειπωμένο,
ενίοτε και γι’ αναμνήσεις.
Επισκεπτόμαστε τις χώρες ξένων
ποιητών για να τις βρούμε κατεστραμμένες,
να γίνουμε μάρτυρες, εκεί όπου οι λέξεις ήταν,
κάποτε, χαλάσματα, καρατομημένα αγάλματα
και πουλιά, ωδικά πουλιά κλεισμένα στα κλουβιά τους.






ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Οι μεταφραστές είναι άγγελοι, ψιθύρισα     
στ’  αυτί του φύλακα αγγέλου μου στη Βιβλιοθήκη Ιωαννίνα[1].
Στέκουν στο πλάι μας, αφουγκράζονται τους λογισμούς μας,
μουρμουρίζοντας μονάχα τ’ απαραίτητα. Εκείνη, μειδιώντας ελαφρά
κι ακούγοντας με προσοχή τον ομιλητή που ‘χε αναφέρει τ’ όνομά μου,
είπε:  Είμαστε το απόλυτο τίποτα· ένα ανώνυμο,
άλαλο, φεγγοβόλημα φτερωτό, εκτός απ’ όταν είμαστε κακοί.           
Έπειτα, γυρνώντας προς το μέρος μου: Όπως τώρα, αν παραλείψω να σου πω τι είπε – 






ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Ο Πεσσόα ως χαρτονόμισμα

Προτού την αγαπήσω, μου χάρισε το χαρτονόμισμα που φέρει το πορτραίτο σου.
Σ’ αντάλλαγμα, είχα υποσχεθεί να της χρωστάω ένα ποίημα στο κοινό μας μέλλον.

           Τι είναι η αγάπη αν όχι Οι Δυο αποσυρθέντες πια απ’ την κυκλοφορία;
           Αν όχι μια ουτοπική οικονομία, σαν παρθενιά ανανεώσιμη;      

Δεν είχα φανταστεί τον εαυτό μου σαν εσένα, με το πρόσωπο εκείνο που, γλιστρώντας μέσα από τα χέρια,
Αγόραζε υπούλως διαφόρων αποχρώσεων χειρονομίες και φιλιά λαθραία, με ξεπερασμένο νόμισμα.





Ο Πεσσόα ως παιδί σε φωτογραφία        

Δεν υπάρχει παραλήπτης, μοναχά αυτή η φωτογραφία
στην οποία εσύ, όπως κι εγώ, πολλαπλασιαζόμαστε.     

Εσύ, Πεσσόα, με τα μάτια χαμηλωμένα σαν της Παρθένου
του Σάο Ρόκε[2], ατενίζεις συνεχώς

στη «μεσαία, όπως τη λεν, απόσταση»,
στον Ατλαντικό εκείνο μεταξύ ενός ονόματος και του νυσταγμένου του προσώπου.

Πεσσόα, δεν είσαι μήτε παραλήπτης
μήτε το αντικείμενο της παιδικής αυτής φωτογραφίας.

Είσαι ο Εαυτός μου απαθανατισμένος σε τούτη τη φωτογραφία
κι εγώ το μοναδικό διασωθέν ετερώνυμό σου.

  




Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ

Στη Γέφυρα του Γαλατά

Ένα ομιχλώδες πρωινό, η Αγάπη μου κι εγώ διασχίζουμε τη Γέφυρα του Γαλατά,
από τα δυτικά στα ανατολικά.
Μια ατέλειωτη αράδα ψαράδων, σκυφτοί να μαζεύουν τα δίχτυα της νύχτας.
Να κι ο Μαργιάν –μεταφραστής των Μίλτων,
Τσώσερ, Μπέογουλφ: Σλοβένος ποιητής! –με ανασηκωμένο τον γιακά, να καπνίζει,
χαζεύοντας τους θόλους και τους μιναρέδες πίσω μας στην Άλλη Όχθη.
 «Φίλε μου!», βάζει μια φωνή, κάνοντάς μου χειραψία και αγκαλιάζοντάς με. Του σύστησα την Αγαπημένη μου…

                             Θαρρείς και στη χιονισμένη κορυφή του Όρους Σουμέρου[3],
         είμαστε ο άξονας των αναμνήσεων που στροβιλίζονται αλάργα.







Η ΠΟΛΗ

Δίχως Φεγγάρι

Μέσα από το αχνοσκόταδο προβάλλουμε
κάτω απ’ τα λαμπάκια της πίσω αυλής ενός σπιτιού, έξω

στο δρόμο όπου τα σπίτια είναι σχήματα
κι ο ουρανός αρνητικός, άσπρος.

Έπειτα από ώρες. Συνειδητοποιώ πως το αμάξι σου είναι
μαύρο, όχι κόκκινο αγωνιστικό. Με δυο φωνές

ρωτάμε: «Πού θα ‘πρεπε να πάμε»; Όσο περισσότερο
πλησιάζω τόσο περισσότερο πρέπει να σπρώξω

τα πόδια προς το δάπεδο: ζαλισμένος,
κρύος. «Στο Φεγγάρι», απαντώ. (Ποιος είσαι;)

Είπε ο Αρτώ: Είμαι στο φεγγάρι
ως είναι άλλοι στα μπαλκόνια τους.

Αναρωτιέμαι εάν αγάπησε ποτέ του…
Δεν είναι δα κι απάντηση ετούτη. Στριφογυρνώ:

«Δεν έχει φεγγάρι απόψε».

Είναι τόσο ξάστερα.






ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

Ενώ έπαιζα ποδόσφαιρο με το παιδί, είχα
επίγνωση των γύρω λόφων από σπίτια, προάστια που απλώνονταν
όπως το λίπος που με την ηλικία κυκλώνει του συναισθήματος
τη χώρα την κοιλιακή. Ακόμα μια μέρα που χωνεύτηκε, καθώς γλιστρούσε το σούρουπο απαρατήρητο ανάμεσα στα άδεια οικόπεδα και τα ασβεστολιθικά οικοδομικά τετράγωνα, άμμος
που κυλάει κάτω χαμηλά, στον αλέκιαστο ωκεανό, άηχη,
αντιψυκτική, αντισκωριακή. Τούτο το γενικό κενό
που ένιωσα σαν ένας Έλληνας στην Αλεξάνδρεια, να ακούω
τις οικίες του τετραγώνου και το σπίτι των γονιών μου να κλείνουν εντός
άσαρκα σώματα, να βλέπω
ό,τι δεν μπορούσα να δω–

ένα σπίτι σαν καράβι γεμάτο τοίχους λευκούς.






N.B. Τα ανωτέρω ποιήματα ανήκουν στις συλλογές Southern Barbarians (2007), The West (2010), Unbelievers, or ‘The Moor’ (2013) και Emptiness (2014). Η παρούσα αποτελεί τη δεύτερη δημοσίευση ποιημάτων του Ματίαρ στα Ελληνικά.






Επίμετρο:

Ο Τζον Ματίαρ (John Mateer) είναι Νοτιοαφρικανός ποιητής, κριτικός σύγχρονης τέχνης και συγγραφέας, γεννηθείς το 1971 στην πόλη Roodepoort της Νοτίου Αφρικής. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών, μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Περθ της Αυστραλίας, όπου και ζει έκτοτε. Σπούδασε ιστορία της τέχνης και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας και, στην πορεία, έζησε για μια τριετία στην Ινδονησία. Είναι πολυταξιδεμένος, πολυβραβευμένος και πολυγραφότατος, με μερικές από τις ποιητικές συλλογές του να είναι οι
ακόλουθες: Anachronism (1997), The Ancient Capital of Images (2005), Southern Barbarians (2011), Unbelievers, or the Moor (2013), κ.ά. Για τη συλλογή του Barefoot Speech (2000), το 2001 απέσπασε το Βικτωριανό Πρώτο Βραβείο Ποίησης C. J. Dennis (Αυστραλία). Μεταξύ άλλων, έχει τιμηθεί με το Μετάλλιο της Εκατονταετηρίδας για την πολύτιμη συμβολή του στην κοινωνία και λογοτεχνία της Αυστραλίας. Στο πεζογραφικό corpus του, περιλαμβάνεται και ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο, με τίτλο Semar’s Cave: an Indonesian Journal (2004). Έργα του έχουν μεταφραστεί στα ιαπωνικά, ισπανικά και πορτογαλικά.
Ως ποιητής, ο Ματίαρ έχει χαρακτηριστεί ως «σύνθετος», ως «ο ποιητής των πολλών τόπων, γλωσσών και πολιτισμών», αλλά και ως «η πιο πρόσφατη μετενσάρκωση του παγκόσμιου ποιητή». Ωστόσο, όπως ο ίδιος εξηγεί, δεν σκέφτεται με όρους γεωγραφικούς, γλωσσικούς και πολιτισμικούς, αλλά με όρους ιστορικούς, και αντιμετωπίζει τον κάθε τόπο σαν πράξη πολιτισμική και τον κάθε άνθρωπο σαν ενσάρκωση της Ιστορίας. Για κείνον, ο τόπος συνδέεται άμεσα τόσο με τον Άνθρωπο όσο και με την Ιστορία. Για τούτο και ταξιδεύει πολύ. Η ποίησή του τοποθετείται συχνά σε ποικίλα μέρη με διαφορετικούς πολιτισμούς, κάτι που αντικατοπτρίζει τις μετακινήσεις και τα ταξίδια που έλαβαν χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Αξιοσημείωτο είναι δε το γεγονός πως συνηθίζει να επισκέπτεται περισσότερο μέρη μη αγγλόφωνα, αφού εκεί αισθάνεται πιο οικεία, όπως π.χ. στην Ιαπωνία και την Κίνα και, γενικότερα, στην Ασία, σε αντίθεση με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Παρ’ όλο που αισθάνεται σε αρκετούς τομείς Ευρωπαίος, η οικειότητά του με χώρες της Ασίας έγκειται, κατά κύριο λόγο, στην προσπάθεια ψυχολογικής αποσύνδεσής του από τις συνήθεις ταυτοποιήσεις με το «Λευκό» και το «Δυτικό», και τούτο εξαιτίας του απαρτχάιντ, το οποίο στιγμάτισε, στην ουσία, όλους τους λευκούς πολίτες της πατρίδας του, ακόμα και όσους δεν σχετίζονταν μαζί του.
Η ποίησή του διαχέεται από μιαν έντονη πνευματικότητα και μια βαθιά φιλοσοφική αναζήτηση. Διακρίνεται δε, μεταξύ άλλων, για το αισθητικό της ύφος, τις πολυσύνθετές της αντηχήσεις, τον συλλογιστικό της λυρισμό και την πλούσια (κοινωνικο-ιστορικο-πολιτισμική) εικονοκλασία της. Αποπνέει, θα λέγαμε, έναν αέρα Ανατολής και στηρίζεται, σε επίπεδο υπαρξιακό, στην ιδέα της «διαφάνειας του Εαυτού», μ’ έναν τρόπο, ωστόσο, που σχετίζεται άμεσα με την βουδιστική θεωρία του Εαυτού, σαν έναν «καθρέφτη δίχως είδωλο». Στη βουδιστική φιλοσοφία, ο ποιητής μυήθηκε από το έργο του ομοίως Νοτιοαφρικανού ποιητή Breyten Breytenbach (1939–). Μέσα από το εν λόγω έργο ξεκίνησε, επίσης, η γνωριμία του με τον ευρωπαϊκό ποιητικό μοντερνισμό και το έργο ποιητών όπως οι Μπωντλαίρ, Σεζαίρ, Πεσσόα, Ελυάρ και Λόρκα.
Τέλος, να αναφερθούμε στη διακειμενικότητα που χαρακτηρίζει, εν συνόλω, το ποιητικό αυτό έργο (βλ. Πεσσόα και Αρτώ στα παραπάνω ποιήματα), επικεντρωμένοι, ωστόσο, σε ό,τι αφορά την ελληνική ποίηση. Η επικοινωνία του Ματίαρ με αυτήν, και συγκεκριμένα με τον Αλεξανδρινό μας ποιητή, είναι εμφανής τόσο στον τίτλο όσο και στη μορφή και το περιεχόμενο του τελευταίου ποιήματος της παρούσας δημοσίευσης. Μάλιστα, σε μια από τις συνομιλίες που είχα μαζί του, μου αποκάλυψε πόσο τον είχε βοηθήσει, για παράδειγμα, η ποίηση του Ρίτσου, σε δύσκολες περιόδους της ζωής του.


[1] Σ.τ.Μ.: Πρόκειται για τη μεγαλοπρεπή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Κοΐμπρα, στην Πορτογαλία, η οποία ανοικοδομήθηκε τον 18ο αι., επί βασιλείας του Ιωάννη Ε’ της Πορτογαλίας.
[2] Σ.τ.Μ.: Αναφορά στο ξύλινο γλυπτό της Παναγίας με το Θείο Βρέφος που ανήκει στην Εκκλησία του Σάο Ρόκε (Άγιος Ρόκκος), στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας, και φυλάσσεται στο μουσείο που στεγάζεται δίπλα από τον ναό.
[3] Σ.τ.Μ.: Σουμέρου σημαίνει «η κατοικία των θεών». Πρόκειται για ενεργό στρωματοηφαίστειο (και την ψηλότερη κορυφή), που βρίσκεται στη νήσο Ιάβα της Ινδονησίας.




ΑΤΕΡΜΟΝΟ  Ή ΜΥΡΩΔΙΑ ΑΙΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 2

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με την όραση
είναι πως
δε διαθέτει κανέναν
αυτόπτη μάρτυρα

την υποθέτουμε μόνο

προσπαθώντας να παρακάμψουμε
την ατέλειωτη γραφειοκρατία του αινίγματος
πετάμε
το τελευταίο αντικλείδι
στον έρωτα
αλυσοδένοντας εαυτούς και αλλήλους
σ᾽ένα βαρύτονο σαξόφωνο που μοιάζει
πότε με την τυφλότητα και πότε
με το αμείλικτο συμβόλαιο μιας άλλης λέξης
απελπιστικά παρόμοιας
με το φως

αν όλα τελειώσουν καλά, γυρνάμε πίσω
έχοντας ανακτήσει
το εξοστρακισμένο αστείο
ή, έστω, την τρύπια μπάλα
των παιδικών μας χρόνων
μεταφρασμένη στη δύσκολη γλώσσα
των πιο αγαπημένων μας
νεκρών

σ᾽αντίθετη περίπτωση
δυο καλοταϊσμένοι πάνθηρες κάνουν την είσοδό τους
στο μπαλκόνι και, αναποφευκτα,
το στωικό τραγούδι ξαναρχίζει
με λίγο πιο ρωμαλέα πνοή
αυτή τη φορά:
το μεγαλύτερο πρόβλημα με την όραση…






ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA